13 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΤΙ: «ΕΠΕΤΕΙΟΣ»

ΕπέτειοςΟ Θεός, μετά τη θλιβερή ήττα του από τον Διάβολο εκείνη την ημέρα στο παραλιακό ταβερνάκι κάτω από τα αλμυρίκια, αποφάσισε κάθε χρόνο στην επέτειο της μεγάλης καταστροφής, να δίνει άδεια στους νεκρούς για να επιστρέφουν στα σπίτια τους.

Ήταν τόσο το βάρος στο στήθος του Θεού από τις τύψεις που τα βράδια δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήθελε να επανορθώσει και θεώρησε πως αυτή θα ήταν μια καλή λύση.

Έτσι, κάθε χρόνο όταν ξημέρωνε 23 Ιουλίου, το Μάτι μεταμορφωνόταν για μια ολόκληρη ημέρα σε επίγειο παράδεισο και υποδεχόταν τους νεκρούς του.

Τους νεκρούς ανθρώπους του, τα νεκρά δέντρα του, τα νεκρά ζώα του, τις νεκρές στιγμές που έμειναν για πάντα λιωμένες στην ώρα που ξέσπασε η πυρκαγιά.

Οι κάτοικοι φορούσαν τα καλά τους και έβγαιναν στους δρόμους, κατευθύνονταν όλοι μαζί προς το Λιμάνι. Οι δικοί τους θα κατέφθαναν από την θάλασσα, με βάρκες και σκαφάκια.

Καθόντουσαν στην προβλήτα και κουνούσαν λευκά μαντήλια για να τους δουν. Να δουν τα παιδιά τους που μεγάλωσαν και τους γονείς τους που έφυγαν δίχως να προλάβουν να τους ευχαριστήσουν για όσα τους είχαν προσφέρει όσο ζούσαν.

Μόλις έδεναν τα βαρκάκια έτρεχαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Δεν είχε σημασία αν δεν ήταν ο νεκρός τους αυτός που αγκάλιαζαν, ή αν δεν ήταν ο ζωντανός αυτός που λαχταρούσε να δει ο επισκέπτης της άλλης πλευράς, σημασία είχε ότι βρίσκονταν ξανά μετά από έναν χρόνο και ήταν μαζί στον όμορφο τόπο τους.

Τα σκυλιά έτρεχαν στα αφεντικά τους και ορισμένα κατουριόντουσαν από την χαρά τους. Τα δέντρα τέντωναν τους κορμούς τους για να χαιρετήσουν ξανά τον ήλιο και άπλωναν με λαχτάρα τις ρίζες τους στο χώμα για να ρουφήξουν το νερό που τόσο τους είχε λείψει.

Έπειτα πήγαιναν όλοι μαζί στα σπίτια τους, τα παλιά σπίτια τους, πριν από την καταστροφή, με τους κήπους και τα περιποιημένα παρτέρια και έτρωγαν γύρω από το τραπέζι όλοι μαζί ξανά. Δεν έλεγαν στους επισκέπτες ότι το Μάτι είχε καταστραφεί μετά την πυρκαγιά που τους πήρε μακριά – δεν ήθελαν να τους στεναχωρήσουν. Και ο Θεός είχε φροντίσει εκείνη την ημέρα, σε κάθε επέτειο δηλαδή, να είναι όλα όπως τα είχαν αφήσει εκείνοι που έφυγαν βιαστικά και βίαια.

Το μεσημέρι ξάπλωναν στις αιώρες των αυλών και δροσίζονταν με σπιτικές λεμονάδες και βανίλια υποβρύχιο. Από τα σπίτια μπορούσες να ακούσεις γέλια και παιχνίδια, κυνηγητά και γαργαλητά στις αυλές και στα μικρά δρομάκια κάτω από τα πεύκα.

Το βράδυ, όλοι μαζί, πήγαιναν για πίτσα στην Pizza Ένα και για σινεμά στο Ρία. Το κλίμα βάραινε από εκείνη την στιγμή και έπειτα. Τα γέλια έπαυαν σταδιακά και οι αγκαλιές γίνονταν πιο σφιχτές. Οι μανάδες ψιθύριζαν στα αυτιά των παιδιών τους τα σ’ αγαπώ ενός ολόκληρου χρόνου και τα ζευγάρια ένωναν τα κορμιά τους για να κρατήσουν ο ένας την μυρωδιά του άλλου όσο περισσότερο ήταν δυνατόν.

Όταν πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, συγκεντρώνονταν πάλι όλοι στην προβλήτα του Λιμανιού και οι νεκροί επιβιβάζονταν στα σκαφάκια και στις βάρκες που θα τους επέστρεφαν στην απέναντι όχθη.

Τα δάκρυα κάθε φορά θύμιζαν εκείνα της πρώτης φοράς. Μόνο που στις επετείους απουσίαζε ο φόβος. Και θέριευε η οργή.

Μετά οι κάτοικοι επέστρεφαν στα σπίτια τους όπως αυτά είναι τώρα πια, κρατώντας ο ένας τον άλλον από τα χέρια δίνοντας κουράγιο και δύναμη μεταξύ τους, ανυπομονώντας ήδη για την επόμενη επέτειο. Μπορούσες να ακούσεις τις μύτες που ρουφούσαν τα δάκρυα και τις μύξες και τους πνιχτούς λυγμούς να χάνονται στα σκοτεινά στενά.

Κάποτε μες στην απελπισία του την ώρα της βραδινής επιστροφής, κάποιος από τους ζωντανούς φώναξε: «Πού είναι ο Θεός; Γιατί κρύβεται;»

Αλλά ο Θεός είχε από ώρα που έκλαιγε στο Κόκκινο Λιμανάκι μόνος του για να μην τον δει κανείς.

maria-papaioannou

Η Μαρία Παπαϊωάννου, πεζογράφος, έζησε μαζί με την οικογένειά της από κοντά την φονική πυρκαγιά στο Μάτι Αττικής. Θέλοντας να κάνει κάτι για να τιμήσει τη μνήμη των θυμάτων που έχασαν τραγικά την ζωή τους, τους πυρόπληκτους και τους εγκαυματίες που παλεύουν ακόμη να σταθούν στα πόδια τους με αξιοπρέπεια και ήθος καθώς και τον τόπο, το ίδιο το Μάτι, στο οποίο έχει ζήσει πανέμορφες στιγμές της ζωής της και το αγαπά, αυτόν το χρόνο που πέρασε έγραψε 13 διηγήματα και ευχαριστεί θερμά το Taλκ που θα δημοσιεύει ένα κάθε ημέρα, μετρώντας αντίστροφα μέχρι την πρώτη μαύρη επέτειο της 23ης Ιουλίου. Για να μην ξεχάσουμε ποτέ. Για να μην ξεχάσει κάνεις. Για το Μάτι.

One Response

  1. ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΙΖΑΝΟΣ Ιούλιος 22, 2019