ΚΡΙΣΕΙΣ ΠΑΝΙΚΟΥ ΣΤΗΝ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ

Την πρώτη φορά που η Ελένη ένιωσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην «καλοκουρδισμένη ευτυχία» που επιβάλλει η αναμονή του πρώτου μωρού ήταν όταν από τον πέμπτο μήνα και μετά η διάθεση άρχισε να «παίζει» από τη λύπη στις απανωτές εκρήξεις θυμού και σε ένα άγχος λίγο πιο πουσαρισμένο απ’ το συνηθισμένο.

Αλλά υπήρχαν πολλές δικαιολογίες από όλους ‒οι ορμόνες σου τρελαίνονται / όλες οι έγκυες έτσι νιώθουν / είσαι ούτως ή άλλως αγχώδης και τώρα που βλέπεις τη ζωή σου να αλλάζει αγχώνεσαι περισσότερο‒ οπότε, τι να κάνει η Ελένη, τις «αγόρασε» τις δικαιολογίες κι ας μην τις πολυπίστευε. Αγκιστρώθηκε από πάνω τους γιατί ήθελε πολύ να τις πιστέψει και κυρίως γιατί από πίσω έρχονταν κι ένα κάρο ενοχές με τη μορφή ακούραστων φωνών μέσα στο κεφάλι της: γιατί να μην είσαι ευτυχισμένη; άλλοι προσπαθούν 1.000.000 χρόνια και δεν τα καταφέρνουν/μα τι σε αγχώνει; τα έχεις όλα! Και πάνω απ’ όλα: μην αγχώνεσαι και στρεσάρεσαι πολύ, κάνεις κακό στο μωρό. Και το «κάνεις κακό στο μωρό» έκανε τελικά το πιο κακό απ’ όλα.

Όταν η κατάσταση άρχισε να σκοτεινιάζει περισσότερο από το υποφερτό, η Ελένη απευθύνθηκε στο ιδιωτικό μαιευτήριο όπου θα γεννούσε μιας και ο γυναικολόγος της ορθώς της είπε ότι τα ψυχολογικά προβλήματα στην εγκυμοσύνη θέλουν ειδικό χειρισμό, ειδικό ψυχολόγο. Το νοσοκομείο με τη σειρά του την έστειλε στην ψυχολόγο με την οποία συνεργαζόταν. Άλλωστε, στο link «ψυχολογική υποστήριξη» στο site του νοσοκομείου αναλυόταν διεξοδικά η σημασία της καλής ψυχολογίας στην εγκυμοσύνη.

Πριν χτυπήσει ακόμα το κουδούνι της γιατρού, η Ελένη άκουσε έξω από την πόρτα (ηχογραφημένα) πουλάκια να κελαηδούν και μουσική yoga να ξεχύνεται από το ηχοσύστημα του διαμερίσματος. Την υποδέχτηκε μια ψυχολόγος με πρόδηλη στην εμφάνισή της την αγωνία για μια αφύσικα νεανική εμφάνιση. Κι αφού η Ελένη εξομολογήθηκε –όχι χωρίς κάποια επιφύλαξη‒ τον πόνο και τις σκέψεις της, η ψυχολόγος πέρασε στις προτάσεις: ανθοϊάματα Bach και ενεργειακές πέτρες. Και στο τέλος: «70 ευρώ η συνεδρία με απόδειξη, 50 χωρίς».

Τελικά, η Ελένη βρήκε μια άλλη ψυχολόγο, όχι ειδικευμένη στο κομμάτι της ψυχολογίας της εγκυμοσύνης, αλλά ‒«τι έκπληξη»‒ έγκυος κι εκείνη και μάλιστα σε δίδυμα. Όταν οι συνεδρίες ξεκίνησαν η Ελένη άρχισε να νιώθει σαν να μιλάει σε φίλη της που την καταλαβαίνει 100% κι έτσι χαλάρωσε και αντιμετώπισε την κατάσταση εστιασμένη αποκλειστικά σε εκείνη την περίοδο, πράγμα που ήταν και το ζητούμενο. Ένα μήνα πριν από τη γέννα, στις διακοπές της, μεσούντος του καλοκαιριού –κι αφού η έγκυος ψυχολόγος είχε γεννήσει τα δικά της μωρά‒ η Ελένη έσφιξε τα δόντια και συνέχισε μόνη της την προσπάθεια να διώξει μακριά τις φοβίες, τις ανασφάλειες, τις κοφτές ανάσες, τα ξεσπάσματα.

Το δεύτερο κύμα χτύπησε ξανά αμέσως μετά τη γέννα με τη μορφή της απαξίωσης στον εαυτό της επειδή η Ελένη δεν είχε πιάσει το «στόχο» να γεννήσει το μωρό της μόνη της, με φυσιολογικό τοκετό, αλλά αντιθέτως είχε… εκπέσει στον υποβοηθούμενο τοκετό με χρήση βεντούζας. Η ενοχή άρχισε να στήνει το μικρό της πάρτι κι έτσι σύντομα άρχισε ξανά η δυσθυμία, οι εκρήξεις θυμού και τα καμπανάκια που χτυπούσαν κόκκινο. Το οικείο περιβάλλον παρακολουθούσε άλλοτε με συγκατάβαση άλλοτε με αγανάκτηση –είναι επιλόχειος κατάθλιψη / είναι η κούραση / το ξενύχτι / είναι ο παρορμητικός-αψυχολόγητος χαρακτήρας της. Πάντα όλα κατέληγαν στον χαρακτήρα της και φυσικά στις ορμόνες ‒ ο γυναικολόγος της είπε χαρακτηριστικά «θα καταβυθιστούν οι ορμόνες μετά τη γέννα, προετοιμάσου».

Όλα απλά, όλα απαντημένα. Άλλωστε το νέο άτυπο εγχειρίδιο της εγκυμοσύνης και της λοχείας τα βλέπει όλα –μα όλα‒ αυτά μέσα από το πρίσμα των baby blues. Baby blues και τελείωσες, baby blues κι όλα λύθηκαν. Για την Ελένη τίποτα δεν είχε λυθεί. Μετά από τρεις μήνες απανωτών φρικαρισμάτων βρέθηκε σε νέα ψυχολόγο, σοβαρή μεν αλλά με προβληματική μάλλον προσέγγιση μιας και η εις βάθος ψυχαναλυτική θεραπεία δεν ήταν η κατάλληλη επιλογή για εκείνη τη στιγμή που η Ελένη μέσα της «έβραζε» και το μωρό της την χρειαζόταν ψυχικά υγιή δίπλα του. Παρ’ όλα αυτά η Ελένη συνέχισε να μιλάει κι ενώ ψυχαναλυόταν έφτασε και η δεύτερη εγκυμοσύνη. Άλλωστε υπήρχαν και περίοδοι απόλυτης νηνεμίας χωρίς κανένα συννεφάκι στον ουρανό. Φευ!

Η δεύτερη εγκυμοσύνη άρχισε να μυρίζει μπαρούτι από νωρίς. Αυτήν τη φορά από τον τρίτο μήνα ήδη. Στον πέμπτο μήνα η Ελένη βρέθηκε ένα μεσημέρι σαν την τρελή στη Βουλιαγμένης να περπατά στο λιοπύρι μετά από επεισοδιακή απόδραση από το αυτοκίνητο έπειτα από ακόμα πιο επεισοδιακό καβγά με τον σύζυγο γύρω από ένα από τα μόνιμα προβλήματά τους, που όμως τώρα και με την αφορμή ενός δεύτερου παιδιού, μιας οικογένειας που μεγάλωνε, φαινόταν ακόμα πιο τρομαχτικό/επιτακτικό/διογκωμένο. Το οικείο περιβάλλον το ίδιο βιολί: οι ορμόνες της είναι σε τρανς. Κάπου εκεί στον 6ο μήνα, ένα πρωινό που μαγείρευε τα φασολάκια της στην κουζίνα η Ελένη άρχισε να έχει την αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι ακαθόριστο όμως, σαν μια απειλή. Η αναπνοή άρχισε να φαίνεται λίγη κι η καρδιά έστελνε σήμα ότι αισθάνεται τσιμπήματα. Πήρε τηλέφωνο τον νέο ψυχολόγο, ο οποίος συνεργαζόταν με το πανεπιστημιακό δημόσιο νοσοκομείο που θα γεννούσε αυτήν τη φορά. Πριν από εκείνο το πρωινό τον είχε ήδη δει δύο φορές. Της σύστησε να πάρει μισό Zanax των 0,5 εξηγώντας της διεξοδικά ότι κανένα κακό δεν θα κάνει το χάπι ενώ αντίθετα η κρίση πανικού δεν ήταν καλή για το έμβρυο. Η Ελένη τα ζύγισε κι από τα δύο ενοχικά συναισθήματα προτίμησε να μη βλάψει το μωρό με άγχος.

Όπως της εξήγησε μετά τη γέννα ο ψυχολόγος η έντονη αγωνία που νιώθει μια έγκυος που βιώνει κρίσεις πανικού απαιτεί ειδικό χειρισμό μιας και η έγκυος φοβάται ότι η χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων θα επηρεάσουν το έμβρυο αλλά φοβάται παράλληλα και τις συνέπειες των πιθανών κρίσεων πανικού στην ανάπτυξη του εμβρύου. Την ίδια στιγμή υπάρχει και η αγωνία για την πιθανότητα επιλόχειας κατάθλιψης και υποτροπής της διαταραχής πανικού. Μόλις άκουσε για χάπια και κρίσεις πανικού ο σύζυγος της Ελένης κατάλαβε ότι η γυναίκα του δεν συμπεριφερόταν έτσι επειδή «έτσι κάνουν όλες», αλλά γιατί το ζήτημα ήταν βαθύτερο και χρειαζόταν άλλη αντιμετώπιση. Τα χάπια βέβαια δεν του άρεσαν ως ιδέα. Ούτε και της Ελένης, γι’ αυτό και πήρε μόνο τρία μισά των 0, 5 mg μέχρι το τέλος της εγκυμοσύνης της, δύσκολης μέχρι την ημέρα που γέννησε, εγκυμοσύνης γεμάτης άγχος και πανικό με το περιβάλλον γύρω της να της φαίνεται ένα απόλυτα εχθρικό τοπίο.

Φυσικά λίγο μετά τη γέννα οι κρίσεις πανικού επέστρεψαν δριμύτερα και πήραν τη μορφή της υποχονδρίασης και της αρρωστοφοβίας. Τώρα πια η Ελένη φοβόταν για τον ίδιο της τον εαυτό κι όχι για το μωρό. Φοβόταν ότι θα πάθει ξαφνική καρδιακή προσβολή ή ότι θα προσβληθεί από κάποιον καρκίνο που δεν μπορεί να διαγνωστεί έγκαιρα. Το σώμα έστελνε λάθος σήματα ολοένα και πιο συχνά. Αλλά αυτήν τη φορά, η Ελένη συνέχισε από εκεί που είχε πιάσει το νήμα τη δεύτερη φορά. Στο σπάνιο «Ιατρείο Ψυχικής Υγείας Γυναικών» του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Αθηνών, μια δημόσια δομή για όλα τα προβλήματα των γυναικών (από τη Διαταραχή Πρόσληψης Τροφής, στην κατάθλιψη στην εγκυμοσύνη, στη λοχεία, στα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις κ.ά.).

Σύμφωνα με παλιότερο άρθρο του Γιάννη Ζέρβα, αναπληρωτή καθηγητή Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και της Αγγελικής Λεονάρδου, επιστημονικής συνεργάτιδος της Α΄ Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών: «Η περιγεννητική ψυχιατρική είναι ένας κλάδος της διασυνδετικής ψυχιατρικής που ασχολείται με τα ψυχιατρικά ζητήματα που προκύπτουν κατά τη φροντίδα εγκύων και λεχωίδων. Με πρώτη ματιά ένας τέτοιος κλάδος μοιάζει να αφορά μια ειδική περιοχή επιστημονικού ενδιαφέροντος και κατά συνέπεια μικρό μόνο μέρος των γενικών ψυχιάτρων. Εάν κοιτάξει όμως κανείς τις στατιστικές θα καταλάβει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Παρά την παλαιότερη πεποίθηση ότι η εγκυμοσύνη προστατεύει από ψυχικές διαταραχές, τουλάχιστον μία στις δέκα γυναίκες (10-15%) θα εμφανίσει κατάθλιψη στην περιγεννητική περίοδο, ενώ ο κίνδυνος σοβαρής μείζονος κατάθλιψης κατά τη διάρκεια της κύησης είναι 3,6-6,1%.Κάθε χρόνο περίπου 3.000 έως 6.000 γυναίκες θα εκδηλώσουν σοβαρή κατάθλιψη σε συνάρτηση με την εγκυμοσύνη τους. Σε μια πρόσφατη μελέτη μας, το 5% των γυναικών που εξετάσαμε με δομημένες ψυχιατρικές συνεντεύξεις δύο μήνες μετά τον τοκετό πληρούσε κριτήρια για μείζονα κατάθλιψη και άλλο ένα 7,4% για ελάσσονα κατάθλιψη».

Η Ελένη είδε σε αυτά τα νούμερα τον εαυτό της και πια ήξερε ότι αυτές οι εξάρσεις στην εγκυμοσύνη είχαν υπόβαθρο και προέρχονταν από άλυτα προβλήματα του παρελθόντος. Αισθάνθηκε τυχερή που τώρα βρισκόταν στα σωστά χέρια και πολύ λυπημένη για όσες υπόλοιπες παραμένουν έρμαια ενός ελλιπούς συστήματος υγείας – κι όχι μόνο στον δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Αισθάνθηκε λύπη για τα ανθοϊάματα Bach, για την ισχνή πληροφόρηση της κοινωνίας, για την τρομοκρατία ενάντια στα χάπια μιας και η σύγχρονη κοινωνική συνθήκη επιβάλλει να είμαστε πάντα υπερ-χαρούμενοι και όταν δεν είμαστε να λύνουμε το πρόβλημα μόνοι μας ως άλλοι υπερήρωες. Λύπη ακόμα για το καταπιεστικό lifestyle που θέλει τη μητέρα ένα ον που πρέπει να αφιερώνεται πάση θυσία στον υπέρτατο θεό, το μωρό της, ακόμα κι αν χρειαστεί η ίδια να πεταχτεί ολόκληρη στον κάλαθο των αχρήστων.