ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΞΕΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Την πρώτη μέρα στο προνήπιο η δασκάλα με χαστούκισε. Θυμάμαι ακόμα (ή έχω αναπλάσει την εικόνα στο μυαλό μου) μια τεράστια σκοτεινή αίθουσα με τα θρανία σε κύκλο και εμένα ως καινούργιο μαθητή να κάθομαι σε μια καρέκλα ανάμεσα σε δυο παιδιά, λίγο πιο πίσω τους, που κάτι έλεγαν. Ξαφνικά, η δασκάλα μού έριξε ένα γερό σκαμπίλι. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο. Μου λένε ότι ανέβασα πυρετό για μια βδομάδα και δεν ήθελα να ξαναπάω σχολείο.

Αλλά ξαναπήγα. Οι νέες δασκάλες ήταν καλές. Η μόνη εμφανής μορφή βίας λάμβανε χώρα στα διαλείμματα, όπου όλα τα αγοράκια καθόμασταν παρατεταγμένα στην αυλή με τα χαλίκια και σκάβαμε για να βρούμε σκουλήκια, τα οποία και τεμαχίζαμε με ξυλάκια. Μια μέρα είχα διαμελίσει οκτώ! Μόνο ένα παιδάκι δεν συμμετείχε σε αυτήν την ευχάριστη ομαδική δραστηριότητα. Στεκόταν παρακεί και παρατηρούσε. Παράξενο παιδάκι.

Στο δημοτικό συνάντησα άλλο ένα παράξενο παιδάκι. Έτρεχε πάνω-κάτω με προσποιητή χαρά και προσπαθούσε να γίνει αρεστός σε κάποιους. Μια μέρα, εκεί που παίζαμε μπίλιες, ήρθε και τις σταύρωσε λέγοντας «από χέρι αδερφής θα πιάσει». Δεν γνωρίζω την πορεία του. Υποθέτω η «αδερφή» παρέμεινε «αδερφή» καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολείου. Τον φαντάζομαι να προσπερνά τις προσβολές που δήθεν δεν κατάλαβε, να βαφτίζει το απροκάλυπτο μίσος πείραγμα, τη σωματική βία (ή και τον βιασμό) εκδήλωση απωθημένης συμπάθειας ή αγάπης. Να εξακολουθεί να χαμογελά στους «φίλους» που τον «πείραζαν». Ίσως, πάλι, μεγαλώνοντας αποφάσισε να κρύψει την «αδερφοσύνη» του (αν ήταν όντως πραγματική). Αν υπήρχαν άλλες αδερφές, ή αν υποψιαζόταν ότι υπάρχουν, θα τις απέφευγε, θα τις έβριζε, θα τις κορόιδευε, θα προκαλούσε πρώτος αυτός τους υπόλοιπους «άντρες» να τις χτυπήσουν όλοι μαζί. Όχι ότι οι άλλοι δεν γνωρίζουν, ασφαλώς, ότι προσποιείται. Το ξέρει και ο ίδιος ότι αργά ή γρήγορα θα είναι ο επόμενος.

Στο δημοτικό είχα ως επί το πλείστον καλούς δασκάλους (αν και θυμάμαι κάτι αυτιά ξεκολλημένα από το τράβηγμα). Ο κ. Κ. μάλιστα μας άφηνε να παίζουμε ποδόσφαιρο κάποιες μέρες με λιακάδα και όποτε με κοιτούσε να κοντρολάρω την μπάλα με τον μηρό έλεγε με ενθουσιασμό: «Βρε, αυτός θα γίνει ποδοσφαιριστής!» Αυτό όμως αποτελούσε απλά την απαρχή των λανθασμένων εκτιμήσεων για το πρόσωπό μου. Καλός ήμουν στο δημοτικό, δεν λέω. Αλλά στα 6 χρόνια γυμνασίου και λυκείου που ακολούθησαν, όλοι οι καθηγητές με θεωρούσαν καλό μαθητή, ενώ δεν ήμουν. Ήξερα να τους κοροϊδεύω, να μαντεύω τι ήθελαν, να το παίζω διαβαστερός χωρίς ποτέ να διαβάζω. Όπως ήξερα να συμπεριφέρομαι και απέναντι στους συμμαθητές μου ώστε να είμαι τουλάχιστον αποδεκτός, αν όχι δημοφιλής.

pink-floyd-the-wall-alan-parker

Η μεγαλύτερη μορφή βίας που μου ασκήθηκε δεν προερχόταν ούτε από δασκάλους, ούτε από συμμαθητές. Προερχόταν από το σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων (δεκαετία του ’90, με δέσμες) που ολοένα και πλησίαζαν, σίγουρες σαν τον θάνατο, θάνατος και ανάσταση, σε περίπτωση επιτυχίας, θάνατος και δεύτερος θάνατος, στη δική μου και αμέτρητων άλλων. Από την πρώτη γυμνασίου σκεφτόμασταν τις πανελλήνιες, έστω σαν μακρινό ορόσημο· την Τελική Κρίση όχι της ευφυΐας, του ήθους, ή έστω του περιβόητου «μέλλοντος» (είδαμε τι υποδοχή επεφύλασσε τελικά το μέλλον μας στα πτυχία), αλλά της αξίας μας, της ποιότητάς μας ως ανθρώπων, της επιτυχίας ή της αποτυχίας μας.

Μέσα σε ένα καλοκαίρι, στο πέρασμα από τη δευτέρα στην τρίτη λυκείου, μεταμορφώθηκα από ζωηρό πειραχτήρι σε εξουθενωμένο καταθλιπτικό. Επί 10 μήνες περνούσα πολλές ώρες καθημερινά κοιτάζοντας μια συγκεκριμένη σελίδα από το βιβλίο ιστορίας που έπρεπε να αποστηθίσω (μέχρι τη σελίδα 14-15 είχα φτάσει, εκεί και παρέμεινα), μαζί με περίπου χίλιες ακόμα σελίδες από τα υπόλοιπα μαθήματα. Ξενυχτούσα κοιτάζοντας τη συγκεκριμένη σελίδα, με αποτέλεσμα να πηγαίνω στο σχολείο σαν το ζόμπι. Η τάξη των τριτοδεσμιτών είχε τρεις σειρές από θρανία, η δεξιά σειρά με φοβόταν έτσι αγέλαστος και αμίλητος που είχα γίνει (εγώ καθόμουν στη μεσαία). Μια φορά γύρισα και τις κοίταξα ξαφνικά (μόνο κορίτσια κάθονταν εκεί) και τρόμαξαν. Ο καθηγητής των αρχαίων, που με είχε και στη δευτέρα λυκείου, απορούσε και ανησυχούσε με αυτήν μου τη μετάλλαξη.

Μετά τις πανελλήνιες, μεταφερμένος από την επαρχία στην Αθήνα και εντασσόμενος σε ένα περιβάλλον που δεν με γνώριζε, κατάλαβα ότι δεν ήμουν απλά αποτυχημένος, είχα γίνει και γω «παράξενος». Δεν μπορούσα να συμμετέχω στα χαζολογήματα των συνομηλίκων που προετοιμαζόμασταν από κοινού για μετάβαση στη γηραιά Αλβιόνα. Δοκίμασα να καπνίσω λίγο στην αρχή για να έχω κάτι να κάνω στα διαλείμματα, τελικά προτίμησα να κάθομαι στην αίθουσα και να κάνω ότι διαβάζω την Αθλητική Ηχώ, περιμένοντας να περάσει αυτό το μαρτύριο της καταναγκαστικής επικοινωνίας (στην περίπτωσή μου, μη-επικοινωνίας).

Η βία στο σχολικό περιβάλλον, επομένως, μπορεί να πάρει πολλές μορφές (ας μην ξεχνάμε και τη βία των μαθητών απέναντι στους συνεσταλμένους δασκάλους/καθηγητές ή τη βία των κομματικών παρατάξεων στα πανεπιστήμια). Περισσότερο υπόγεια, ωστόσο, είναι η βία του «λειτουργού» του συστήματος, μιας αντίληψης του δασκάλου/καθηγητή που τον θέλει υπηρέτη ενός πραγματικά ανόητου εκπαιδευτικού οικοδομήματος. Καθηγήτρια στη δευτέρα λυκείου διέκοψε άριστη μαθήτρια που έλεγε μάθημα, εννοείται παπαγαλία, επειδή ξέχασε ένα «και» (για να το έχει εκεί ο συγγραφέας είναι σημαντικό, αιτιολόγησε).

pink-floyd-250

Οι Πινκ Φλόιντ έκαναν διάσημη την εικόνα του μαθητή που συνθλίβεται στα γρανάζια του εκπαιδευτικού συστήματος και των καθηγητών που δεν τον αφήνουν να αναπτύξει τη φαντασία και τις ευαισθησίες του, αλλά τι γίνεται με τη βία που ασκείται στους ίδιους τους δασκάλους/καθηγητές; Τη βία της μοιραίας συμμόρφωσης/υποταγής στους κανόνες του παιχνιδιού και της επιθυμίας γονέων τε και μαθητάδων για επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο; Τι σχέση αμοιβαίας αδιαφορίας, εξάρτησης, ή και συνενοχής, δημιουργείται μεταξύ μαθητών και δασκάλων/καθηγητών, η οποία συνεχίζεται και στα πανεπιστήμια;

Η σχολική απόρριψη και βία τραυματίζουν, μερικές φορές για πάντα, τις ευαίσθητες και ακόμα αδιαμόρφωτες ψυχές, οι οποίες συνήθως επιλέγουν τον μοναχικό δρόμο της εσωτερίκευσης (διαβάστε οπωσδήποτε το εξαιρετικό άρθρο του κ. Τσαγκαρουσιάνου «Οι τραμπούκοι της ζωής μου», Lifo, 10/02/2015). Η αποδοχή και η επιδοκιμασία, ωστόσο, δεν είναι σε καμία περίπτωση αθώες. Δεν δυσφορούν μόνο οι καταπιεσμένοι, οι ενοχικοί, αυτοί που κάθονται στην τάξη στα διαλείμματα και προφασίζονται διάφορα για να μη χρειαστεί να έρθουν αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα της αυλής, όπου η κακία επιδεικνύεται ως διάδημα και ο χλευασμός αποτελεί το καθημερινό εισιτήριο της κανονικότητας.

Τι γίνεται με όσους γνωρίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού και τους παίζουν σωστά, τους αποδεκτούς που δεν αποδέχονται ακριβώς το γεγονός της αποδοχής τους, αυτούς που γνωρίζουν καλά, από προσωπική πείρα, ότι η προσποίηση και η συμβατικότητα ανταμείβονται, τους δημοφιλείς που σιχαίνονται τους θαυμαστές τους, αφού για να θαυμάζουν ένα προσωπείο δεν θα μπορούσαν ποτέ να ανεχθούν την αλήθεια τους; Τι άνθρωποι γίνονται αυτοί που κάνουν την προσποίηση και την υποταγή στις κοινωνικές συμβάσεις τρόπο ζωής; Ποιοι είναι άραγε αυτοί οι κοινωνικά αποδεκτοί και κατά πόσον για να γίνουν αποδεκτοί πρέπει να ασκήσουν ψυχολογική και σωματική βία σε άλλους; Μήπως ο εντοπισμός του αδύναμου και η εκμετάλλευσή του αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο κοινωνικοποίησης των «κανονικών» παιδιών; Μήπως σπρώχνουμε τα παιδιά μας να γίνουν θύτες για να μη γίνουν θύματα, εγκλωβίζοντάς τα σε έναν φαύλο κύκλο ανταγωνισμού και βίας, όπου η αυτοεκτίμηση εξαρτάται από τον αποκλεισμό ή εξευτελισμό κάποιου άλλου; Γιατί κακοί οι νταήδες, αλλά χειρότερα τα θύματα. Όχι να κάθεται να τις τρώει κιόλας.