ΠΙΟ ΤΕΛΕΙΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ. Η ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ

1d2e55f26d8c09a42ad22e8304ea3966Έι, αγαπητή μαμά, εσύ που έβαλες και πάλι μπρος για το σημερινό σου 100άρι, σταμάτα λίγο που θέλουμε κάτι να σου πούμε. Πάρε μια ανάσα, ντε. Ξεκούρασε λίγο το μυαλό σου από τα πολλά που το βαραίνουν ‒ τα οικονομικά σου πρέπει να δείχνουν super ακόμα κι εν μέσω κρίσης, τον εαυτό σου που πρέπει να δείχνει τρισευτυχισμένος, την οικογένεια που πρέπει να φαίνεται σε τέλεια κατάσταση, το οικοδόμημα που δεν πρέπει να εμφανίζει καμία ρωγμή. Όλο προς μια κατεύθυνση σε βλέπω να τρέχεις λαχανιασμένη. Γιατί;  

Τα βαθιά συντηρητικά στερεότυπα που λίγο έχουν μετακινηθεί από τη θέση τους στη σύγχρονη Ελλάδα  είναι μια πρώτη απάντηση. Για ακόμα μια φορά, η νέα γενιά γυναικών τα φόρτωσε όλα στην πλάτη της. Κι αν κάνουμε πρόοδο ως κοινωνία σε άλλα κομμάτια –στην αποδοχή των gay π.χ.‒ το βάρος της χρυσής-τέλειας μανούλας που θυσιάζεται πριν και πάνω απ’ όλα για την οικογένειά της είναι de facto. Άπαξ κι έρθει το μωρό, τα βλέμματα της κοινωνίας καρφώνονται πάνω μας έτοιμα να μας βαθμολογήσουν ανά πάσα ώρα και στιγμή. Φυσικά, το γεγονός ότι ακόμα και πριν από την κρίση η παράδοση για τους νέους στην Ελλάδα ήταν να μένουν με τους γονείς τους μέχρι τον γάμο δείχνει πολλά για τον βαθμό του επηρεασμού μας από αυτά τα πρότυπα. Καθώς ίσως υποψιάζεστε, λοιπόν, είναι τα ίδια αυτά στερεότυπα που κάνουν το περίφημο «γυναικείο βιολογικό ρολόι» να κουδουνίζει σαν τρελό εκεί γύρω στα τριάντα.

Ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Ματθαίος Γιωσαφάτ στο βιβλίο του «Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί;» (εκδ. Αρμός) σημειώνει: «Πολύ συχνά η γυναίκα συγχέει το βιολογικό ρολόι με το αντίστοιχο κοινωνικό. Η απόλυτη ολοκλήρωση έρχεται όντως παράλληλα με την άφιξη ενός παιδιού, υπάρχει όμως και ένα μικρότερο ποσοστό γυναικών που αδιαφορεί για τη μητρότητα.“Τώρα μπορεί να μη σε νοιάζει, έχεις την καριέρα σου. Όταν φθάσεις όμως στα σαράντα, θα το μετανιώσεις που δεν έκανες παιδιά” ακούει πολύ συχνά από τη μητέρα και τους φίλους, νιώθοντας όλο και περισσότερο ως μίασμα μιας κοινωνίας που θεωρεί ότι ο γάμος είναι το απαραίτητο happy end στη ζωή κάθε “φυσιολογικού ανθρώπου’’».

Μάλιστα στην Ελλάδα της κρίσης αυτά τα συντηρητικά στερεότυπα μοιάζουν να παίρνουν κεφάλι. H μεγάλη δυσκολία που συναντούν οι μητέρες στον εργασιακό χώρο –ο οποίος ούτως ή άλλως για εκείνες δεν ήταν ποτέ στρωμένος με ρόδα‒, οι περικοπές στους μισθούς, η καθήλωση στο ίδιο σημείο χωρίς καμία εξέλιξη, το πολεμικό σκηνικό που αντιμετωπίζουν πολλές γυναίκες στη δουλειά τους αφού γίνουν μητέρες αλλά και οι απολύσεις έχουν οδηγήσει πολλές πίσω στα σπίτια τους. Αυτή η κακή εργασιακή συγκυρία –τουλάχιστον για όσες δεν καταφέρνουν εύκολα να τη μετατρέψουν σε freelance εργασία από το σπίτι‒ πολλές φορές οδηγεί τις γυναίκες στην αγιοποίηση της φροντίδας του παιδιού-παιδιών αλλά και του σπιτιού της. Και κάπως έτσι όλη η ανάγκη για δημιουργία πέφτει πάνω σε χαλιά, κουρτίνες, συνταγές με κινόα και ατελείωτη συλλογή πληροφοριών για το πώς θα μεταμορφωθεί η νέα τέλεια μανούλα σε τέλεια μαγείρισσα, τέλεια οικογενειακή γιατρό κ.ο.κ. Αυτήν τη λες και ευνουχισμένη τελειότητα.

Σε αυτό το σημείο, η προσδοκία-απαίτηση του τέλειου… θύματος να γίνονται τα πράγματα με τον δικό του τρόπο, αφού τα κάνει όλα τέλεια και προσφέρει πολλά γρήγορα, το οδηγεί στην επιθυμία για τη δελεαστική θέση του αρχηγού στην οικογένεια. Κάπως έτσι δεν γινόταν και στη δική μας οικογένεια; Κι όμως. Δεν είναι (προνομιούχα η θέση του αρχηγού). Δεν μας το έμαθε γαμώτο η μαμά μας τόσα χρόνια αυτό; Ο αρχηγός είναι αρχηγός μόνο στα χαρτιά. Και δεδομένου ότι τα σπίτια μας δεν διαθέτουν υπηρετικό προσωπικό, τις πολλές εντολές που δίνουμε εμείς τις εκτελούμε στο τέλος. Εμείς είμαστε υπεύθυνες για τη διατροφή της οικογένειας, για την εκτέλεση αυτής της διατροφής, για το διάβασμα, για την επιτυχία των παιδιών, για την ολάνθιστη γαρδένια στη βεράντα, για τη μοσχομυριστή μηλόπιτα, για το σπίτι που αστράφτει, για το σώμα μας που μένει fit και στο τέλος για τον εναγκαλισμό μας με τον ψυχαναγκασμό στον οποίο μας οδήγησε η τελειότητα σε συνδυασμό με τις πολλές πληροφορίες που έκαναν το μυαλό μας πουρέ. 

«Όλο και περισσότερες γυναίκες στοιχειώνονται από ένα καθήκον να τα καταφέρουν όλα. Είναι η τυραννία των πρέπει» αναφέρει η δρ κλινική ψυχολόγος- ψυχοθεραπεύτρια Μυρσίνη Κωστοπούλου στο βιβλίο της «Μιλώντας για εμάς και τα προβλήματά μας» (εκδ. Καστανιώτης) και συνεχίζει: «Βυθιζόμενες στη νοσηρότητα της τελειομανίας απαιτούν από τον εαυτό τους μια υψηλότερη από τον μέσο όρο αποδοτικότητα και απόδοση, με αποτέλεσμα να μη δέχονται οτιδήποτε λιγότερο από ‘‘το τέλειο’’. ‘‘Τίποτα δεν είναι αρκετό’’, ‘‘Πάντα υπάρχει χώρος για προσωπική βελτίωση’’. Το ‘‘όλο και περισσότερο’’, ‘‘όλο και καλύτερα’’ καθιστά τη γυναίκα έρμαιο ενός ιδανικού στόχου, ο οποίος συχνά απέχει από τις αληθινές επιτυχίες της και τη φέρνει σε σύγκρουση με αυτές. Υποκύπτει στον ψυχαναγκασμό μιας απαίτησης για επιτυχία σε όλους τους ρόλους της (μητέρα, κόρη, σύζυγος, εργαζόμενη, φίλη), με αποτέλεσμα να νιώθει ότι αυτό που κάνει είναι πάντα λιγότερο από αυτό που θα μπορούσε». Και ποιες συνέπειες καραδοκούν στην προσπάθειά μας να αγγίξουμε την τελειότητα; Οι ψυχολογικές έρευνες μας αποκαλύπτουν ότι η τελειομανία συνδέεται και συχνά αποτελεί παράγοντα προδιάθεσης σε οργανικές και ψυχιατρικές ασθένειες όπως τα καρδιακά νοσήματα, η ψυχογενής ανορεξία, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, οι διαταραχές προσωπικότητας κ.ά. 

Και μέσα σε όλα έχουμε και την επιταγή για κοινωνική καταξίωση και (επίπλαστη) επιτυχία να μας περιμένουν σε μια οθόνη δίπλα μας για να μας ρωτήσουν «τι έκανες εσύ γι’ αυτά σήμερα»; Οι γυναίκες που «καταλαμβάνουν» τις οθόνες μας, οι star, οι πλούσιες-επώνυμες-«επαγγελματίες» μαμάδες είναι το νέο βούτυρο στο ψωμί των media, το ιδανικό «εργαλείο» για να μας αυθυποβάλλει ότι ο μόνος δρόμος για την ευτυχία είναι να καταναλώνουμε όσο περισσότερα μπορούμε (από πολυμορφικά σούπερ καροτσάκια μέχρι εξειδικευμένα, βιολογικά καλλυντικά) για να έχουμε ευτυχισμένο το μωράκι μας και την οικογένειά μας. Κι όσο οι διάσημες φωτογραφίζονται ανέμελες τόσο εμείς καταπίνουμε λαίμαργα και ταυτόχρονα λυπημένα τις ιλουστρέ εικόνες τους στο internet και στα περιοδικά. 

Πάντως, αν σας ενδιαφέρει και η ψυχαναλυτική πλευρά της «τελειοθηρίας» που μας έχει αρπάξει από τα μαλλιά και μας πηγαίνει, ας μην ξεχνάμε και πώς περάσαμε την εφηβική μας ηλικία αλλά και τα χρόνια του πανεπιστημίου. Πολύ πιθανόν η μαμά σας, όπως και όλες οι μαμάδες που… μεγαλούργησαν τις «εύφορες» δεκαετίες ’90’s και ’00’s, να σας μιλούσε πολύ για τους στόχους και την αξία τους διότι αν τους πετυχαίνατε θα βρισκόσασταν σύντομα αγκαλιά με την επιτυχία (όπου επιτυχία=λεφτά). Είναι πολλές οι προσδοκίες που συνετρίβησαν στους ώμους μας στα χρόνια της κρίσης.

Πάντως, για να κλείσουμε ευχάριστα την κουβέντα ας σταθούμε λίγο σε μια πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στον Guardian η γνωστή για το παγκοσμίως bestseller «Eat, Pray, Love» Αμερικανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος Elisabeth Gilbert, όπου ανάμεσα σε άλλα είπε: «Οι γυναίκες δυσκολεύονται περισσότερο από τους άντρες να πάρουν ρίσκα γιατί φοβούνται την αποτυχία. Ο φόβος της αποτυχίας είναι ένας δαίμονας που κάνει πολύ πιο έντονη την παρουσία του στη ζωή των γυναικών απ’ ό,τι στων αντρών και εκφράζεται με τη λογική ‘‘δεν μου επιτρέπεται να πάρω σημαντικές αποφάσεις πριν εγώ να είμαι τέλεια και η δουλειά μου, τα αποτελέσματα που φέρνω, το ίδιο’’. Για εμένα αυτή η λογική είναι ο εχθρός όλων των καλών πραγμάτων. Η τελειότητα δολοφονεί τη χαρά. Βγάζεις τον εαυτό σου έξω από το παιχνίδι πριν καν αυτό ξεκινήσει. Και τον βγάζεις έξω από το παιχνίδι γιατί θεωρείς ότι ποτέ δεν θα φτάσεις την απόλυτη τελειότητα που έχεις θέσει στον εαυτό σου ως τη μόνη αποδεκτή συνθήκη. Στην πραγματικότητα αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να παραδίδουμε τη δουλειά μας σε όλα τα πεδία, που να μην είναι τέλεια χωρίς να αισθανόμαστε άσχημα γι’ αυτό. Είναι δουλειά για την οποία έχουμε πασχίσει κι αυτό δεν αλλάζει. Άλλωστε, ποτέ δεν πρόκειται να ευχαριστήσουμε τους πάντες. Υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκουν την Καπέλα Σιξτίνα κακόγουστη…»