24 ΩΡΕΣ ΜΑΜΑ: ΛΥΔΙΑ ΜΟΥΤΑΦΗ

Λυδία ΜουτάφηΗ Λυδία Μουτάφη είναι τυχερή γιατί είναι μαμά. Ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο δύσκολο, ό,τι πιο δυνατό της συμβαίνει, όλα πηγάζουν από αυτό.

7:00        Η μέρα μάς ξυπνάει (βασικά, το πάντα εκνευριστικό ξυπνητήρι μάς ξυπνάει, αλλά είναι καλό να ξεκινάμε με θετική διάθεση). Το σπίτι πλημμυρίζει από την γλυκά διεγερτική μυρωδιά του καφέ. Ένα γρήγορο ντους, ρούχα, μακιγιάζ και λίγο άρωμα για να δώσω στη μέρα μου τη νότα που θέλω. Τα λίγα ολόδικά μου λεπτά.

7:25        Ώρα να ξυπνήσει η Ναυσικά –αν δεν έχει ήδη έρθει νυχοπατώντας να με τρομάξει, γεμίζοντας το σπίτι με πρωινά γαργαριστά χαχανιτά. Πρωινό στην κουζίνα, λίγο καφέ στο πόδι για μένα, με την απαραίτητα ακούσματα των νυχτερινών παιδικών ονείρων. Συνήθως είναι ιστορίες για φιλενάδες που τρέχουν σε λιβάδια με πολύχρωμα λουλούδια πλαισιωμένα από χρωματιστά ουράνια τόξα. Το παιδί μου βλέπει στον ύπνο της τη Χάιντι ή το Μικρό σπίτι στο λιβάδι, σκέφτομαι. Μακάρι τόσο ανάλαφρα να είναι πάντα τα όνειρά της.

7:45        Η πιο δύσκολη ώρα απ΄ όλες: του ντυσίματος. Ζηλεύω τις μαμάδες εκείνες που δεν αφήνουν στα παιδιά τους περιθώριο στιλιστικής επιλογής. Θεώρησα ότι ήμουν ανοιχτόμυαλη δίνοντας στην κόρη μου από μωρό λόγο στο ντύσιμο. Και αυτό ήταν λάθος. Και το πληρώνω καθημερινά. Ευτυχώς, είναι καλό παιδί, και ανάμεσα στις τσιρίδες του τύπου «δεν θέλω να βάλω φόρμα σου λέω, θέλω ένα φόρεμα» ή «δεν μου αρέσει αυτή η μπλούζα, την έβαλα πάλι αύριο (δηλαδή εχθές, αλλά δεν έχουμε ξεκαθαρίσει απόλυτα τους χρονικούς προσδιορισμούς)», καμιά φορά με ακούει. Και φεύγουμε στην ώρα μας.

8:10        Στον δρόμο για τον παιδικό σταθμό. Αν και είναι η τέταρτη χρονιά που πάει σχολείο και είναι πλέον στο προνήπιο, η κόρη μου γαντζώνεται πάνω μου καθημερινά: «Ένα ακόμα, τελευταίο φιλάκι». «Δεν θέλω να πάω σχολείο, θέλω να κάνουμε κοπάνα από τη δουλειά σου και να πάμε βόλτα». Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν κάνω κοπάνα από τη δουλειά μου, έκανα το λάθος να της αναφέρω μια μέρα τη λέξη «κοπάνα» και της καλάρεσε. Νομίζω ότι θα το βρω μπροστά μου και αυτό αργότερα. Κάπως έτσι, είναι φορές που καταλήγει να την ξε-γαντζώνει από πάνω μου η δασκάλα της κι εγώ να έχω περάσει ένα τέταρτο καθισμένη στο μικροσκοπικό παγκάκι, κάτω από μικροσκοπικά πολύχρωμα μπουφάν. Θα γίνεται για πάντα αυτό; Σκέφτομαι και αγχώνομαι. Και μετά, λίγο πιο ψύχραιμα, σκέφτομαι πως θα έρθει η εποχή που με το ζόρι θα με χαιρετάει. Χαλάλι, το τωρινό.

8:30        Χτυπάω την κάρτα μου στη δουλειά (ναι, κάνω αυτό το άχαρο πράγμα τα τελευταία σχεδόν δυο χρόνια και παραδόξως έχω αρχίσει να το συνηθίζω).

16:30     Ξανά-χτυπάω την κάρτα μου και πάω να συνεχίσω από εκεί που διέκοψα με τον λουκουμά μου, τη Ναυσικά μου.

16:45     Παραλαβή της Ναυσικάς από την γιαγιά και τον παππού. Συνήθως παραμένει μυστήριο η ποσότητα της σοκολάτας που έχει φάει κάθε μέρα γυρίζοντας από το σχολείο, στη μία ώρα που μεσολαβεί μέχρι να την πάρουμε. Η Ναυσικά, το πρώτο και μοναδικό προς το παρόν παιδί της πατρικής οικογένειάς μου, έχει δηλώσει σε όλους τους τόνους ότι «Στο σπίτι της γιαγιάς θα κάνω ό,τι θέλω». Και το κάνει, με πολύ μεγάλη επιτυχία. Κάθε προσπάθειά μου να επιβληθώ ως μαμά έχει αποβεί άκαρπη.

16:55     Αφήνω τη Ναυσικά στο μπαλέτο. Εδώ δεν έχει πολλές αγκαλιές, δεν υπάρχει δε καμία διάθεση για κοπάνα. Το παιδί θέλει να γίνει μπαλαρίνα. Και το έχει πάρει πολύ στα σοβαρά. Την ώρα που χορεύει στο παρκέ με τις μουσικές από το πιάνο της κυρίας Δέσποινας, εγώ χορογραφώ τον εαυτό μου στους διαδρόμους του σούπερ-μάρκετ. Χρειάζεται κι εκεί συντονισμός, πειθαρχία και σκέψη, συμφωνείτε; Γιατί πρέπει να είμαι στην ώρα μου να πάρω την μπαλαρίνα μου από το μάθημα.

18:05     Μαζευόμαστε σπίτι. Σήμερα δεν θα πάμε πουθενά. Βγάζω τα τακούνια μου και προτείνω στη Ναυσικά να φτιάξουμε κουλουράκια κανέλας. Την χαζεύω να δουλεύει τη ζύμη με τα χεράκια της και σε λίγο μεθάμε από τις μυρωδιές που βγαίνουν από τον φούρνο. Την ώρα που η Ναυσικά –ευτυχώς– παίζει με τον μπαμπά της, ετοιμάζω το φαγητό της επόμενης μέρας. Και σκέφτομαι ότι θέλω να βρω τον χρόνο να αρχίσω να γράφω μία ιστορία που σκέφτηκα.

20:00     Ξεκινάει η βραδινή ρουτίνα της Ναυσικάς, που αρχίζει πάντα με το μπάνιο της. Τις μέρες που έχουμε λούσιμο θαυμάζω την υπομονή μου γιατί, ενώ για κάποιον λόγο το καλοκαίρι δεν σταματούσε να βουτάει σαν τρελή στην πισίνα, τώρα παθαίνει πανικό με την παραμικρή σταγονίτσα που θα πέσει κοντά στο μάτι της. Και φυσικά, δεν νοείται ύπνος αν πρώτα δεν διαβάσουμε βιβλίο. Το ξέρατε ότι είναι αδύνατο να κοιμηθεί κανείς χωρίς βιβλίο; Και ότι είναι η μεγαλύτερη δυνατή τιμωρία, ικανή να δημιουργήσει απίστευτο δράμα; Πολύ χαίρομαι που είναι τόσο σημαντικά τα βιβλία για το παιδί μου!

21:00        Είναι η ώρα για τις αγκαλιές, τα φιλιά, τα χάδια και τα γλυκόλογα με την κόρη μου. Η ώρα που λέμε και δείχνουμε η μία στην άλλη πόσο πολύ αγαπιόμαστε. Και πόσο θα λείψουμε η μία στην άλλη τις ώρες που θα κοιμόμαστε. Και που σκαρώνουμε δικά μας στιχάκια, άλλα πιο γλυκά, άλλα πιο πονηρά, και γελάμε πολύ. Και που μου εξομολογείται τα μυστικά της. Αυτή η ώρα, γεμάτη πνιχτά και άλλα, δυνατά γέλια, είναι για μένα η καλύτερη της ημέρας.

21:30        Μετά τη δύση της δική της μέρα, δεν απομένει πολύ ώρα για το κλείσιμο και της δικής μου.  Εκεί που η ώρα πλησιάζει 10:30 και η σειρά στο Netflix έχει γράψει σχεδόν ένα μισάωρο, τα βλέφαρά μου κλείνουν. Και δεν ανοίγουν, όση δύναμη κι αν βάζω. Κάποτε, όταν ξενυχτούσα ξέφρενα πίνοντας και χορεύοντας στα μπαράκια με φίλους, νόμιζα πως ήμουν νυχτερινός τύπος. Έκανα λάθος. Καληνύχτα μας.

Το κυνήγι του λουκουμά

Η Λυδία Μουτάφη σπούδασε αγγλική φιλολογία στην Αθήνα και λογοτεχνία, θέατρο και δημοσιογραφία στο Λονδίνο. Εργάστηκε για χρόνια σε τηλεοπτικές εκπομπές πολιτισμού και έρευνας ως δημοσιογράφος, ενώ παράλληλα έγραφε σε περιοδικά. Σήμερα εργάζεται στον τομέα του μάρκετινγκ. Το 2014 μπήκε στη ζωή της η Ναυσικά της. Από τότε, κάθε μέρα παίζει, χορεύει, τραγουδάει, πλάθει κόσμους μαγικούς και δραπετεύει με ευκολία σε αυτούς! Το βιβλίο της «Το κυνήγι του λουκουμά» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θερμαϊκός.