ΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΟΚΟΡΕΣ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ: «Ο ΔΑΧΤΥΛΑΚΗΣ»

δαχτυλάκηςΟι Παραμυθοκόρες μάς αφηγούνται το υπέροχο παραμύθι «Ο Δαχτυλάκης».

Πριν από την αφήγηση

Για την αφήγηση του παραμυθιού, δημιουργήστε τις συνθήκες που ενεργοποιούν όλες τις αισθήσεις.

– Φτιάξτε μαζί τη δική σας γωνιά παραμυθιού. Ορίστε τον χώρο με ένα μικρό χαλάκι ή μία κουβερτούλα, βάλτε πάνω αντικείμενα ή κουκλάκια που αγαπάει το παιδί. Φροντίστε ο φωτισμός να είναι ζεστός και απαλός. Αν θέλετε μπορείτε να ανάψετε κεράκια. Ή να κατεβάσετε τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια!

-Ψεκάστε λίγο από ένα αγαπημένο άρωμα, «το άρωμα του παραμυθιού».

-Επιτρέψτε στο παιδί να καθίσει όπως θέλει, ξαπλωμένο ή αγκαλιά, και να κρατάει ό,τι θέλει, μαξιλαράκι, παιχνιδάκι, το «νάνι» του.

-Βάλτε απαλή μουσική ή πειραματιστείτε με τους ήχους και τις φωνές του παραμυθιού!

 Αρχή του παραμυθιού…

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν ένας γέρος και μια γριά. Ζούσαν καλά, ευτυχισμένοι και αγαπημένοι. Ένα μόνο παράπονο είχαν: δεν είχαν ένα παιδάκι.

Μια μέρα, ο γέρος έλειπε στο χωράφι και η γριά ετοίμαζε το φαγητό. Παίρνει να κόψει το ψωμί και δεν πρόσεξε. Έκοψε το δάχτυλό της! Τύλιξε το κομματάκι σε ένα μαντηλάκι και έτρεξε να περιποιηθεί το χέρι της. Μα τότε άκουσε μια φωνή.

«Καλέ! Βγάλε με από δω μέσα, θα σκάσω!»

Η φωνή ακουγόταν μέσα από το μαντίλι που είχε τυλίξει το κομματάκι από το δάχτυλό της. Η γριά νόμισε πως δεν άκουσε καλά. Πλησίασε πιο κοντά και τότε…

«Θα με βγάλεις επιτέλους από δω μέσα; Θα σκάσω, σου λέω!»

Η γριά ξετύλιξε με προσοχή το μαντίλι∙ και τι να δει;

Εκεί επάνω στο τραπέζι στεκόταν ένα τόσο δα μικρό παιδάκι! Ένα αγοράκι!

«Καλέ, ποιος είσαι συ;»

«Εγώ είμαι, μάνα, ο γιος σου! Γεννήθηκα τώρα δα από το δάχτυλό σου!»

Η γριά τον πήρε στην παλάμη της, τόσο μικρούλης ήταν.

«Είσαι χαριτωμένος! Θα σε κρατήσω, γιατί πολύ ήθελα ένα παιδάκι!» Του έδωσε και ένα φιλάκι. «Θα σε ονομάσω Δαχτυλάκη».

Τον έδειξε στον γέρο όταν ήρθε από το χωράφι κι εκείνος χάρηκε χαρά μεγάλη. Κι έτσι ο Δαχτυλάκης ζούσε ευτυχισμένος μαζί με τον γέρο και τη γριά.

Και ο καιρός περνούσε. Κι ο Δαχτυλάκης μεγάλωνε. Όχι στο μπόι. Στο μπόι παρέμενε τόσος δα μικρούλης. Μεγάλωνε όμως στο μυαλό. Στο μυαλό είχε γίνει ίσα με δέκα μεγάλους!

Όμως, είχε ένα παράπονο. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο μα η γριά κι ο γέρος του έλεγαν πως είναι μικρός ακόμα.

Μια μέρα το αποφάσισε.

«Μάνα, θα βγω έξω. Θα πάω να βοηθήσω τον πατέρα στο χωράφι!»

«Είσαι πολύ μικρούλης ακόμα, Δαχτυλάκη μου».

«Θα τα καταφέρω, μάνα. Έχε μου εμπιστοσύνη!»

Και η γριά τού έδειξε εμπιστοσύνη. Του ετοίμασε ένα τόσο δα μικρό κολατσιό, του το έβαλε σε ένα τόσο δα σακουλάκι και ο Δαχτυλάκης το φορτώθηκε στην πλάτη, έβαλε το ένα ποδαράκι μπροστά στο άλλο και ξεκίνησε.

Ο κόσμος του φαινόταν τεράστιος, οι πέτρες ήταν σωστά βουνά, τα χορτάρια πυκνά δάση, αλλά εκείνος δεν το έβαζε κάτω· μόνο τραγουδούσε το τραγούδι του για να παίρνει κουράγιο.

Είμαι εγώ ο Δαχτυλάκης

Σαν ένα δάχτυλο μικρός.

Μα τι κι αν είμαι μικρός στο μπόι;

Είμαι γενναίος και δυνατός.

Κάποτε έφτασε στο χωράφι και τράβηξε το παντελόνι του γέρου.

«Βρε καλώς τον Δαχτυλάκη! Πώς από δω;» είπε ο γέρος ξαφνιασμένος.

«Πατέρα, ήρθα να σε βοηθήσω! Κάτσε εσύ να ξεκουραστείς κι εγώ θα οργώσω το χωράφι».

«Μα, παιδάκι μου, πως θα κουμαντάρεις ολόκληρο άλογο;»

«Πατέρα, έχε μου εμπιστοσύνη!»

Ο γέρος τού έδειξε εμπιστοσύνη. Άφησε τον Δαχτυλάκη με το άλογο και κάθισε κάτω από ένα δέντρο να ξεκουραστεί.

Ο Δαχτυλάκης τώρα πήγε πίσω από το άλογο, εκεί που κουνιόταν η μακριά ουρά του. Με ένα σάλτο την έπιασε και μετά χέρι πόδι, χέρι πόδι, σκαρφάλωσε μέχρι τα καπούλια του. Έτρεξε επάνω στην πλάτη του και πιάστηκε από τη χαίτη του. Χέρι πόδι, χέρι πόδι, σκαρφάλωσε πάνω στο κεφάλι του αλόγου κι από κει έδωσε μια και χώθηκε στο αυτί του.

Εκεί, μέσα στο αυτί, μιλούσε στο άλογο.

«Πήγαινε από δω, πήγαινε από κει!»

Το άλογο τον καταλάβαινε και όργωνε μια χαρά το χωράφι!

Ένα πρόβλημα είχε μονάχα το άλογο: γαργαλιόταν! Σκεφτείτε να έχετε ένα τόσο δα μικρό πλασματάκι μέσα στο αυτί σας να σας ψιθυρίζει και να μην μπορείτε να ξυστείτε!

Το άλογο δεν άντεξε και τίναξε με δύναμη το κεφάλι του. Ο Δαχτυλάκης πετάχτηκε ψηλαααά στον αέρα και προσγειώθηκε πολύ μακριά, ευτυχώς πάνω στο μαλακό χορτάρι.

Σηκώθηκε, ξεσκονίστηκε κι έβαλε το ένα ποδαράκι μπροστά στο άλλο για να γυρίσει στο σπίτι του. Τραγουδούσε και το τραγούδι του να παίρνει κουράγιο.

Είμαι εγώ ο Δαχτυλάκης

Σαν ένα δάχτυλο μικρός.

Μα τι κι αν είμαι μικρός στο μπόι;

Είμαι γενναίος και δυνατός.

Όμως, με τα μικρά του ποδαράκια, δεν μπορούσε να πάει πολύ γρήγορα. Όλη μέρα περπατούσε κι ήταν ακόμα πολύ μακριά. Και έπεσε η νύχτα.

«Δεν πειράζει. Θα κοιμηθώ κάπου και αύριο συνεχίζω το δρόμο μου», σκέφτηκε.

Βρήκε το άδειο σπιτάκι ενός σαλιγκαριού, ξάπλωσε, έβαλε για σκέπασμα ένα φυλλαράκι και αποκοιμήθηκε.

Κι έτσι όπως ήταν κουρασμένος, κοιμήθηκε βαθιά και δεν άκουσε τα βήματα που πλησίαζαν. Δεν άκουσε τη βαριά ανάσα ενός μεγάλου, πεινασμένου, γκρίζου λύκου.

Ο λύκος, όμως, το μυρίστηκε το παιδάκι. Πλησίασε και έφτασε τόσο κοντά που η ζεστή του ανάσα ζέστανε τον Δαχτυλάκη και εκείνος κουλουριάστηκε κάτω από το φυλλαράκι του.

Τότε ο λύκος άνοιξε τη στοματάρα του και… χαψ! Έκανε τον Δαχτυλάκη μια χαψιά! Ευτυχώς δεν τον μάσησε κι έτσι ο Δαχτυλάκης γλίστρησε στον λαιμό και έπεσε μέσα στην κοιλιά του λύκου.

Χόρτασε τώρα κοτζάμ λύκος με ένα τόσο δα μικρό παιδάκι; Όχι βέβαια! Αυτό ήταν μόνο το ορεκτικό! Έτσι κίνησε να πάει να βρει κάτι ακόμα να φάει.

«Εδώ πιο κάτω έχει ένα αγρόκτημα με τρία γουρουνάκια», σκέφτηκε ο λύκος και κίνησε.

Σαν έφτασε κοντά στα γουρουνάκια εκείνα τρόμαξαν και έβαλαν τις φωνές.

«Όινκ! Όινκ!»

Τα ακούει ο Δαχτυλάκης μέσα από την κοιλιά του λύκου και κατάλαβε.

«Γουρουνάκια μού θες, κυρ λύκε; Τώρα θα δεις!»

Σηκώθηκε όρθιος και φώναξε δυνατά.

«Εεε, χωριανοί! Εσείς κοιμάστε κι ο λύκος τρώει τα ζώωωωα σααααας!!!»

Ξυπνούν οι χωριανοί από δω, ξυπνούν από κει και βγαίνουν άλλος με κουτάλα, άλλος με φτυάρι, άλλος με σκούπα. Τον αρχίσανε τον λύκο πού σε πονεί και πού σε σφάζει! Ίσα που πρόλαβε να γλιτώσει.

«Δεν πειράζει», σκέφτηκε ο λύκος, «θα πάω εδώ πιο πάνω που είναι ένα κτήμα με εφτά κατσικάκια».

Σαν πλησίασε, έβαλαν τα κατσικάκια τις φωνές.

«Μπεεε! Μπεεε! Μπεεε!»

Τ’ άκουσε ο Δαχτυλάκης και κατάλαβε. Σηκώνεται και βάζει τις φωνές.

«Εεε, χωριανοί! Εσείς κοιμάστε κι ο λύκος τρώει τα ζώωωωα σααααας!!!»

Ξυπνούν οι χωριανοί από δω, ξυπνούν από κει και βγαίνουν άλλος με ξύλο, άλλος με πέτρες, άλλος με παπούτσια. Τον αρχίσανε τον λύκο να και τούτη να κι εκείνη! Το ’βαλε κείνος στα πόδια.

Όλο το βράδυ έτσι γινόταν. Μπουκιά δεν είχε βάλει στο στόμα του ο λύκος. Πεινούσε πολύ. Δεν άντεχε άλλο.

«Ψιτ, παιδάκι, εμπρός βγες από κει μέσα γιατί δε μ’ αφήνεις να φάω», λέει στον Δαχτυλάκη.

«Πριτς!» αποκρίθηκε ο Δαχτυλάκης. «Δεν βγαίνω εδώ στην ερημιά! Να με πας στο σπίτι της μάνας μου και του πατέρα μου και θα βγω!»

Τι να κάνει ο λύκος; Τον πήγε έξω απ’ το σπίτι του γέρου και της γριάς, άνοιξε τη στοματάρα του, έβγαλε έξω τη γλωσσάρα του κι ο Δαχτυλάκης έκανε τσουλήθρα και προσγειώθηκε στην αυλή του! Έβαλε τότε τις φωνές.

«Μάναααα, Πατέεερααα, λύκος στην αυλή μας!»

Βγήκαν ο γέρος κι η γριά, βγήκαν και οι χωριανοί, κυνήγησαν τον λύκο κι εκείνος έφυγε τρέχοντας και δεν ξαναπάτησε ποτέ πια το πόδι του σ’ εκείνο το χωριό. Γιατί σ’ εκείνο το χωριό ζούσε ένας ήρωας! Ο σπουδαίος και τρανός Δαχτυλάκης!

Και ο Δαχτυλάκης μαζί με τον γέρο και τη γριά έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα!

Μετά την αφήγηση 

  • Ο δικός σας Δαχτυλάκης τι ταλέντα έχει; Βρείτε μαζί τα ταλέντα και τις δεξιότητες του παιδιού και τις δικές σας και πανηγυρίστε για αυτές!
  • Φτιάξτε μαζί το δικό σας τραγουδάκι, όπως αυτό του Δαχτυλάκη.

Καλή απόλαυση! 

Οι Παραμυθοκόρες (Βασιλεία Βαξεβάνη, Αντωνία Βέλλιου, Ιφιγένεια Κακριδώνη) σας καλούν στις «Παραμυθένιες Κυριακές» τους με παραμύθια, βιβλία, μουσική και παιχνίδια στην Athens Comics Library (Καραϊσκάκη 28, Ψυρρή).

Τον Δαχτυλάκη σχεδίασε ο εικονογράφος Δημήτρης Κάσδαγλης. Μαζί με τις Παραμυθοκόρες κάνουν παραστάσεις με αφήγηση και comics.

Facebook: Paramythokores

e-mail.[email protected]

Leave a Reply