ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙΣ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

104112720_10158660547563793_316869414002082011_oΆκου να σου πω -εδώ, εγώ σου μιλάω- έχω κάτι μυστικά να σου πω, άσε λίγο το βιβλίο να μ’ ακούσεις, μιλάμε για απόσταγμα σοφίας τώρα. Είναι ηλίθιο άλλωστε να διαβάζεις σαν παλαβός τελευταία ώρα, ό,τι έμαθες, έμαθες, τώρα απλώς τα κάνεις όλα φρικασέ στο μυαλό σου με σος άγχος. Καλά, καλά, μπαίνω στο ψαχνό, ξέρω ότι δεν έχεις ώρα. Λοιπόν, θα στα κάνω μπούλετς, όπως στο φροντιστήριο για να τα απομνημονεύσεις ευκολότερα:

1. Την τελευταία μέρα πριν τις εξετάσεις πρέπει να κλείνεις τα βιβλία και να αράζεις σε κάποια παραλία. Αν σου πέφτει μακριά η παραλία, πήγαινε ταράτσα. Αν δεν έχεις ταράτσα, πήγαινε πλατεία. Αν δεν πας πλατεία ξάπλωσε στη μέση του λίβιγκ ρουμ και κάνε το τομάρι αρκούδας. Πες και κανένα ομμμμ, θα δείξει κατανόηση η ιερά σύνοδος για τον αιφνίδιο βουδισμό σου.

2. Αν έχεις προετοιμαστεί, θα γράψεις. Αλλά και αν δε γράψεις (λέμε τώρα, γιατί θα γράψεις, έχω προαίσθημα) ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ. Θα ξαναδώσεις. Και μην ξανακούσω τη φράση «θα χάσω χρονιά». Δε θα τη χάσεις βρε χαζό. Θα τη βρεις! Μια ολόκληρη, μαγική χρονιά που θα έχεις στ’ αλήθεια χρόνο για να δεις τι στ’ αλήθεια θες να κάνεις το χρόνο σου.

3. Δεν πειράζει που δεν έχεις ιδέα τι θέλεις να γίνεις άμα μεγαλώσεις. Κανείς δεν ξέρει στα 18 -ακόμα και ο Χίτλερ που έκανε μεγάλη καριέρα έλεγε στην ηλικία σου πως θα γίνει ζωγράφος, αλλά τα είδαμε τα χαΐρια του. Αυτό που πρόκειται να γίνεις όταν μεγαλώσεις είναι ένα σπόρος αόρατος ακόμα, αλλά σ’ το υπογράφω, μέσα σου είναι και περιμένει. Το μόνο που έχεις να κάνεις εσύ είναι να είσαι έτοιμος με το λάστιχο στο χέρι για να τον ποτίσεις όταν σκάσει μύτη. Το μέλλον σου θα πάει, θα έρθει, θα στρίψει απ’ τη γωνία, στην ανάγκη θα πάρει τον υπερσιβηρικό, αλλά θα έρθει να σε συναντήσει.

4. Το μέλλον σου συχνά έχει τη μορφή ενός προσώπου. Θα ‘ναι δάσκαλος, θα ‘ναι φίλος, θα ‘ναι έρωτας, θα ‘ναι αυτός που πουλάει τα βρώμικα στη Μαβίλη, δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι αυτός θα ξέρει. Και θα σου δείξει. Έχε απλώς τα μάτια σου ανοιχτά για να τον δεις. Η Πάτυ Σμιθ, ας πούμε, όταν το ‘σκασε από το σπίτι της πιτσιρίκα και άφραγκη, πήγε στη Νέα Υόρκη και άραξε σ’΄ένα παγκάκι στο πάρκο κοντά στο Chelsea Hotel. Δεν είχε ιδέα τι ήθελε ή τι μπορούσε να κάνει. Απλώς κάθισε εκεί και λιαζότανε. Τότε πέρασε ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ. Έκατσε δίπλα της στο παγκάκι και αμέσως αναγνωριστήκανε (σ.σ. θα μάθεις σύντομα να αναγνωρίζεις τα σημαδιακά πρόσωπα στη ζωή σου, μην αγχώνεσαι). Κατέληξαν να ζουν μαζί σ’ ένα δωμάτιο του Chelsea Ηotel μαζί με ένα τρελό παρεάκι: τον Λέοναρντ Κόεν, τον Ντύλαν Τόμας, τον Γκίνσμπεργκ κ.λπ. Αυτή έκανε κάτι δουλειές στο πόδι και έγραφε ποιήματα. Αυτός έκανε κάτι κολάζ πετσοκόβοντας παλιές φωτογραφίες άλλων. Κάτι έλειπε, αλλά δεν ήξεραν τι. Ο σπόρος τους είχε σκάσει και τον πότιζαν με όσο νερό είχαν, αλλά τα φύλλα του δε βγαίναν ακόμα αρκετά πράσινα. Και τότε ο Ρόμπερτ της είπε: «Γιατί δεν απαγγέλεις τα ποιήματά σου συνοδεία μουσικής;» «Α, ωραία ιδέα», είπε εκείνη και έγινε μία από τις μεγαλύτερες ροκ σταρ της εποχής. Μετά εκείνη του είπε: «Γιατί δε βγάζεις δικές σου φωτογραφίες και πετσοκόβεις τις ξένες;» «Γιατί βαριέμαι να εκτυπώνω», της είπε (το ρεμάλι). Τότε εκείνη έτρεξε και του πήρε μια πολαρόιντ που τις εκτυπώνει μόνη της τις φωτογραφίες κι ο Ρόμπερτ έγινε ένας από τις πιο γνωστούς φωτογράφους του 20ου αιώνα.

Άντε και στα δικά σου!

Πηγή