ΕΓΩ ΗΜΟΥΝ ΤΥΧΕΡΗ…

Η Ντιάνα είναι δημοσιογράφος. Η Ντιάνα ήταν συμφοιτήτριά μου. Η Ντιάνα είναι φίλη μου εδώ και σχεδόν 20 χρόνια και κουμπάρα μου, καθώς έχει βαφτίσει την κόρη μου. Η Ντιάνα είναι Ελληνοαμερικάνα. Γεννήθηκε και έζησε μέρος των παιδικών της χρόνων στην Νέα Υόρκη, ως παιδί Ελλήνων μεταναστών. Υπήρξε, λοιπόν, μαθήτρια δημοτικού σχολείου σε μια ξένη χώρα. Ξένη, αλλά όχι αφιλόξενη.

Γνωρίζοντας από τις αφηγήσεις της διάφορες λεπτομέρειες για τα πρώτα μαθητικά της χρόνια, της ζήτησα να μοιραστεί μαζί μας την εμπειρία της, με αφορμή τα γεγονότα στο Ωραιόκαστρο και τις γενικότερες αντιδράσεις των τελευταίων ετών για τη φοίτηση «ξένων παιδιών» στα ελληνικά σχολεία. Διαβάστε, λοιπόν, τι έχει να μας πει για το αμερικανικό δημόσιο σχολείο και το εκπαιδευτικό σύστημα η Ντιάνα Καρτσαγκούλη, εκ Μανχάταν Νέας Υόρκης ορμώμενη, όπως έλεγε χαρακτηριστικά το πτυχίο της, που ακόμα μνημονεύουμε!

Εγώ ήμουν τυχερή: 

Πρώτον, είμαι λευκή και δεν ξεχώριζα από την πλειονότητα των κατοίκων της χώρας υποδοχής μου. 

Δεύτερον, μετακόμισα σε μια πόλη μεταναστών. Υπήρχαν σωστές υποδομές, οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει τους ξένους, το εκπαιδευτικό σύστημα είχε μεριμνήσει για παιδάκια που δε μιλούσαν τη γλώσσα. 

Τρίτον, οι γονείς μου είχαν οικονομική άνεση. 

Τέταρτον, έμενα στην Αστόρια όπου υπάρχει τεράστια ελληνική κοινότητα (τότε μάλιστα ήταν ακόμη μεγαλύτερη). 

Πέμπτον, ήμουν Χριστιανή. 

Οι γονείς μου μετακόμισαν στην Αμερική (ξανά) όταν πήγαινα δευτέρα δημοτικού. Δεν ήξερα τη γλώσσα και γι’ αυτό στην αρχή με πήγαν σε ιδιωτικό ελληνικό σχολείο. Εκεί δεν κατάφερα με τίποτα να προσαρμοστώ (λίγο οι στριμμένες δασκάλες, λίγο ότι δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα μαζί μου και απλώς παρακολουθούσα τα άλλα παιδιά να κάνουν μάθημα χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα, λίγο από όλα). Μετά από πολλές ικεσίες δοκιμάσαμε το δημόσιο της γειτονιάς. 

Συμμαθητές μου ήταν μαυράκια, κινεζάκια, παιδάκια από Λατινική Αμερική, Ινδία, Πακιστάν, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ούτε μία μέρα δεν αισθάνθηκα μειονεκτικά. Κάθε μέρα, μαζί με μερικά άλλα παιδιά που δεν ξέραμε τη γλώσσα, μας έπαιρνε η βοηθός της δασκάλας στην άκρη για λίγες ώρες, σε ένα στρογγυλό τραπέζι και με διάφορα παιχνίδια, κάρτες κλπ. μάθαμε να μιλάμε αγγλικά. Σε περίπου 4 μήνες δεν χρειάζονταν ούτε αυτές οι λίγες ώρες. Συμμετείχαμε κανονικά στο μάθημα μαζί με τα άλλα παιδάκια. 

Ως χριστιανή ορθόδοξη τη Μεγάλη Παρασκευή μπορούσα να λείψω από το μάθημα με δικαιολογημένη απουσία. Το απόγευμα, μόλις σχολούσαμε οι εγκαταστάσεις του σχολείου μου χρησιμοποιούνταν από ελληνική εκκλησία για να μας κάνει καθημερινά μάθημα ελληνικών. Εκεί κάναμε και τις ελληνικές παιδικές μας παραστάσεις (Χριστούγεννα, Πάσχα και τέλος σχολικής χρονιάς). 

Και δεν είναι ότι δεν αισθανόμουν διαφορετική. Όλοι μας αισθανόμασταν λίγο διαφορετικοί. Ήμασταν όμως ίσοι. Ίσα-ίσα που η διαφορετικότητα απλώς μας έκανε πιο ενδιαφέροντες. Δεν θα ξεχάσω για παράδειγμα τη συμμαθήτριά μου τη Σόνια που κάθε μέρα περίμενε πώς και πώς να ανοίξω το ταπεράκι την ώρα του φαγητού και να μοιραστώ μαζί της το περιεχόμενό του γιατί τρελαινόταν για την ελληνική κουζίνα ή τις αφηγήσεις των καθολικών συμμαθητριών μου για την πρώτη τους κοινωνία και πώς ντύνονταν με τα λευκά τους φορέματα (σαν νυφικά) για την περίσταση. 

Ήξερα από πολύ μικρή ότι υπάρχουν άνθρωποι διαφορετικοί από εμένα. Έμαθα πράγματα για την κουλτούρα και τη νοοτροπία τους που κανένα σχολείο δε θα μπορούσε να μου διδάξει. Έμαθα να μην προσβάλλω τα πιστεύω και τις συνήθειες των άλλων και ότι υπάρχουν καλοί και κακοί σε όλες τις χώρες και όλους τους λαούς. 

Το ότι είμαι παιδί μεταναστών είναι τίτλος τιμής για μένα και δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη, όσο ήμουν στην Αμερική, να κρύψω ότι είμαι Ελληνίδα. Αντιθέτως, το έλεγα με υπερηφάνεια. Αλλά είπαμε, ήμουν λευκή, χριστιανή και από ευκατάστατη οικογένεια. Κυρίως όμως, ζούσα σε μια πολυπολιτισμική και φιλόξενη χώρα όπου κανείς ποτέ δεν έκανε κατάληψη για να μου στερήσει κανένα μου ατομικό δικαίωμα και ιδίως το δικαίωμα στην παιδεία. Και έχουν περάσει και 30 χρόνια από τότε. 

Και μια σημείωση για όσους υποστηρίζουν ότι οι Έλληνες έμπαιναν νόμιμα στις ξένες χώρες και ότι δεν εγκληματούσαν: Η μητέρα μου ήταν «λαθραία» στην Αμερική για πάνω από 7 χρόνια. Τα δύο πρώτα έκλαιγε καθημερινά γιατί ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα της. Αργότερα αγάπησε και τις δύο χώρες σαν πατρίδα της. Γέννησε και τα δύο παιδιά της εκεί, στα καλύτερα νοσοκομεία. Γνωρίζω ανθρώπους που από τη δεκαετία του ’70 μέχρι και σήμερα ζουν ακόμη χωρίς χαρτιά. Παιδιά που έχουν βγάλει όλο το σχολείο και το Πανεπιστήμιο όντας παράνομα στη χώρα. Επίσης, υπάρχουν πολλοί Έλληνες εγκληματίες, όπως υπάρχουν σε κάθε λαό.