ΞΕΝΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: ΟΛΟΙ ΤΑ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ξένια ΚαλογεροπούλουΜε αφορμή το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης Το Σκλαβί, για δεύτερη διαδοχική σεζόν στο ΠΟΡΤΑ, έπειτα από 150 sold-out παραστάσεις και 60.000 θεατές πέρυσι, 19 χρόνια μετά την πρώτη φορά που το είδαμε επί σκηνής, το Ταλκ συζητά με την Ξένια Καλογεροπούλου για αυτή την ξεχωριστή δουλειά.

Καλησπέρα, κυρία Καλογεροπούλου. Χαίρομαι ιδιαίτερα που συναντιόμαστε ξανά. Το Σκλαβί σας επιστρέφει και φέτος στο ΠΟΡΤΑ. Και την πρώτη φορά που είχε ανέβει, πάλι είχε παιχτεί για δυο σεζόν.

Καλησπέρα και από εμένα. Πράγματι και πριν από 19 χρόνια Το Σκλαβί είχε παιχτεί για δυο χρονιές. Η καινούργια παράσταση, όμως, είναι πολύ διαφορετική απ’ την πρώτη και τη βρίσκω υπέροχη. Το χιούμορ και η συγκίνηση εναλλάσσονται συνεχώς και το έργο, που είναι σίγουρα το καλύτερό μου, παρουσιάζεται από έναν θίασο εξαιρετικών ηθοποιών σε μια εμπνευσμένη και ευρηματική συν-σκηνοθεσία, του Θωμά Μοσχόπουλου και της Σοφίας Πάσχου. Στα χρόνια που πέρασαν το ίδιο το θέατρο έχει αλλάξει. Αλλάξαμε κι εμείς. Ειδικά η οπτική του Θωμά είναι σήμερα τελείως διαφορετική. Και η συνεργασία του με τη Σοφία είναι εξαιρετικά δημιουργική. Ακόμη κι οι ηθοποιοί αλλιώτικα δουλεύουν τώρα πια. Τα μέσα είναι πιο απλά παρά ποτέ αλλά πιστεύω ότι το αποτέλεσμα είναι απρόσμενα μαγικό. Δεν είναι αρκετά όλα αυτά για να είναι ένα θέατρο γεμάτο για άλλη μια χρονιά;

To Σκλαβί είναι βασισμένο στο ομώνυμο συμιακό παραμύθι, όπως αυτό περιλαμβάνεται στη συλλογή Παραμύθια του λαού μας, που επιμελήθηκε ο Γιώργος Ιωάννου, καθώς και στον τόμο Το Φιδόδεντρο, που επιμελήθηκε ο Κώστας Καφαντάρης. Πώς ήρθατε σε επαφή με το κείμενο αυτό και πώς αποφασίσατε να το διασκευάσετε; Πώς «παίξατε» με το υλικό που είχατε στα χέρια σας και το μετατρέψατε σε έναν διαφορετικό κώδικα; Ποιες προκλήσεις κρύβει η μεταφορά του στη σκηνή;

Ψάχναμε μαζί με τον Θωμά μια ιδέα για να γράψουμε ένα έργο πραγματικά ελληνικό, αλλά όχι ιδιαίτερα «γραφικό». Έτυχε να διαβάσουμε κι οι δυο «Το Σκλαβί» στη συλλογή του Ιωάννου και νιώσαμε αμέσως ότι ήταν αυτό που ζητούσαμε. Δεν ήταν καθόλου εύκολη η μεταφορά του παραμυθιού στη σκηνή. Δε γνωρίζουμε πολλά για τους ήρωες των παραμυθιών και για όλα αυτά που κρύβονται πίσω από τις πράξεις τους. Μόνο τα γεγονότα μαθαίνουμε. Για να μεταφέρεις, όμως, ένα παραμύθι στη σκηνή είναι απαραίτητο να διαγνώσεις κι εκείνα που δε λέγονται. Μου πήρε πολύ καιρό για να το καταλάβω ή να φανταστώ τι κρύβει ή τι θα μπορούσε να κρύβει. Από κει και πέρα, όσο βυθιζόμουν στο παραμύθι τόσο ξεπρόβαιναν από την ιστορία πολύ ζωντανές εικόνες και οι εικόνες ήταν εκείνες που υπαγόρευαν τις λέξεις.

Η ιστορία τοποθετείται σε μια εποχή όπου «οι άλλες χώρες ήταν ακόμη μακρινές, που τα βιβλία τα γράφαν με το χέρι και που οι μέρες δεν περνούσαν τόσο γρήγορα». Είναι εύκολο να επικοινωνηθεί μια τέτοια ιστορία στο κοινό του 21ου αιώνα;

Το κοινό γοητεύεται πάντα από ιστορίες που η ουσία τους είναι διαχρονική. Που οι ήρωές τους νιώθουν αυτά που ένιωθαν πάντα οι άνθρωποι και που εξακολουθούν να τα νιώθουν ακόμη και σήμερα. Έτσι ήταν παλιά, έτσι είναι και σήμερα.

Θέλετε να μας αφηγηθείτε με λίγα λόγια το παραμύθι;

Δυο αγόρια γεννιούνται από τον ίδιο πατέρα Το ένα όμως είναι γιος βασιλιά και το άλλο το παιδί μιας σκλάβας. Τα δυο παιδιά, μεγαλώνουν μαζί αρμονικά και αγαπημένα, Μια μέρα όμως το βασιλόπουλο βλέπει τη ζωγραφιά μιας κοπέλας και την ερωτεύεται τόσο που αρρωσταίνει και κινδυνεύει να πεθάνει. Ο αδερφός του θα τον βοηθήσει να βρει την κοπέλα και ποτέ δεν θα παραδεχτεί ότι την αγάπησε κι εκείνος.

Όταν ανέβηκε για πρώτη φορά η παράσταση, πριν από 19 χρόνια, αποτέλεσε σταθμό όχι μόνο στην ιστορία του ΠΟΡΤΑ, αλλά του θεάτρου εν γένει. Πού νομίζετε ότι οφειλόταν αυτή η μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική του επιτυχία και τι σας άφησε ως παρακαταθήκη;

Νομίζω ότι η βαθιά συγκίνηση που μας προκάλεσε το παραμύθι μεταδόθηκε και στο κοινό. Σε μικρούς και μεγάλους. Αφηγηθήκαμε την ιστορία απλά και καθαρά και την αφήσαμε να μιλήσει μόνη της. Χρειάστηκε πάρα πολλή δουλειά για να φτάσουμε ως εκεί αλλά ο παιδεμός δεν φαινόταν καθόλου. Όλα έμοιαζαν αβίαστα και εύκολα. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν πολύ σπάνια. Κι όταν συμβαίνουν είναι μαγικά.

Αναφέρατε πριν ότι Το Σκλαβί είναι το καλύτερο έργο που έχετε γράψει. Γιατί, λοιπόν, άργησε τόσο πολύ να ξαναπαρουσιαστεί στο θέατρο απ’ όπου ξεκίνησε;

Το πρώτο ανέβασμα του Σκλαβιού ήταν μια πολύ ακριβή παραγωγή. Στα επόμενα χρόνια δεν μπορούσαμε πια να παρουσιάσουμε κάτι ανάλογο για καθαρά οικονομικούς λόγους. Τώρα όμως καταλάβαμε ότι τα πράγματα δεν είναι απαραίτητο να είναι τόσο περίπλοκα. Το αντίθετο μάλιστα.

Το Σκλαβί είναι ένα έργο που απευθύνεται εξίσου σε μικρούς και σε μεγάλους. Όταν γράφετε ένα θεατρικό έργο έχετε στο νου σας κάποιο συγκεκριμένο κοινό;

Όταν γράφω οτιδήποτε απευθύνομαι σε θεατές ή αναγνώστες που μοιάζουν με εμένα. Είναι το μόνο που ξέρω να κάνω.

Γιατί θεωρείτε πως σήμερα, στην εποχή της ταχείας και της- τολμώ να πω- περιττής πληροφορίας, στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και της κρίσης, τα παλιά, λαϊκά παραμύθια αγαπιούνται τόσο πολύ από τον κόσμο.

Όλοι τα χρειαζόμαστε τα παραμύθια… Άλλο αν τώρα μας τα παρουσιάζουν με σάλτσες, με ειδικά εφέ και ηθικοπλαστικές συνταγές. Τα λαϊκά παραμύθια διατηρούν την αξία τους με την απλοϊκότητά τους και τα μαγικά τους μυστικά.

Τέλος, γιατί θα λέγατε σε έναν γονιό να έρθει στο ΠΟΡΤΑ με το παιδί του να δουν Το Σκλαβί;

Γιατί θα περάσουν όλοι καλά. 

©Patroklos_Skafidas-8498

Info: Το Σκλαβί, που έγραψε η Ξένια Καλογεροπούλου, σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου και της Σοφίας Πάσχου και μουσική του Νίκου Κυπουργού, με τους Παντελή Βασιλόπουλο, Ελένη Βλάχου, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Αυγουστίνο Κούμουλο, Τζωρτζίνα Λιώση, Νάνσυ Μπούκλη, Φοίβο Συμεωνίδη και Δημήτρη Φουρλή, παίζεται στο ΠΟΡΤΑ (Μεσογείων 59) κάθε Κυριακή στις 11:00 και στις 15.00.