ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΡΩΤΟΥΝ, Η ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΑΠΑΝΤΑ: ΕΝΟΧΕΣ, ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΖΩΗΣ

ενοχέςΣτις 18 Μαρτίου έλαβα ένα μήνυμα από μια μαμά και θέλω να της ζητήσω συγνώμη για την τόσο μεγάλη αργοπορία μου στην απάντηση που είχα δεσμευτεί να της δώσω. Η αλήθεια είναι πως όλο αυτό το… της πανδημίας με είχε βρει προετοιμασμένη σε σχέση με τα της εργασίας μου, είχα από καιρό οργανώσει και προετοιμάσει τους ασθενείς μου, δεν είχα, όμως, φανταστεί πως το τόσο πολυπόθητο «αχ, ας κάτσω για λίγο έστω στο σπίτι με το παιδί μου» θα με έβαζε σε μια μεγάλη δοκιμασία. Ας παραθέσω όμως πρώτα την ερώτηση (που θα είναι πάντα επίκαιρη εν μέσω πανδημίας) και μετά συνεχίζω με τις σκέψεις μου. «Καλημέρα! Εύχομαι να είστε καλά. Σκέφτομαι: Πώς διαχειριζόμαστε τις ενοχές απέναντι στα παιδιά μας για το γεγονός ότι μέσα σε μια μέρα άλλαξε η ζωή τους όλη. Πώς διασφαλίζουμε την ψυχική τους υγεία που έχει κλονιστεί ή θα κλονιστεί; Γιατί, ναι, ωραίο το να χρυσώνω το χάπι με το #μένουμεσπίτι, αλλά σόρι που εγώ θεωρούσα το #βγαίνουμεαποτοσπίτι/αθλούμαστε/συναναστρεφόμαστε μια κατάκτηση. Ωραία περνάμε εμείς οι μεγάλοι, τα παιδιά μας όμως σίγουρα θα ζοριστούν. Πώς τα διαχειριζόμαστε; Μειώνουμε τις συγκρούσεις; Κάνουμε υπομονή; Αλλάζουμε τα επιτρεπόμενα; Τα αφήνουμε π.χ. να κοιμούνται αργότερα;»

Πρώτο, λοιπόν, ενοχές. Για αρχή να πω πως δε νομίζω ότι οι ενοχές αφορούν την καραντίνα καθαυτή, καθώς σίγουρα δεν ευθυνόμαστε εμείς για όλο αυτό· αντίθετα, θα έλεγα πως οι ενοχές θα είχαν χώρο αν δεν προστατεύαμε τα παιδιά μας κρατώντας τα ασφαλή, έστω και μέσα στο σπίτι. Αν υπάρχουν ενοχές εν μέσω πανδημίας, κατά την γνώμη μου έχουν τις ρίζες τους στις ενοχές που ήδη είχαμε πριν την καραντίνα, νομίζω πασχίζουμε να δώσουμε στα παιδιά μας πολύ περισσότερα από όσα χρειάζονται, μερικές φορές παραβλέποντας τα απλά και ουσιαστικά, ίσως γιατί εμείς ως ενήλικοι στερούμε τα πάντα από τις υπάρξεις μας, κυρίως τον ποιοτικό χρόνο με εμάς και τα παιδιά μας. Να λοιπόν που μέσα στην καραντίνα έχουμε μια ευκαιρία να παρατηρήσουμε ποια είναι τα ουσιαστικά αγαθά που έχουμε ανάγκη σε μια συνθήκη αποστέρησης.

Πράγματι η ζωή των παιδιών έχει αλλάξει και μαζί έχει αλλάξει και η δικιά μας, και ζούμε μια μεγάλη στιγμή στην οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα πιο ξεκάθαρα και πιο βίαια από ποτέ. Αλλάζουν ριζικά όλα και μετά από αυτό τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. Είναι η στιγμή που ερχόμαστε πρώτα από όλα εμείς σαν ενήλικοι και σαν γονείς αντιμέτωποι με τις αντοχές μας και με τις δυνατότητες αντιμετώπισης μιας τεράστιας ματαίωσης, για να μην πω πολλών ματαιώσεων.

Δεύτερο, ψυχική υγεία. Η ψυχική υγεία, σκέφτομαι, θα μπορούσε να ζυγιστεί με αντίβαρο το αίσθημα παράδοσης σε μια ψυχική πανδημία που όλα τα νεκρώνει, που όλα τα ακινητοποιεί. Είμαι της άποψης πως οφείλουμε να προσπαθήσουμε να είμαστε ειλικρινείς απέναντι στα παιδιά μας, να τους μιλήσουμε για τις σκέψεις, για την δική μας δυσκολία και τελικά για την πραγματικότητα  που μας αφορά όλους  (με κατάλληλα λόγια ανάλογα την ηλικία) και τελικά να επιμείνουμε στο ότι θα το αντιμετωπίσουμε μαζί αυτό και θα το ξεπεράσουμε μαζί.

Τα μικρά παιδιά έχουν φυσική ροπή προς την αυτοΐαση και σωματικά {μια και τα κύτταρα τους αναπλάθονται και το ανοσοποιητικό τους είναι γερό} και ψυχικά {μια και η ψυχική τους δομή έχει την τάση να αυτοθεραπεύεται}. Είναι σαν να μπαίνουν σε μια κάψουλα στο αέναο του παιδικού «τώρα» και -μέσα από το παιχνίδι και τη δημιουργικότητα- να παραδίνονται σε μια σπουδαία διαδικασία ανάπλασης ψυχικών κυττάρων. Επικίνδυνοι για την ψυχική τους υγεία, σκέφτομαι, θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς και η δυσκολία μας να μείνουμε στο τώρα και σε συνθήκες δημιουργικότητας.

Όσον αφορά τα έφηβα παιδιά μας, εκεί περιπλέκονται τα θέματα, αλλά και πάλι εμείς θα πρέπει να κρατήσουμε τις ισορροπίες· ισορροπίες δύσκολες, γιατί εκείνα θα θέλουν να ξεχυθούν στη ζωή αψηφώντας τα «ποταπά» του θανάτου, όπως αρμόζει σε κάθε έφηβο που σέβεται τον εαυτό του και το αίμα που βράζει μέσα του, ενώ εμείς υπνωτισμένοι, μην έχοντας ακόμα καλά καλά καταλάβει πως μεγάλωσαν ή μόλις έχοντας κατακτήσει τη δυνατότητα να τους αφήσουμε ελεύθερους καλούμαστε να τους βάλουμε όρια και άλλα τέτοια περίπλοκα.

Με τούτα και με τ’ άλλα, δε νομίζω πως τελικά εμείς οι μεγάλοι περνάμε και τόσο όμορφα στο σπίτι με τα παιδιά, ίσως δεν απαντήθηκαν κακώς έναν μήνα μετά αυτά τα ερωτήματα, μια και στην πάροδο του χρόνου έχουμε όλοι περάσει από διάφορα κύματα συναισθηματικών εναλλαγών.

Είναι για όλη την οικογένεια αυτή η κατάσταση μια δοκιμασία, για τους μεγάλους ως άτομα, ως γονείς και ως ζευγάρι, για τα παιδιά ως παιδιά μας, ως άτομα, ως μαθητές, ως κοινωνικά όντα.

Θα συμφωνήσω πως είναι μια κατάκτηση το «βγαίνουμε απο το σπίτι, να αθλούμαστε και να συναναστρεφόμαστε», είναι μια κατάκτηση που δεν μας την παίρνει κανείς από τα χέρια,  αφού μόλις τελειώσει όλο αυτό θα μπορέσουμε -τα παιδιά μας αλλά και εμείς- να αναζητήσουμε με μεγαλύτερη λαχτάρα και ίσως ακόμα πιο συνειδητά τους «τόπους» που πριν από την δοκιμασία αυτή είχαν κατακτηθεί.

Τρίτο, νομίζω πως στα ερωτήματα «Πώς τα διαχειριζόμαστε; Μειώνουμε τις συγκρούσεις; Κάνουμε υπομονή; Αλλάζουμε τα επιτρεπόμενα; Τα αφήνουμε π.χ. να κοιμούνται αργότερα;» αξίζει να δώσουμε παραπάνω χώρο σε επόμενα άρθρα, αλλά για αρχή θα πω πως το πιο σημαντικό πριν προβούμε σε οποιαδήποτε διαχείριση είναι να είμαστε ειλικρινείς απέναντι στους εαυτούς μας και έπειτα απέναντι στα παιδιά μας.

Όταν η 5 χρονών κόρη μου ξύπνησε ένα πρωί και ξέσπασε σε κλάματα την κράτησα στην αγκαλιά μου και την άκουγα να ανασαίνει. Όταν αισθάνθηκα πιο ήρεμη την ανάσα της, τη ρώτησα αν είδε κάποιο όνειρο, μου είπε «όχι» και ξεκίνησε πάλι να κλαίει. Σκέφτηκα πως ήταν ήδη κλεισμένη μέσα μαζί με εμένα και τον μπαμπά της δύο εβδομάδες μακριά από το σχολείο, τους συμμαθητές της, τις δασκάλες της, την αγαπημένη της μπέιμπι σίτερ, τους φίλους και την ευρύτερη οικογένειά της. Την προηγούμενη μέρα είχε «παίξει» διαδικτυακά με τη φίλη της και πριν πέσει για ύπνο μου είχε πει: «Πότε θα τελειώσει όλο αυτό; Θέλω να γίνουν όλα όπως πριν». Εκείνη την ώρα της είπα κάτι που νόμιζα πως ήταν ανακουφιστικό, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν ανακουφιστικό ούτε καν για μένα.

Το πρωί, λοιπόν, συνέβη αυτό και εγώ της είπα: «Πράγματι δεν είναι καθόλου δίκαιο και ωραίο όλο αυτό που συμβαίνει, εμένα μου αρέσει που είμαι εδώ μαζί σου και ξέρω πως και εσύ το ευχαριστιέσαι, αλλά αισθάνομαι πως θες το σχολείο σου και όλους όσους αγαπάς. Σου λείπουν οι φίλοι σου και όλα όσα έκανες και σε ευχαριστούσαν. Πράγματι χτες είχες δίκιο όταν είπες πως τίποτα δεν είναι όπως πριν, και αναρωτιέμαι και εγώ πότε θα γίνουν όλα σαν το πριν. Μου έχουν λείψει πολύ κι εμένα οι φίλοι μου, οι βόλτες μας έξω και άλλα πολλά. Είναι όλα διαφορετικά και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βρούμε όμορφα πραγματάκια σε αυτή τη συνθήκη και όταν αισθανόμαστε στεναχώρια να την υποδεχόμαστε και να μιλάμε για αυτήν, να συζητάμε όταν θέλουμε και το έχουμε ανάγκη, είναι φυσιολογικό να αισθανόμαστε στεναχώρια, όπως φυσιολογικό είναι να αισθανόμαστε και εκνευρισμό και μπερδεμένοι». Κάπως έτσι ηρέμησε, κάπως έτσι ηρέμησα και εγώ… Και από τότε έχουν γίνει άπειρες συζητήσεις και ξεσπάσματα,  και αν δε γίνονταν, προσωπικά θα ανησυχούσα γιατί αυτό θα σήμαινε πως το παιδί μου δεν θα είχε κατακτήσει και ικανοποιήσει τη βασική ικανότητα και ανάγκη του κοινωνικού ανήκειν.

Όσον αφορά την καθημερινότητα, είμαι της άποψης πως καλό είναι να χαλαρώνουμε τα όρια και τα δεδομένα, δίχως όμως να καταργούμε τις ρουτίνες! Οι ρουτίνες είναι ζωτικής σημασίας για την ψυχική υγεία όλων μας! Συζητάμε πάντα με τα παιδιά μας για όλα όσα εκφράζουν, για όσα δεν εκφράζουν, αλλά νιώθουμε πως θέλουν να μιλήσουν. Τους δημιουργούμε χώρο λέγοντας πως είμαστε εδώ και σίγουρα κάνουμε υπομονή απέναντι σε εντάσεις, προσπαθώντας να μην δυναμιτίζουμε σχέσεις και σκέψεις μέσα στο σπίτι, προσοχή κυρίως με την εμπόλεμη ζώνη του εφηβικού ψυχικού τόπου! Με τα πιο μικρά μας το κλειδί είναι η δημιουργικότητα, ένα κλειδί που αν το κρατήσουμε σφιχτά στα χέρια μας θα μας οδηγήσει τόπους με φως.

Υπομονή, επιμονή και δημιουργική διάθεση, λοιπόν, και καλή μας λευτεριά.