24 ΩΡΕΣ ΜΠΑΜΠΑΣ: ΠΛΑΤΩΝ ΜΑΛΛΙΑΓΚΑΣ

μπαμπάς

Ο Πλάτων Μαλλιάγκας, συγγραφέας και ιδρυτής των Εκδόσεων Mediterra, περιγράφει το 24ωρο της Πρωτομαγιάς που πέρασε με την οικογένειά του, μιας τυπικής αργίας, όπως μας είπε, αφού τις καθημερινές δεν μπορεί να είναι όσο «μπαμπάς» θα ήθελε. 

9:00 π.μ.

Ξυπνάω και βρίσκω το ρούτερ ανοιχτό, ενώ το είχα κλείσει το βράδυ πριν κοιμηθώ. Η κόρη μου, 13 ετών, έχει προσκαλέσει από χθες μια φίλη της, αλλά δεν αντέχουν λεπτό χωρίς ίντερνετ. Κάποια στιγμή στις 12 το βράδυ έπρεπε να πάμε όλοι για ύπνο. Έγινε προσπάθεια να κλείσει το ρούτερ με δημοκρατικές διαδικασίες: «Τι θα λέγατε να κλείσουμε το ίντερνετ για να κοιμηθούμε;» «Εγώ κοιμάμαι στις τρεις συνήθως». «Κι εγώ δεν νυστάζω καθόλου, μπαμπά». «Εμείς λέμε να πάτε για ύπνο και να κλείσουν τα κινητά». «Λίγο ακόμα, μπαμπά». Προσπαθώ να είμαι πιο διαλλακτικός από ό,τι συνήθως, λόγω της μικρή επισκέπτριας. «Θα πρότεινα να κλείσουμε τα κινητά τώρα. Σας δίνω πέντε λεπτά». Αφού πέρασε η διορία, δεν διαπίστωσα καμία διάθεση συμμόρφωσης. Έτσι αποφάσισα να προχωρήσω άμεσα, λόγω υπερβολικής κούρασης, στις αυταρχικές διαδικασίες. Υπάρχει ένας απλός τρόπος να αποφύγει κανείς την άμεση σύγκρουση σε τέτοιες περιπτώσεις: ονομάζεται «θέση off» στον διακόπτη του ρούτερ. Δεν άκουσα φωνές δυσανασχέτησης από το δωμάτιο των κοριτσιών. Ένοιωθα όμως τις σιωπηλές κατάρες της κόρης μου να διαπερνούν τον τοίχο και να με απειλούν. Μετά την ανάγνωση όλων των τόμων του Χάρι Πότερ, φοβάμαι πως δεν είναι για να παίζει κανείς με τις… μαγικές δυνάμεις της.

Το πρωί βρίσκω το ίντερνετ πάλι ανοιχτό, χωρίς άδεια, κι ακούω κάτι ψιθύρους από το δωμάτιο των κοριτσιών. Πρέπει να έχουν σηκωθεί από τις 6. Αποσυνδέω το ρούτερ και το κρύβω, κάνοντας ταυτόχρονα ασκήσεις χαλάρωσης για να παρακάμψω το εγκεφαλικό. Ήδη σχεδιάζω την ποινή που θα επιβληθεί όταν η επισκέπτρια θα μας αποχαιρετίσει. Η κόρη μου έρχεται άμεσα στο δωμάτιό μου, για να διαπραγματευτεί μια ελαφρύτερη ποινή. Της εξηγώ ότι δεν είναι η κατάλληλη ώρα. Επιμένει να διαπραγματευτεί και παράλληλα φέρεται με κάποιο θράσος. Φανταστείτε τον Τσακαλώτο να προσπαθεί να πάρει δάνειο μερικών δισ. τη στιγμή που αποκαλεί τους δανειστές της χώρας «κοράκια και τοκογλύφους». Κάτι τέτοιο. Η ποινή αντί να μειωθεί αυξάνεται. Μετράω με τα δάχτυλα, ένα, δύο, τρία, διαδοχικά. Τα δάκρυα κυλούν. «Τρεις μέρες χωρίς κινητό, ρε μπαμπά;». «Εδώ η χώρα αναγκάστηκε να υποθηκεύσει τον εγχώριο πλούτο για 99 χρόνια στους δανειστές, μετά από ανάλογη συμπεριφορά. Οι τρεις μέρες σε πείραξαν;». Δεν νομίζω να κατάλαβε και πολλά.

Κι εκεί που νομίζω ότι έχω ξεμπλέξει από τις ατέρμονες διαπραγματεύσεις, ξυπνάει ο τετράχρονος γιος μου. Μπαίνει στο δωμάτιό μου και μου λέει «καλημέρα» τρίβοντας τα μάτια του από το πολύ φως. Αγουροξυπνημένος, ζεστός ζεστός, σαν καρβελάκι που βγήκε μόλις από το φούρνο, έρχεται και χώνεται στην αγκαλιά μου. Τον γεμίζω φιλιά κι εκεί που περιμένω να μου πει το σύνηθες «Σ’ αγαπώ», μου λέει τρυφερά και μαχμουρλίδικα: «Θέλω να μου ανοίξεις την τηλεόραση». Διάολε! Αρχίζω το κήρυγμα. «Μα, δεν είναι σωστό να ανοίξουμε τηλεόραση από τόσο νωρίς. Ας πάρουμε πρώτα πρωινό με τη μαμά σου, την αδελφή σου και τη φίλη της. Να πάμε βόλτα, Πρωταμαγιά είναι… Να μαζέψουμε λουλούδια, να φτιάξουμε το στεφάνι…». «Θέλω να μου ανοίξεις τηλεόραση». «Η μαγική λέξη;». «Παρακαλώ, θα μου ανοίξεις τηλεόραση;». (Η κόρη μου, ως μοντέλο του 2004 δεν κατάφερε να μάθει ποτέ τη μαγική λέξη. Αυτός, ως μοντέλο του 2013, έχει φαίνεται καλύτερο προγραμματισμό. Την έχει μάθει μεν αρκετά καλά, αλλά μερικές φορές βραχυκυκλώνει). Υποκύπτω.

10:00 π.μ.

Γύρω από το τραπέζι του πρωινού, λίγο αργότερα, θα περιπέσω ξανά στο αμάρτημα του «κηρύγματος σε εφήβους που δεν δίνουν δεκάρα για όσα τους λες», ενώ έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην το ξανακάνω. Η κόρη μου βρίσκει τότε την ευκαιρία να διαπραγματευτεί για άλλη μια φορά τη μείωση της ποινή της και την επιστροφή του ρούτερ. Το δεύτερο εγκεφαλικό της ημέρας κοντεύει να ξεσπάσει, αλλά το παρακάμπτω άλλη μια φορά: «Τσακαλώτε, στο δωμάτιό σου για 10 λεπτά», λέω με προσποιητή ψυχραιμία δείχνοντάς της την πόρτα. Αποχωρούν με τη φίλη της, σαν κουταβάκια με κατεβασμένα τ’ αφτιά.

«Μπαμπά, γιατί εγώ δεν έχω κινητό;» ρωτάει ο τετράχρονος. Νιώθω πως αυτή τη φορά δεν το γλιτώνω το εγκεφαλικό.

1:00 μ.μ.

Το μεσημεράκι καταφθάνουμε σε εξοχικό σπίτι, καλεσμένοι σε φίλους, σ’ έναν μεγάλο κήπο των παραλιακών προαστίων. Όλοι ευδιάθετοι από τη λιακάδα και τη χαλαρότητα της αργίας. Η «μαρίδα» αποτελείται από τέσσερις έφηβους και άλλα τρία μικρά, κάτω των 6 ετών. Οι γονείς αραχτοί κάτω από ένα βαθύσκιο πλατάνι συζητάνε, τσιμπολογώντας και πίνοντας. Και τότε τα μικρά που παίζουν μπάλα, αρχίζουν να πλακώνονται για ένα διαμφισβητούμενο γκολ, μιας και τα δοκάρια είναι υπαρκτά μεν, αλλά αόρατα. Οι γονείς αυτόκλητοι ορμούν για την απαραίτητη διαμεσολάβηση.

μπαμπάς

Οι έφηβοι, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι, προσπαθούν να βρουν το σήμα του ρούτερ. Ξαπλωμένοι ανά ζευγάρια σε δύο αναπαυτικές αιώρες, κάτω από μια συστάδα δέντρων, φωνάζουν προς το μέρος μας. «Δεν έχει wifi εδώ;». «Δεν έχει» απαντάει η οικοδέσποινα. «Το εξοχικό είναι των παππούδων» (Να φιλήσω τους παππούδες σας!).

Οι έφηβοι δεν πτοούνται: βγάζουν αδιαλείπτως φωτογραφίες με τα κινητά, κάνουν musically με τα κινητά, βγάζουν snapchat με τα κινητά, και η φαντασία τους φτάνει μέχρι εκεί. Ίσως και η επιθυμία τους. Μετά βαριούνται. Κουνιούνται με κατήφεια στις αιώρες για ώρες. Νιώθουν άρρωστοι καθώς είναι ήδη για αρκετό διάστημα αποσυνδεδεμένοι. Όμως κάτι γίνεται και όταν το διάστημα του πένθους περνάει, σηκώνονται ένας ένας, σταδιακά, ασυναίσθητα, και αρχίζουν να παίζουν «μήλα», με τα μικρά και τους μεγάλους που ήδη έχουν ξεκινήσει το παιχνίδι. «Μήλα» εν έτει 2017! Με μπάλα της παλιάς εποχής, χωρίς ενσωματωμένο wifi και gps για να την βρεις με το κατάλληλο app όταν χαθεί στο διπλανό κοτέτσι! Διάολε, εδώ μοιάζει να συντελείται μια μικρή επανάσταση!

5:00 μ.μ.

Οι άντρες έχουμε φάει ένα φορτηγό κρέας (μαζί με τον οδηγό του) κι έχουμε καταπιεί ένα βαρέλι κρασί, ενώ συζητάμε για το ποια είναι η καλύτερη δίαιτα. Καλοκαίρι έρχεται. Τα παιδιά, αφού πρώτα έχουν φάει ένα ολόκληρο παγωτατζίδικο, κάθονται στις αιώρες ή κάτω από διάφορες σκιές για να χωνέψουν. Τα μικρά ψάχνουν ευκαιρία να βασανίσουν κρυφά τα μικρότερα ή διερχόμενα έντομα και τα μεγαλύτερα έχουν καταφύγει πάλι στα κινητά τους. Οι σέλφις όμως είναι πια βαριεστημένες, το musically πάει κι έρχεται, αλλά χωρίς καθόλου συγχρονισμό και όλα δείχνουν πως το γλέντι έφτασε στο τέλος του.

9:00 μ.μ.

Το βράδυ, μπαίνοντας στο σπίτι, η κόρη ζητάει να σερφάρει στο youΤube με εμφανή συμπτώματα συνδρόμου στέρησης. Της θυμίζω ότι είναι τιμωρημένη. Ο μικρός απαιτεί να δει συνδρομητική τηλεόραση που λειτουργεί μέσω ίντερνετ. Όμως ο «κακός» και «άκαρδος» μπαμπάς έχει κρύψει το ρούτερ και σφυρίζει αδιάφορα. Μαύρη Πρωτομαγιά νυχτώνει! Ίσως από τις χειρότερες στη σύγχρονη ιστορία μας. Δεκάδες νεκρών προσδοκιών κείτονται (όχι πια στους δρόμους του Σικάγου, αλλά) στο πάτωμα ενός διαμερίσματος του Ζωγράφου.

Ενώ η γυναίκα μου στρώνει το τραπέζι, εγώ τα προσκαλώ να τους διαβάσω ένα βιβλίο μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό. Ο μικρός ανταποκρίνεται ευχαρίστως, ξεχνώντας εύκολα την απολεσθείσα συνδρομητική. Η μεγάλη στραβομουτσουνιάζει, αλλά παρ’ όλα αυτά ξαπλώνει δίπλα μου με κλειστά μάτια και φαίνεται να εύχεται να ζούσε σε ορφανοτροφείο με πλήρη πρόσβαση στο ίντερνετ.

Όμως ο Παπαδιαμάντης (σε δική μου αυτόματη μεταγραφή για μικρά παιδιά) σιγά σιγά αλλάζει το κλίμα: «…φορούσε μικρή κανελί πόλκα και λευκή φούστα, πολύ κοντή για το ύψος της. Η μητέρα της φαίνεται υπολόγιζε λάθος το πόσο γρήγορα αυτή θα ψήλωνε, και όσο της έραβε κοντά φορέματα, τόσο εκείνη ψήλωνε και ξεπεταγόταν απότομα. Ήταν ήδη 17 και φαινόταν σαν 20 χρονών, υπερβολικά χαριτωμένη και όμορφη, όμοια με την Πρωτομαγιά, που είναι το αποκορύφωμα της Άνοιξης, έτοιμη να παραδώσει τα σκήπτρα της στο αδυσώπητο καλοκαίρι με το δρεπάνι του. Στο θέρος-έρως. Στον έρωτα…».

Δεν ξέρω τι κατάλαβε ο τετράχρονος. Η δεκατριάχρονη όμως είχε αρχίσει να προσηλώνεται. Η δυσθυμία έφυγε απότομα από το πρόσωπό της, τα χείλη της δεν είχαν πια αυτή την παραπονιάρικη κλίση προς τα έξω. Και τώρα άκουγε διψασμένα, όμως κάνοντας κάποια προσπάθεια να κρυφτεί. Την κοίταξα στα μάτια. Αντιλήφθηκε πως την κατάλαβα. «Αν είχε κινητό με free wifi θα μπορούσε να παραγγείλει -και να το έχει σε δύο εργάσιμες- ένα φόρεμα στα μέτρα της από τα Hollister…» μου είπε με χολή και βγήκε απ’ το δωμάτιο για να κρυφακούσει το υπόλοιπο διήγημα απέξω, κρυμμένη πίσω από την πόρτα, με την ησυχία της.

10:00 μ.μ.

Έφαγαν κι ήρθε η ώρα να κοιμηθούν. Πρώτα ξαπλώνω και λέω στον μικρό, για χιλιοστή φορά, το γνωστό παραμύθι με τα καθόλου πρωτότυπα πια λάθη στην αρχή του («μια φορά κι ένα καρό… σακάκι χωρίς παντελόνι…») για να κοιμηθεί. Πριν κλείσει τα μάτια δεν θα παραλείψει να μου πει: «Σ’ αγαπώ μέχρι τ’ αστέρια, μέχρι το φεγγάρι και μέχρι τον γαλαξίαααααααααααααα».

Στη συνέχεια αράζω με τη μεγάλη κανά μισάωρο στο κρεβάτι της, διαβάζοντάς της ανέκδοτα από την πλούσια συλλογή που κρατώ στο κινητό μου, τόσο κρύα όσο και η εποχή των παγετώνων: (- Βιβλία για τζάκια έχετε; – Μάλιστα, κύριε. – Εντάξει, βάλτε μου ενάμισι τόνο). Αλλά χασκογελάμε σαν μαθητές της τρίτης δημοτικού. Την αγκαλιάζω σφιχτά και της δίνω ένα φιλί. Μου λέει «καληνύχτα, μπαμπά» με απαράμιλλη τρυφερότητα. Δεν φαίνεται να την πειράζει καθόλου αυτή τη στιγμή που έχει έναν «τέτοιο κάφρο» για πατέρα, που κλείνει το ρούτερ του σπιτιού για τρεις ολόκληρες ημέρες.

Ο Πλάτων Μαλλιάγκας είναι συγγραφέας και ιδρυτής των Εκδόσεων Mediterra (mediterrabooks.com), που εκδίδουν βιβλία μεταφρασμένα κυρίως στα αγγλικά, και τα δημοσιεύουν στο εξωτερικό, μέσω Amazon, αλλά και στα ελληνικά, με ταυτόχρονη δημοσίευση και κυκλοφορία τους στο Amazon και στην ελληνική αγορά.