13 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΤΙ: «Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ»

Ο μαύρος κύκνοςΕκείνο το μεσημέρι για έναν ανεξήγητο λόγο το παιδί δεν είχε ύπνο. Καθόταν ξαπλωμένο για ώρες στο κρεβατάκι του και κοιτούσε έξω από το παράθυρο, περιμένοντας να έρθουν οι γονείς του, σιωπηλό και ήσυχο.

Πριν από λίγες ημέρες είχε κλείσει τα δύο και «περπατούσε» στα τρία. Έλεγε σκάρτα λίγα λογάκια, ως επί τω πλείστον αυτά που άκουγε από τους μεγάλους και τα επαναλάμβανε.

Αφού είδε κι αποείδε η γιαγιά του που δεν κοιμόταν, τον έβαλε μέσα σε μια μικρή λεκάνη με νερό, στο κέντρο της αυλής για να δροσίζεται μιας και έκανε λίβα. Φυσούσε καυτό αέρα, δηλαδή.

Οι γονείς του τα καλοκαίρια τον άφηναν με την γιαγιά του στο Μάτι και όταν σχολούσαν από την δουλειά τους στην Αθήνα πήγαιναν κι εκείνοι. Το πρωί το παιδί απολάμβανε την θάλασσα της περιοχής και το καταπράσινο τόπο. Το οξυγόνο του ήταν ιερό για τους γονείς του που διένυαν κάθε μέρα την απόσταση Μάτι – Αθήνα αγόγγυστα προκειμένου να του το παρέχουν σε συνδυασμό με την πολύτιμη αγάπη και φροντίδα της γιαγιάς που γινόταν θυσία για το εγγόνι της.

Η γιαγιά είχε μείνει χήρα νέα και ήταν μόνη στο σπίτι μαζί του. Το παιδί ήταν όλη της η ζωή πια και μολονότι την εξαντλούσε η φροντίδα του όλο το καλοκαίρι, δεν δεχόταν να το αφήσει να μείνει στο λιοπύρι της Αθήνας, επ’ ουδενί.

Η ώρα θα κόντευε πέντε και μισή όταν η γιαγιά είδε τον καπνό στο βουνό, στον Νέο Βουτζά. Βγήκε στον δρόμο για να διακρίνει καλύτερα και της φάνηκε πως είδε φλόγα. Μάλλον τα μάτια της θα κάνανε, δεν μπορεί να φαίνεται η φλόγα από τόσο μακριά, αν είναι ποτέ δυνατόν, τότε θα καούμε όλοι ζωντανοί, όχι, όχι αδύνατον, κάτι άλλο συμβαίνει.

Η γιαγιά μπήκε στο σπίτι ξανά και άνοιξε την τηλεόραση μήπως έλεγε πού έχει πιάσει φωτιά, αλλά εις μάτην. Κάλεσε τον γιο της για να τον ρωτήσει εάν κοντοζυγώνουν και εάν γνωρίζει κάτι σχετικά αλλά ήταν σε μια συνάντηση στο γραφείο ακόμη και δεν μπορούσε να τον διακόψει.

Η γιαγιά έμεινε να κοιτάζει το παιδί που έπαιζε στην μικρή λεκάνη με το νερό. Της γελούσε και έκανε «πατ πατ» με τα χεράκια του αμέριμνο.

Το τηλέφωνο χτύπησε και την ξάφνιασε. Το σήκωσε αγχωμένη. Ήταν ο αδερφός της. Είχε πιάσει φωτιά στον Νέο Βουτζά και κατέβαινε προς το Μάτι. Έπρεπε να φύγει. Είχε το παιδί εκεί; Να πάρει και το παιδί και να τρέξει προς την θάλασσα, η φωτιά -λένε- πέρασε τη Μαραθώνος. Ναι, τη Μαραθώνος. Η Πυροσβεστική δεν απαντάει, μην προσπαθήσει και η Αστυνομία δεν ξέρει πού ακριβώς είναι τώρα η φωτιά. Να πάρει το παιδί και να πάει προς την θάλασσα.

Το τηλέφωνο έκλεισε απότομα και η γιαγιά συνέχισε αποσβολωμένη να κοιτάζει το παιδί που έπαιζε στην μικρή λεκάνη με το νερό και μόρφαζε χαρούμενο ενώ ο καπνός είχε αρχίσει να κυκλώνει το σπίτι τους. Η γιαγιά το έβγαλε γρήγορα από το νερό και το πήρε στην αγκαλιά της βρεγμένο. Εκείνο παραπονέθηκε στιγμιαία για την απώλεια αυτής της πολυτέλειας αλλά η κοντή ανάσα της γιαγιάς από την αγωνία το έκανε να καταλάβει ενστικτωδώς ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεργαστεί μαζί της.

Οι πρώτοι γείτονες περνούσαν με τα αυτοκίνητά τους γεμάτα κόσμο και κατευθύνονταν προς την παραλία. Η γιαγιά δεν είχε αυτοκίνητο. Εκτός που δεν ήξερε να οδηγεί, δεν είχε τι να το κάνει σε αυτόν το μικρό τόπο. Στην θάλασσα κατέβαινε με τα πόδια, τα πλαστικά παπουτσάκια της, την πετσετέ ρόμπα της και το ψάθινο λευκό καπέλο της. Μετά το μπάνιο περνούσε από τον φούρνο για να πάρει ψωμί και όταν ερχόντουσαν ο γιος της και η νύφη της το απόγευμα από την Αθήνα, της έφερναν ό,τι χρειαζόταν για να μαγειρέψει. Το αυτοκίνητο μόνο άγχος θα της προσέφερε, αν και σήμερα, σε αυτή την περίπτωση θα της ήταν ιδιαιτέρως χρήσιμο αλλά ποιος να περίμενε να συμβεί αυτό σήμερα, αυτό είναι κάτι το σπάνιο, κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το απόκοσμο, και ο καπνός πυκνώνει και πυκνώνει και η φλόγα πια ακούγεται που καταφθάνει με το κόκκινο στυγερό της βήμα και σαρώνει ό,τι τύχει να βρεθεί στο διάβα της.

Το παιδί έσφιξε τα μικρά του χέρια στην ιδρωμένη μπλούζα της γιαγιάς και έχωσε το πρόσωπό του στο στήθος της. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να τρέχουν δάκρυα από το τσούξιμο και τον φόβο. Η γιαγιά βούτηξε μια πετσέτα που στέγνωνε στο σύρμα και έκανε να την βρέξει με νερό από το λάστιχο της αυλής. Αλλά το νερό είχε πια κοπεί. Τα τύμπανα της καταστροφής ήδη ακούγονταν να πλησιάζουν ρυθμικά.

Άρπαξε την πετσέτα και την βούτηξε όλη μέσα στην σκάφη που πριν από λίγο πλατσούριζε το παιδί. Το τύλιξε με αυτή στο κεφάλι και βγήκε από την αυλόπορτα τρέχοντας προς την παραλία. Ο κόσμος αλαλάζοντας έπεφτε επάνω της στην προσπάθεια να πάει προς όποια κατεύθυνση μπορούσε προκειμένου να σωθεί. Άντρες και γυναίκες με τα παιδιά τους, με τους γονείς τους, μόνοι τους, πάλευαν με το τυχαίο, το απροσδόκητο, το ξαφνικό, το καταστροφικό. Πάλευαν με τον όλεθρο.

Η γιαγιά τότε κατάλαβε πως το σπίτι της, το σπίτι που έχτισαν με τόσο κόπο με τον άντρα της, δεν θα το ξαναέβλεπε. Γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι της για να το κοιτάξει για τελευταία φορά. Μετά έσφιξε το παιδί πιο σφιχτά επάνω της και συνέχισε τον δρόμο της προς την παραλία.

Ο καπνός είχε πυκνώσει και πλέον με δυσκολία ανέπνεε. Τα γυαλιά της είχαν θολώσει και δεν έβλεπε καθαρά. Στην παραλιακή λεωφόρο ζήτησε από κάποιον να την βοηθήσει. Έπεσε επάνω του με το παιδί και κλαίγοντας τον ικέτεψε να την βοηθήσει, ήταν μόνη της, οι γονείς του έλειπαν, ήταν στην Αθήνα, ήταν μόνη της με το παιδί και χρειαζόταν βοήθεια. Ο άνδρας την κοίταξε φευγαλέα και συνέχισε να τρέχει προς την σωτηρία του. Και η γιαγιά στάθηκε στη μέση του δρόμου και είδε την φωτιά να καταφθάνει σαν μανιασμένο τέρας της κολάσεως. Είδε την φωτιά να βγάζει την λυσσασμένη γλώσσα της και να καταπίνει ανθρώπους, να κομματιάζει κόπους, να ισοπεδώνει και να ξεκληρίζει τον τόπο της.

Τότε συνέβη κάτι που κανείς δεν το περίμενε. Κάτι που πολλοί είδαν αλλά κανείς δεν το ομολόγησε ποτέ. Κάτι που πια έμεινε στην ιστορία εκείνης της ημέρας, σαν ένας θρύλος θα λέγαμε, και οι άνθρωποι όταν αναφέρονται σε αυτό δεν το ξεστομίζουν καθαρά αλλά μόνο το υπονοούν.

Το Μάτι σκοτείνιασε, το σημείο στο οποίο είχε σταθεί η γιαγιά και το παιδί σκοτείνιασε, η γη όλη σκοτείνιασε και ένας πελώριος μαύρος κύκνος με τεράστια γυαλιστερά φτερά προσγειώθηκε ακριβώς μπροστά από το παιδί και την γιαγιά του.

Τέντωσε τον λαιμό του περήφανα, τίναξε την στάχτη από την ράχη του και όλος ο κόσμος, όλοι οι άνθρωποι που μες στην οδύνη τους έτρεχαν για να βρουν την σωτηρία, στάθηκαν ασάλευτοι και θαύμαζαν το μεγαλείο του. Το μεγαλείο τού τόσο σπάνιου μαύρου κύκνου που είχε επιλέξει να ξεκουράσει το πουπουλένιο κορμί του στον όμορφο τόπο τους. Το πουπουλένιο κορμί του που ήταν φτιαγμένο από βαθύ έρεβος και το κελάηδισμά του που θύμιζε σκυλιά που αλυχτούν τις νύχτες. Είχε επιλέξει να τα ξεκουράσει στο όμορφο Μάτι τους. Ο μαύρος κύκνος τούς κοίταξε όλους έναν έναν και προσεχτικά. Με τα μικρά μάτια του τους διαπέρασε και στάθηκε στη γιαγιά με το παιδί στην αγκαλιά της. Την πλησίασε και χαμήλωσε το κεφάλι του σαν να υποκλινόταν.

Η γιαγιά τότε πήρε μια βαθιά ανάσα και αναθάρρησε. Ορμήνευσε το παιδί να σηκώσει το κεφάλι του που είχε κουρνιάσει στο στέρνο της και να δει κι εκείνο τον μαύρο κύκνο που τους είχε επισκεφθεί.

Το παιδί σήκωσε το κεφαλάκι του και κοίταξε το πελώριο παράξενο πουλί με το κίτρινο ράμφος που όλο περηφάνεια στεκόταν αγέρωχο μπροστά τους στη μέση του δρόμου. Έκανε μάλιστα με τα χέρια του να το αγγίξει προκειμένου να νιώσει την υφή του, παιδική περιέργεια σκέφτηκε η γιαγιά, και γέλασε ανακουφισμένη που όλα είχαν τελειώσει καλά.

Ο καπνός, αν και πυκνός, πια δεν τους ενοχλούσε και η φλόγα που κατέτρωγε τα πρόσωπα και τα κορμιά τους δεν τους εμπόδιζε από το να θαυμάζουν αυτό το πελώριο απόκοσμο πλάσμα που τους είχε αιχμαλωτίσει με τη σκοτεινή ομορφιά του.

Τότε, ο κύκνος άνοιξε το ράμφος του και ακούστηκε το πιο όμορφο τραγούδι που έχει ακουστεί ποτέ. Τα γυαλιά της γιαγιάς έπεσαν στο χώμα, όμως δεν την ένοιαξε. Ο μαύρος κύκνος ξεδίπλωσε τα μεγάλα φτερά του, γονάτισε ολόκληρος μπροστά της και έσκυψε το κεφάλι του σε ένδειξη σεβασμού. Εκείνη χαμογέλασε πλατιά με συγκίνηση, κοίταξε το παιδί που με τα μάτια του διάπλατα προσπαθούσε να αντιληφθεί αυτό που συνέβαινε εκείνη την στιγμή στην τόσο σύντομη ζωή του, και αφού πιάστηκε από το φτερό του κύκνου, με τη βοήθεια κάνα δυο γεροδεμένων ανδρών που βρίσκονταν εκείνη την ώρα σε αυτό το σημείο, ανέβηκε μαζί με το εγγόνι της στην πλάτη του.

Και ο μαύρος κύκνος, αφού χτύπησε τα φτερά του θριαμβευτικά στον αέρα, πέταξε ψηλά με δύναμη και ορμή, παίρνοντας μαζί του στην αθανασία τη γιαγιά και το εγγόνι της που χαρούμενοι χαιρετούσαν τον κόσμο που τους έβλεπε να φεύγουν πάνω από τον καπνό, πέρα από την φλόγα, μακριά από την καταστροφή.

Θα είχαν ήδη φτάσει στον προορισμό τους όταν ο ήλιος βγήκε ξανά, η φωτιά κόπασε και τα γυαλιά της γιαγιάς έμεναν πεσμένα στο χώμα. Από αυτά διαπίστωσε ο γιος της που έφτασε την άλλη μέρα πια στο σημείο, ότι εκεί στάθηκε η μάνα του και ο δικός του γιος όταν συνέβη το πιο απόκοσμο γεγονός στην ιστορία των απόκοσμων γεγονότων.

Όταν η καταστροφή τους πρόλαβε.

Όταν τους πήρε στα φτερά του και πέταξαν μακριά, ο μαύρος κύκνος.

maria-papaioannou

Η Μαρία Παπαϊωάννου, πεζογράφος, έζησε μαζί με την οικογένειά της από κοντά την φονική πυρκαγιά στο Μάτι Αττικής. Θέλοντας να κάνει κάτι για να τιμήσει τη μνήμη των θυμάτων που έχασαν τραγικά την ζωή τους, τους πυρόπληκτους και τους εγκαυματίες που παλεύουν ακόμη να σταθούν στα πόδια τους με αξιοπρέπεια και ήθος καθώς και τον τόπο, το ίδιο το Μάτι, στο οποίο έχει ζήσει πανέμορφες στιγμές της ζωής της και το αγαπά, αυτόν το χρόνο που πέρασε έγραψε 13 διηγήματα και ευχαριστεί θερμά το Taλκ που θα δημοσιεύει ένα κάθε ημέρα, μετρώντας αντίστροφα μέχρι την πρώτη μαύρη επέτειο της 23ης Ιουλίου. Για να μην ξεχάσουμε ποτέ. Για να μην ξεχάσει κάνεις. Για το Μάτι.