ΕΣΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΤΕ; ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΣΤΕΙΛΕΤΕ ΣΤΙΣ Μ.Ε.Θ.

ΜΕΘΗ πρώτη μου εμπειρία ως συνοδού έξω από εντατική ήταν τον Δεκέμβριο του 1992. Ήμουν 12 ετών και είχα ταξιδέψει τρομαγμένη και ασυνόδευτη στο Λονδίνο, όπου ο πατέρας μου είχε εγχειριστεί στην καρδιά [ένα πολύ δύσκολο χειρουργείο, λίγο πριν ανοίξει το Ωνάσειο]. Το θυμάμαι σαν χτες. Με παρέλαβαν από το Χίθροου ο Γιάνης με τη Μαργαρίτα, περαστικοί τότε ευτυχώς από την πόλη, και με πήγαν στη μαμά μου, που περίμενε κάτωχρη και τουρτουρίζοντας από το κρύο και τον φόβο (είχαν περάσει μόλις τρία εικοσιτετράωρα από το χειρουργείο και ο κίνδυνος δεν είχε ξεπεραστεί) έξω από το Guy’s Nuffield Hospital. Πήγαμε μαζί έξω από τη μονάδα. Τη ΜΕΘ, την Intensive Care Unit. Με τους Άγγλους γιατρούς που μιλούσαν οξφορδιανά αγγλικά και δεν καταλαβαίναμε γρι. Με τις μάσκες και τις καλύπτρες κεφαλής και τις ρόμπες και τα ποδονάρια που μας έδιναν οι νοσοκόμες για να μπούμε να δούμε τον μπαμπά για δέκα λεπτά το πρωί και δέκα το απόγευμα. Με τα μηχανήματα που ξέρναγαν παράξενους θορύβους. Το πρώτο σφίξιμο στο στομάχι, ή μάλλον όχι, σε ολόκληρο το σώμα, ένα σφίξιμο που έμελλε να κρατήσει για πολλά χρόνια ακόμα… Αντικειμενικά, σε σχέση με όσα ακολούθησαν, αυτή η εμπειρία ήταν light. Όλα πήγαν ρολόι. Σε δυο μέρες, ο μπαμπάς βγήκε από την εντατική, νοσηλεύτηκε στον θάλαμο μέχρι και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και, αφού μείναμε για ψυχοφθόρους ελέγχους κάνα δεκαήμερο ακόμα στο Λονδίνο, το οποίο μόλις την προηγούμενη χρονιά είχα πρωτοεπισκεφτεί ως προέφηβη ενθουσιασμένη τουρίστρια, επιστρέψαμε στην Ελλάδα.

Από καρδιά, ο μπαμπάς πήγε άριστα, παρά την αλλαγή βαλβίδας και το πολλαπλό bypass. Όμως, είχε την ατυχία να χτυπηθεί λίγο καιρό μετά από ένα ιδιαίτερα σπάνιο νόσημα, αυτοάνοσο, το οποίο τον έβαλε στην εντατική τουλάχιστον άλλες 20 φορές, μέχρι να πεθάνει στις αρχές του 2010 (από κάτι εντελώς άσχετο, από έναν μικροκυτταρικό και ιδιαίτερα επιθετικό καρκίνο στον πνεύμονα, ίσως και παρενέργεια μιας σειράς από πειραματικές θεραπείες στις οποίες είχε υποβληθεί τα προηγούμενα χρόνια για μια νόσο σχεδόν άγνωστη τότε στη χώρα μας). Έτσι, λοιπόν, εγώ από την εφηβεία μου έως και τα τριάντα μου χρόνια ήμουν τακτική θαμώνας των σκοτεινών, θλιβερών, ψυχρών, απαίσιων διαδρόμων έξω από τις ΜΕΘ: Ευαγγελισμός, Ιπποκράτειο, Ευγενίδειο, Γεννηματάς και φυσικά, βασιλιάς όλων, Λαϊκό. Τα 18 χρόνια στα νοσοκομεία, μέσα και έξω από τις μονάδες, έξω από τα χειρουργεία, μέσα και έξω από τους θαλάμους, μου έχουν αφήσει ένα τραύμα αγιάτρευτο, παρά τις παντός τύπου θεραπείες που ακολούθησα.

Στα -θεωρητικά- καλύτερα χρόνια της ζωής μου ερωτεύτηκα με φόβο, έδωσα πανελλήνιες διαβάζοντας σε νοσοκομειακά σαλόνια, δεν πήγα σε πολλά πάρτι και σε πολλές συναυλίες και σε πολλά κλαμπάκια, έχασα παραδόσεις στο Πανεπιστήμιο, έδιωξα γκόμενους που δεν καταλάβαιναν το ιδιότυπο hospital oriented λαϊφστάιλ της οικογένειάς μου, ένιωθα μόνη, έχασα ταξίδια, δεν πήγα διακοπές (ή -ακόμα χειρότερα- πήγα και γύρισα άρον άρον), απέρριψα δουλειές-διαμάντια, δε βίωσα όσο ήθελα και όπως ήθελα τους πρώτους μήνες του μωρού μου και έμαθα να ζω με ένα μόνιμο στρες. Όχι ότι δεν έκανα πράγματα, φυσικά και έκανα. Πολλά, αλλά ελάχιστα μπροστά σε όλα όσα θα μπορούσα να κάνω υπό Κ.Σ. Και προφανώς ό,τι έκανα το έκανα με ένα κινητό στο χέρι (ήμαστε από τις πρώτες οικογένειες που αποκτήσαμε κινητό στην Ελλάδα, το 1997, λόγω της κατάστασης), με τηλεφωνήματα ανά δυο ώρες, με το μυαλό μου αλλού, με τη φοβία ότι μου λένε ψέματα για να ζήσω έστω και δυο ώρες από τη ζωή μου (είχε συμβεί ουκ ολίγες φορές), χωρίς ξενοιασιά, χωρίς ανεμελιά.

Και βέβαια, στη ζωή μας μπήκε και μια άλλη λέξη: Η ανοσοκαταστολή. Το να ζεις με έναν ανοσοκατεσταλμένο ασθενή, ενώ εσύ κινείσαι κανονικά στην κοινωνία, έχει κόστος. Η απολύμανση των χεριών και των ρούχων, η μάσκα (ναι, ναι, η μάσκα εναντίον της οποίας ωρύεστε σήμερα) και η αποστασιοποίησή μου από τους γονείς μου μού είναι γνωστά από τα μακρινά νάιντις. Από τα δεκαοχτώ μου έμενα σε δικό μου διαμέρισμα, ώστε να μπορώ να έχω προσωπική ζωή, πήγαινα να τους δω πάντοτε καλοπλυμένη και όποτε αρρώσταινα αυτοφροντιζόμουν, δεχόμενη απλώς τις μαμαδίστικες σούπες έξω από την πόρτα μου. Πόσες φορές, όταν σήκωνε ο μπαμπάς έναν ξαφνικό πυρετό που τον έστελνε αυτόματα στο νοσοκομείο, είχα τύψεις ότι μπορεί να τον είχα κολλήσει εγώ, λόγω ελλιπών μέτρων υγιεινής… Πόσες φορές έσκασαν τα χέρια μου από τα πολλά απολυμαντικά… Πόσα καλοκαίρια πέρασα στην άδεια Αθήνα…

Δεν παραπονέθηκα ποτέ. That’s life. Όμως, τις ατέλειωτες ώρες έξω από τις ΜΕΘ, και κυρίως όταν άνοιγε η πόρτα και δεν ήξερες τι θα ακούσεις, καλό ή κακό, και προσπαθούσες να ψυχολογήσεις τον γιατρό, αναρωτιόμουν “Γιατί σ’εμάς;” Σε αυτό απάντηση δεν υπάρχει. Γιατί έτσι. Γιατί στον πατέρα μου, έναν άνθρωπο γεμάτο ζωή, έλαχε ο κλήρος να ζήσει 18 χρόνια ως βαριά ασθενής και να μπει ως case στα ιατρικά εγχειρίδια, γιατί στη μητέρα μου, πάντα ερωτευμένη μαζί του, έλαχε ο κλήρος να ζήσει 18 χρόνια ως σύντροφος βαριά ασθενή, γιατί σε μένα, με χιλιάδες όνειρα και δυνατότητες για μποέμ ζωή και σπουδές και καριέρα στο εξωτερικό, έλαχε ο κλήρος να μείνω στη μίζερη Ελλάδα για να στηρίξω την οικογένειά μου. Δε θα μπορούσαμε να το έχουμε αποτρέψει κάπως… Συνέβη σε εμάς.

Γιατί τα γράφω αυτά τώρα. Διότι έχοντας ζήσει πλάι σε έναν άνθρωπο που ανήκε στις λεγόμενες σήμερα “ευπαθείς ομάδες”, έχω διδαχθεί από την εμπειρία μου, έχω τη λογική να εμπιστεύομαι τους γιατρούς και την κρίση τους, έχω την υπευθυνότητα να φοράω μάσκα, έχω την ευθύνη να κρατάω αποστάσεις, έχω τη δύναμη να θυσιάσω πάρτι, κλαμπ, ταβέρνες, συναυλίες, παραστάσεις, δεξιώσεις και ταξίδια μπροστά στο σημαντικότερο αγαθό όλων: την υγεία. Προς όλους εσάς, λοιπόν, ανεξάρτητα από την ηλικία σας, αλλά κυρίως προς τους νέους, που δεν “πειθαρχείτε” στα μέτρα, έχω να πω τα εξής: Μη σας τύχει και βρεθείτε έξω από τη μονάδα ως συγγενείς νοσούντος, μη σας τύχει να χτυπήσει το τηλέφωνό σας μέσα στη νύχτα (και μέσα στη μέρα) και να μην τολμάτε να το σηκώσετε, μη σας τύχει (ούτε καν να το σκεφτείτε) πως ο άνθρωπός σας θα “φύγει” μόνος του σε μια κλίνη ΜΕΘ, πόσω μάλλον μη σας τύχει να γίνετε εσείς η αιτία που ένας άνθρωπος (δικός σας ή όχι δικός σας) θα νοσήσει, θα υποφέρει και ίσως θα χάσει τη ζωή του. Εσείς μπορείτε να αποτρέψετε αυτό που δεν μπορούσαμε να αποτρέψουμε εμείς κάποτε.

Έχουμε μπροστά μας χρόνια να γλεντήσουμε. Φέτος είναι μια χρονιά παράξενη, κατά τη διάρκεια της οποίας γλεντάμε μεν, προσέχοντας δε. Γλεντάμε μαζεμένα. Ζούμε ευτυχισμένοι χωρίς πολλά πολλά. Το να φορέσετε μάσκα δεν αφορά εσάς· εσείς είστε μεν κύριοι του εαυτού σας και έχετε κάθε δικαίωμα να “αυτοκτονήσετε” ή έστω να θέσετε εαυτόν σε κίνδυνο, αλλά δε ζείτε ως ερημίτες. Το να φορέσετε μάσκα αφορά όλους αυτούς με τους οποίους έρχεστε καθημερινά σε επαφή, είτε είναι δικοί σας άνθρωποι είτε όχι. Γιατί ούτε φοράτε μάσκα, ούτε απολυμαίνετε τα χέρια σας, ούτε κρατάτε τις αποστάσεις, ούτε, φυσικά, κάθεστε σπίτι σας. Όλοι εσείς, οι δυνητικά φορείς, που κινήστε χωρίς μέτρα προστασίας ημών και υμών, δυνητικά μεταδίδετε τον ιό στην κοινότητα, μιλώντας, τραγουδώντας, φτύνοντας,  κοινωνώντας, αγγίζοντας, φιλώντας… Μαζευτείτε, ώστε σύντομα να ξαναγίνει η ζωή μας “κανονική” και να ξαναμιλήσουμε και να ξανατραγουδήσουμε και να ξαναφτύσουμε και να ξανακοινωνήσουμε και να ξανααγγιχτούμε και να ξαναφιληθούμε χωρίς φόβο και με πάθος.

Όλοι εσείς που απαξιώνετε τα μέτρα, δεν έχετε ανθρώπους που αγαπάτε; Ναι, έχετε, εκτός αν είστε κοινωνιοπαθείς. Αυτούς τους ανθρώπους σκεφτείτε καταρχάς και έπειτα σκεφτείτε και τους ανθρώπους που αγαπούν οι άλλοι άνθρωποι και που θέλουν να τους έχουν μαζί τους, υγιείς, ζωντανούς. Αν θέλετε καλά και ντε να επαναστατήσετε, υπάρχουν στην Ελλάδα χιλιάδες άλλοι λόγοι (και όχι η χρήση της μάσκας, η απολύμανση των χεριών και η κοινωνική αποστασιοποίηση) που θα έπρεπε να σας έχουν ξεσηκώσει. Οι προσωπικές μας ελευθερίες και τα δικαιώματά μας έχουν θιγεί εδώ και χρόνια και θα συνεχίσουν να θίγονται για πολλά χρόνια ακόμα, ανεξαρτήτως του ιού. Μιλήστε και αντισταθείτε για τα εργασιακά και τα κοινωνικά προβλήματα, για την υποβάθμιση της παιδείας, για την υποβάθμιση της υγείας και των κοινωνικών ασφαλίσεων, για το πετσόκομμα των συντάξεων, για τον ΕΝΦΙΑ, για την αστυνομοκρατία, για τη φτώχεια, για την προπαγάνδα, για την έλλειψη πολιτισμού. Μην αντιστέκεστε, όμως, στην προστασία από τον κορονοϊό (ο οποίος φυσικά και υπάρχει και φυσικά και είναι επικίνδυνος). Σε κανέναν δεν άρεσε που κλειστήκαμε μέσα, σε κανέναν δεν άρεσε που υποπληρώθηκε ή/και που έχασε τη δουλειά του, σε κανέναν δεν άρεσε που υπολειτούργησαν τα σχολεία, σε κανέναν δεν άρεσε που ακυρώθηκε το ταξίδι του· σε κανέναν δεν αρέσει να είναι περιορισμένος. Καταλάβετε, λοιπόν, ότι όσο πιο απρόσεχτοι είστε, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε όλοι να αρρωστήσουμε (με ό,τι αυτό συνεπάγεται), αλλά και να έρθουμε αντιμέτωποι με τις σκληρές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες της πανδημίας, που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας και όχι μόνο τις “ευπαθείς ομάδες”.

Δεκαοχτώ χρόνια, από τα δώδεκα έως τα τριάντα μου, πρόσεχα και γι’ αυτό ο μπαμπάς μου, κόντρα σε κάθε προσδοκία, πρόλαβε και είδε ως και εγγόνι. Δεκαοχτώ χρόνια στερήθηκα πράγματα αυτονόητα για τους συνομηλίκους μου από αγάπη. Εσείς, ξαναρωτώ, δεν έχετε ανθρώπους που αγαπάτε; Μην τους στείλετε να πεθάνουν μόνοι στις ΜΕΘ. Όταν ο μπαμπάς μου ψυχορραγούσε, ήρθε ένας γιατρός και ρώτησε αν θέλουμε να τον βάλουν στη μονάδα, να τον διασωληνώσουν, κάτι που ίσως του έδινε λίγες παραπάνω μέρες ζωής, καθώς δεν υπήρχε πιθανότητα επιτυχούς αποσωλήνωσης. Είπαμε όχι και “έφυγε” δίπλα μας, στον θάλαμο, όχι στη ΜΕΘ. Οι ΜΕΘ, ως προσωπική εμπειρία, είναι ό,τι χειρότερο έχω ζήσει… Μη στείλετε, για οποιονδήποτε λόγο, κανέναν άνθρωπο σε ΜΕΘ. Φορέστε μάσκα, πλύνετε τα χέρια σας, κρατήστε αποστάσεις για όσους αγαπάτε και για όσους αγαπούν οι άλλοι. Δεν είμαστε άτρωτοι. Πρέπει να είμαστε καλά να υψώσουμε τη φωνή μας, τη γροθιά μας, το ανάστημά μας, σε ό,τι ακολουθήσει την πανδημία. Που δε θα είναι εύκολο. Που μάλλον θα είναι πολύ πιο δύσκολο από τον κορονοϊό καθαυτό και γι’ αυτό μας χρειαζόμαστε όλους παρόντες. Ζωντανούς. Υγιείς.

One Response

  1. Αλεξάνδρα 7 Αυγούστου, 2020

Leave a Reply