ΤΡΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΡΩΕΙ

Διαλέγω την ηλικία των τριών, γιατί γιορτάζουμε τα τρία μας χρόνια στο Τaλκ! Άσε που τα τρία είναι καταπληκτική «ευκολοδύσκολη» και άκρως χαριτωμένη ηλικία. Χαίρομαι να κουβεντιάσουμε το θέμα του φαγητού, γιατί είναι πολύ μεγάλο και σοβαρό.Και όχι μόνο για το σώμα και τον εγκέφαλο,αλλά και για την ψυχή και τη συμβολή του στον χαρακτήρα των παιδιών, μελλοντικών μεγάλων. Πολλά από όσα γίνονται στα τρία θα επαναλαμβάνονται στην ενήλικη ζωή τους.
Πρώτα όμως πρέπει να μιλήσουμε για τη σημασία του φαγητού και κυρίως για το τι σημαίνει για ένα μωρό και αργότερα παιδάκι η όλη διαδικασία από το τάισμα στο να τρώει μόνο του.
Μία διαδρομή πολύ σύνθετη και με σημασία πέραν της θρεπτικής ουσίας που λαμβάνει.
Μια μητέρα και ένας πατέρας, φυσικά, ξεκινούν την επαφή τους με το νεογέννητο μωρό τους με το τάισμά του. Και με το χάδι, το τραγούδι, την κουβεντούλα, θα μου πείτε. Σύμφωνοι. Όμως με το τάισμα, σημαντικότατο και για τους δύο, ξεκινάει η χειροπιαστή επικοινωνία με τον έναν να επιθυμεί να φάει και τον άλλον να επιθυμεί εξίσου επιτακτικά να ταΐσει! Ευτυχέστατη σύμπτωση, πρέπει να ομολογήσουμε όλοι.
Έτσι το τάισμα γίνεται σαν την πρώτη «γλώσσα», να το πούμε, που μιλάει ένας γονιός με το μωρό του.
Το μωρό δεν ξέρει άλλον τρόπο παρά το επιτακτικό κλάμα για να δηλώνει ότι αισθάνεται χάλια.
Λέω χάλια γιατί αυτό αισθάνεται ένα μωρό όταν πεινάει, χωρίς να ξέρει φυσικά γιατί.
Ξέρει η μητέρα όμως γιατί κλαίει το μωρό της και αμέσως τρέχει να το ταΐσει. Οπότε το μωρό αισθάνεται θαύμα!
Από χάλια θαύμα.
Με τον καιρό το μωρό συνειδητοποιεί ότι κάθε φορά που αισθάνεται χάλια το πλησιάζει ένας κύκλος με δυο κουκλάκια (ένα πρόσωπο) και αυτό, κάτι μαγικό κάνει και αισθάνεται θαύμα.
«Άρα», λέει το μωρό μέσα του, «καλό πράγμα αυτός ο κύκλος με τα κουκλάκια από τον έξω κόσμο, άρα καλός αυτός ο έξω κόσμος, στάσου να μεγαλώσω και εγώ να γίνω μέλος αυτού του κόσμου». Και όταν γράφω «λέει μέσα του» ένα μωρό, είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνετε πως εννοώ αισθάνεται.
Τώρα όσο πιο άμεσα, γρήγορα και ικανοποιητικά γίνεται αυτή η συνδιαλλαγή τόσο πιο καλά αισθάνεται ένα μωρό και έχει την αίσθηση ότι το καταλαβαίνουν και ικανοποιούν τις ανάγκες του. Άρα θα είμαι ένα σπουδαίο πρόσωπο, λέει. Αισθάνεται δηλαδή όπως είπαμε. Ακριβώς όπως κι εμείς όταν κάποιος μας καταλαβαίνει και μας δίνει αυτό που θέλουμε. Μόνο που το μωρό με όλα αυτά τα μικρά συμβάντα δημιουργεί σιγά σιγά την «εικόνα που έχει για τον εαυτό του». Που θα το συνοδεύσει όλη του τη ζωή και θα είναι αποφασιστική. Αποφασιστικότατη για την πορεία και ποιότητα της ζωής του.
Επειδή όμως τα μωρά δεν έχουν ιδέα από ωράρια και ρολόγια, δεν έχει νόημα να τα ταΐζει κανείς κάθε τρεις ή τέσσερις ώρες που λέγανε παλιά! Το μωρό δεν κλαίει πάντως από χαρά και ευχαρίστηση. Κλαίει γιατί κάτι του φταίει. Συνήθως γιατί πεινάει. Τι κάνεις λοιπόν; Περιμένεις με το ρολόι στο χέρι για μια ώρα, αφήνοντας το καημένο να σκάσει στο κλάμα; Και ίσως, εξουθενωμένο και παραπονεμένο, αποκοιμηθεί, οπότε το ξυπνάς για να το ταΐσεις τώρα που πέρασαν οι τρεις ώρες;
Ελπίζω, φυσικά, όχι. Όταν είναι στεγνό και κλαίει, ενώ όλα τα άλλα μοιάζουν καλά στην αγκαλιά σου, το πιθανότερο είναι ότι πεινάει. Οπότε το ταΐζουμε. Αυτό δεν υπαγορεύει η κοινή απλή λογική για κάποιον που αγαπάμε τόσο πολύ; Αυτά όλα ισχύουν φυσικά για το νεογέννητο.
Όσο το μωρό μεγαλώνει, το φαγητό και το τάισμα παραμένουν ένα καίριο θέμα. Με άλλες απαιτήσεις.
Γύρω στον ένα χρόνο το φαγητό… με τα χέρια γίνεται μεγάλο εργαλείο εξερεύνησης του κόσμου.
Γι’ αυτό κιόλας δεν είναι ανάγκη να πολτοποιούμε τα πάντα. Αλλιώς είναι να γεύεται ένα καρότο, μια πατάτα στο χέρι και άλλο μια μαλακή υγρή μάζα που θρέφει, ναι, αλλά δεν σου μαθαίνει τίποτα από τον έξω κόσμο. Και είναι πιο εύκολο ένα καθαρό μωρό με μια πετσέτα στον λαιμό που το ταΐζεις, παρά ένα πασαλειμμένο μωρό και πάτωμα, που εύχεσαι να μην έρθει κανένας μουσαφίρης ή καμιά γιαγιά και σε τσακίσουν σε αυτήν τη διαδικασία με το πασαλειμμένο μωρό σου. Το μωρό όμως εξερευνά και μαθαίνει τον έξω κόσμο. Και σιγά σιγά με το να κάνει μόνο του όλα αυτά τα καινούργια και δύσκολα πράγματα, όπως το να σημαδέψει το στόμα του με το κουτάλι, το κάνουν να αισθάνεται ικανό και ότι τα καταφέρνει. Μεγάλο επίτευγμα και μάθημα. Από τα πρώτα που καταφέρνει!
Και ερχόμαστε στα τρία… και δεν τρώει, μας λέει ο γονιός. Ή πάντως δεν τρώει όπως θα ήθελε ο γονιός. Στα τρία ένα φυσιολογικό παιδάκι βρίσκεται σε μία φάση που ο στόχος του είναι να αυτονομηθεί. Έχει γίνει ή γίνεται και πάει να στερεοποιηθεί η εκπαίδευση της τουαλέτας και έχει αρχίσει προνήπιο ή παιδικό σταθμό. Πολλά και μεγάλα καινούργια πράγματα και τα δυο, έχουν στόχο την αυτονόμησή του. Μεγάλο στρες. Με δύο θέματα που πρέπει να τα καταφέρει γιατί «είσαι πια μεγάλο παιδί» του λένε.
Είναι υποχρεωμένο αυτήν την εποχή να αφήσει τη βολή της μαλακής και βολικής πάνας και να μάχεται με την κρύα και σκληρή, άβολη τουαλέτα. Καθώς και τη θαλπωρή και βολή του γνώριμου σπιτιού του και της μαμάς του, για το άγνωστο περιβάλλον του παιδικού σταθμού.
Με όλα αυτά, συχνά μπορεί να του κόβεται η όρεξη του μικρού αυτού ανθρώπου. Ή με όλα αυτά τα υποχρεωτικά που έχει να κάνει, το φαγητό παραμένει κάτι στο οποίο μπορεί να έχει επιλογή. Και την ασκεί.
Και διαλέγει, ας το πούμε έτσι, να το αρνηθεί. Να μην περνάει πάντα η θέληση και πίεση των μεγάλων! Αυτό είναι μία ερμηνεία. Υπάρχουν και πάρα πολλές άλλες. Μπορεί να μην τρώει γιατί δεν του αρέσει το φαγητό (έχουν γούστα και τα παιδιά, όπως εμείς). Γιατί οι συνθήκες είναι δυσάρεστες. Γιατί το ταΐζουν ενώ θέλει να τρώει μόνο του. Γιατί έχει συνηθίσει να το ταΐζουν και μόνο του βαριέται ή είναι η μόνη ώρα της ημέρας που έχει την απόλυτη προσοχή της μαμάς του και θέλει να την υποχρεώσει να κάθεται δίπλα να το παρακαλάει.
Ποιος ξέρει ακριβώς γιατί δεν τρώει ένα μικρό παιδί; Κανείς. Ένα πράγμα όμως ξέρουμε: ότι καλό είναι να προσπαθήσει ο γονιός να μη γίνει το φαγητό πεδίο μάχης. Αυτό είναι το δύσκολο. Γιατί τότε μετατίθεται το θέμα από το φαγητό ως τροφή και ευχαρίστηση, στο φαγητό σαν πόλεμος με νικητές και ηττημένους.
Οι γονείς συχνά, και ιδιαίτερα οι μητέρες που μαγείρεψαν, το παίρνουν προσωπικά, «δεν θέλει το φαγητό μου, δεν θέλει εμένα» και πιέζουν… Και όσο πιέζουν τόσο το παιδί αντιστέκεται.
Ποια είναι η ιδεώδης κατάσταση; Τουλάχιστον στο πρωινό και στο βραδινό να τρώει όλη η οικογένεια μαζί. Να σερβίρεται το μικρό παιδί μόνο του, να τρώει μόνο του με λίγη βοήθεια εν ανάγκη. Η ατμόσφαιρα να είναι ευχάριστη και να γίνεται κουβέντα που να συμπεριλαμβάνει το παιδί και τι έκανε όλη μέρα… Στο τέλος μπορεί να πει κανείς «έλα, τρεις ακόμα μπουκιές και τελείωσες». Ξέρω όλους τους λόγους που κάτι τέτοιο μπορεί να είναι ή να μοιάζει δύσκολο. Έχει όμως τόσα καλά που μπορεί κανείς τουλάχιστον να το προσπαθήσει. Αν το πιστέψει. Ή πάντως παραλλαγές αυτού.
Κάτι δηλαδή με ευχάριστη ατμόσφαιρα και παρεούλα. Όχι τάισμα, όχι μπροστά στην τηλεόραση, όχι με μαλώματα και μπουκώματα με το ζόρι. Και αν επιμένει να μη φάει, ας μη φάει. Δεν θα πάθει τίποτα. Αν όμως δεν έχει φάει και σε λίγο μας λέει ότι πεινάει, όχι παγωτό, φυσικά. Γιαούρτι, ναι. Ή γάλα πριν κοιμηθεί.
Για το δύσκολο παιδί στο φαγητό θα προσπαθούσα να έχω πράγματα που του αρέσουν να τρώει. Εκτός από γλυκίσματα που είναι τόσο κακό να τα συνηθίσουν, που αξίζει κάθε προσπάθεια εναντίον τους.
Τα περισσότερα παιδιά ‒από τα τυχερά παιδιά που έχουν φαγητό σπίτι τους‒ με τον καιρό θα μάθουν να τα τρώνε όλα. Οπότε δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να αγωνιούμε, να το κάνουμε μεγάλο θέμα και να γίνεται καθημερινός καβγάς… Ο καβγάς και η ανάμνησή του θα παραμείνει.