ΒΑΜΜΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΑΒΓΑ

αβγάΌλοι εσείς που λογικά τρώτε και δη με ευχαρίστηση αβγά, έχετε σκεφτεί ποτέ ότι υπάρχουν ορισμένοι συνάνθρωποί σας που δεν μπορούν ούτε να τα δουν, ούτε να τα μυρίσουν; Που κυριολεκτικά τα σιχαίνονται; Μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις, ίσως και η πρώτη, βαθιά ριζωμένη στο υποσυνείδητό μου και πολύ συχνά ερχόμενη στο συνειδητό μου με τρόπο… προύστικο (μέσω της οσμής, δηλαδή, ως αντι-μαντλέν), είναι το να με ταΐζουν στο σπίτι της γιαγιάς μου βραστό αβγό και αμέσως να μου έρχεται αναγούλα και να κάνω εμετό.

Ακόμα δεν είχα βγει καλά καλά από το… αβγό μου. Δεν είχα χρονίσει. Όμως, έπειτα από αυτό το γεγονός, τόσο έντονο που το θυμάμαι, δεν ξαναακούμπησα ποτέ (στήλωνα πόδια, έκλαιγα, σφάλιζα σφιχτά το στόμα –εντέλει το αποδέχτηκαν) καταρχάς βραστό αβγό, του οποίου η μυρωδιά και μόνο με αναστατώνει δυσάρεστα. Και φυσικά δεν έβαλα ποτέ στο στόμα μου ομελέτα, αβγά μάτια, αβγά ποσέ (των οποίων η εικόνα και μόνο με ζαλίζει) χτυπητές, αβγοφέτες, καγιανάδες, κροκ μαντάμς, σφουγγάτα, στραπατσάδες και όποιο άλλο φαγητό στο οποίο ανιχνεύεται η αβγουλίλα. Το αυτό έχω μάλλον κληροδοτήσει και στα παιδιά μου, που από μικρά εξέφρασαν την απέχθειά τους προς το αβγό, επίσης με εμετούς (μόνο ομελέτα τρώνε, από τα χεράκια του μπαμπά τους). Πρέπει να με δείτε πώς σπάω αβγά όταν μαγειρεύω για να αβγοκόψω ή για να φτιάξω τυρόπιτα και κέικ. Κοιτάω αλλού, βαστώ τη μύτη μου και χαλαρώνω/νιώθω άνετα μόνο όταν ό,τι ετοιμάζω μπει στην κατσαρόλα ή στον φούρνο και τα αβγά και η οσμή τους απορροφηθούν εντελώς από το υπόλοιπο φαγητό.

Έτσι, λοιπόν, όπως πιθανόν φαντάζεστε, ως παιδί (για το οποίο δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό να μην τρώει αβγό) κάθε Πάσχα υπέφερα. Γιατί η χειρότερη μου είναι το βραστό, η μυρωδιά του, η όψη του, ας μη συζητήσω για την υφή του. Φανταστείτε πως τώρα που γράφω αυτό το κείμενο είμαι ανατριχιασμένη. Η γιαγιά, λοιπόν, όταν ήμουν παιδί, ως κάθε γιαγιά που σέβεται τον εαυτό της, αν και δεν ήταν η απόλυτα «παραδοσιακή», τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφε τα αβγά. Και μη έχοντας συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι η εγγόνα της δεν τα τρώει (άρα δεν θα δυναμώσει, δεν θα πάρει πρωτεΐνες, κάτι θα πάθει, τέλος πάντων φυσικά «έπασχε» από το σύνδρομο της κατοχής), προσπαθούσε να με πείσει να είμαι μαζί της παρούσα στο βράσιμο και έπειτα στο βάψιμο, μπας και γλυκαθώ και πειστώ να δοκιμάσω. Αμ δε… Πιασ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το. Τη θυμάμαι που ετοίμαζε τη βαφή, κόκκινη τότε, μόνο κόκκινη, και εγώ εξαφανιζόμουν όσο πιο μακριά μπορούσα από την κουζίνα, πριν προλάβουν να μπουν στην κατσαρόλα και μυρίσει το σπίτι και ανακατευτώ επικίνδυνα…

Έπειτα, ηρεμούσαμε δυο μέρες και τότε ερχόταν το μετα-Αναστάσιμο δράμα του τσουγκρίσματος, είτε τις βραδινές ώρες είτε αυτές του κυριακάτικου πασχαλινού τραπεζιού. Γιατί καθώς τα αβγά έσπαγαν και τα «Χριστός Ανέστη»-«Αληθώς ο Κύριος» πήγαιναν κι έρχονταν, μαζί τους πήγαινε κι ερχόταν η αβγουλίλα. Και έπειτα, αφού είχαμε νικητή, οι εκάστοτε συνδαιτυμόνες άρχιζαν αργά και βασανιστικά, κρακ κρακ, να καθαρίζουν το αβγό τους, να τοποθετούν τα τσόφλια στο πιάτο τους, να χαριεντίζονται μ’ ένα βραστό αβγό στο χέρι. Κι εγώ έβλεπα να αλατοπιπερώνουν και να λαδώνουν το βρασμένο ασπράδι, που συχνά είχε γίνει κοκκινάδι, και να το χάφτουν και να το μασουλούν με ψωμάκι και ζητούσα συγγνώμη κι έφευγα είτε για το μπάνιο είτε για τη βεράντα είτε για τον κήπο (ανάλογα με το πού εορτάζαμε) ώστε να πάρω βαθιές ανάσες να συνέλθω… Μην τους χαλάσω τη χαρά, μέρα που ήταν.

Ναι, λοιπόν, σιχαίνομαι τα αβγά. Ως εκ τούτου σιχαίνομαι και τα βαμμένα κόκκινα (και κίτρινα και πράσινα και μπλε και πράσινα και φούξια και πουά) αβγά. Με το που ακούω τη λέξη Πάσχα πρέπει πρώτα να αποδιώξω την οσμή τους και την εικόνα τους από το μυαλό μου, να πάρω βαθιές ανάσες κι έπειτα να σκεφτώ αρνιά, κοκορέτσια, μαγειρίτσες, λαμπάδες, λειτουργίες, πασχαλιές, φύση, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τʹ αγόρι μου (και τα παιδιά μας, που πάνε πακέτο) για να συνέλθω.

«Μα στερείς από τα παιδιά σου το έθιμο τού να βάφουν αβγά», θα μου πείτε. «Σιγά που τα σιχαίνεσαι τόσο», θα μου ξαναπείτε. Τα παιδιά μου έχουν βάψει αβγά παλαιότερα στο σχολείο, έχουν βάψει αβγά σε σπίτια φίλων, έχουν βάψει και μια-δυο φορές με την γιαγιά τους. Δεν τα τρώνε μεν, αλλά δεν παθαίνουν και το δικό μου κοκομπλόκο. Εντάξει, είδαν πώς γίνεται, αν θέλουν μεγαλώνοντας ας βάψουν και ας φάνε αβγά μόνα τους και κυρίως μακριά από τη μανούλα.

Πώς τηρώ, λοιπόν, την παράδοση; Απλά δεν την τηρώ. Αγοράζω, όμως, τη Μεγάλη Πέμπτη αβγά έτοιμα, βαμμένα, από το σούπερ μάρκετ, τα τοποθετώ στο κέντρο του τραπεζιού κοιτώντας αλλού, δυο μέρες μετά τσουγκρίζω κοιτώντας αλλού και ανασαίνοντας από το στόμα, και με το που σπάνε όλα, αναλαμβάνει ο σύντροφός μου (που ξέρει ότι δεν θα κάνει ανάσταση αν φάει, θα τον αγγίξω πια την Κυριακή του Θωμά) να τα πετάξει σε σκουπιδοσακούλα καλά κλεισμένη έξω στον κήπο (κάνουμε πάντοτε Πάσχα στο εξοχικό μας τα τελευταία δέκα χρόνια).

Κλείνω με μια συμβουλή προς τους γονείς των παιδιών που μπορεί να σιχαίνονται τα αβγά και εκείνοι τα υποχρεώνουν να «συνυπάρξουν» μαζί τους με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Μην τα πιέσετε και καθίστε στ’ αβγά σας. Για πολλά χρόνια, μέχρι να απενοχοποιήσω τον εαυτό μου, υπέφερα τα Πάσχα εξαιτίας των βραστών αβγών που με περικύκλωναν και της μη κατανόησης της ιδιαιτερότητάς μου αυτή από μέρος του περιβάλλοντός μου. Έχω κλάψει λόγω αβγών, έχω νιώσει «παρίας» λόγω αβγών, έχω ακούσει ότι –σιγά τα’ αβγά– υπερβάλλω. Μου έχει ζητηθεί «να κάνω μια προσπάθεια», «να δοκιμάσω για το καλό». Δεν μπορούσα, δεν μπορώ, δεν θα μπορέσω ποτέ. Με το που προσεγγίζω αβγό, χάνω τ’ αβγά και τα πασχάλια. Καλό Πάσχα.