Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΛΚΗΣ. Η ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΟ ΤΑΛΚ

Άλκη ΖέηΞέρω πως διάβασα για πρώτη φορά Το Καπλάνι της Βιτρίνας στην πρώτη δημοτικού. Το ξέρω, γιατί έχω σημειωμένη με τα κολλυβογράμματα ενός εξάχρονου στην τελευταία σελίδα του βιβλίου τη φράση «Πελιώ Παπαδιά, 28 Μαΐου 1986». Μόλις τέλειωνα την πρώτη δημοτικού, μια εποχή που τα παιδικά βιβλία ήταν λίγα και είχαν πολύ κείμενο (δύσκολα ένα παιδί εξήμισι ετών θα το διάβαζε σήμερα). Δεν ξέρω τι κατάλαβα από την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με το έργο της Άλκης Ζέη. Προφανώς όχι τα πάντα, αλλά σίγουρα αρκετά. Στο Καπλάνι επανήλθα πολλές φορές μέχρι την εφηβεία μου και έπειτα ως μαμά. Ο γιος μου το διάβασε για πρώτη φορά στη δευτέρα δημοτικού και η κόρη μου στην τρίτη. Παιδιά μεγαλωμένα με εικονοβιβλία, δυσκολεύτηκαν αρχικά να το κατανοήσουν, αλλά σίγουρα, αφού μιλήσαμε πολύ γι’ αυτό και για τη μεταξική δικτατορία, αφού είδαμε και τη θεατρική του μεταφορά, εισέπραξαν πολλά από την ιστορία του.

Το έργο της Άλκης Ζέη

Επιστρέφω στη δική μου παιδική ηλικία. Μετά το Καπλάνι ήρθε Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου. Κλάμα. Πολύ κλάμα, αλλά και βαθιά συνειδητοποίηση της ζωής των παιδιών στην Κατοχή. Ύστερα βρέθηκα Κοντά στις ράγιες κι έμαθα για την προεπαναστατική Ρωσία, τις ανισότητες και τη δίψα για κοινωνική αλλαγή. Στη Μόσχα με επισκέφτηκε κι Ο θείος Πλάτων συστήνοντάς μου, μέσα από την παραβολή ενός παιχνιδιού-γαϊδαράκου τους πολιτικούς πρόσφυγες που κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση ύστερα από τη λήξη του Εμφυλίου. Έπειτα φόρεσα Αρβυλάκια και Γόβες, γνωρίζοντας πιο βαθιά τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης. Στα μέσα του δημοτικού προσπάθησα να διαβάσω και την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (μα, είναι η αγαπημένη μου συγγραφέας, μαμά, γιατί να μην το διαβάσω κι εγώ;) και διαπιστώνω σήμερα ότι κατάλαβα -χάρη στην κατασταλαγμένη ματιά της συγγραφέα πάνω στην ως τότε πορεία της ελληνικής Αριστεράς και χάρη στην εκπληκτική γραφή της- περισσότερα από όσα θα φανταζόταν κανείς ότι θα καταλάβαινε ένα δεκάχρονο από ένα πολιτικό μυθιστόρημα για ενήλικες.

Ως μαμά πια, βαρέθηκα μαζί με τον Μάνο Μια Κυριακή του Απρίλη και θέλησα κι εγώ Τα παπούτσια του Αννίβα (αυτά δεν τα είχα διαβάσει ως παιδί), έκανα Γατοκουβέντες, πέταξα μακριά από τον πόλεμο με μια Μωβ Ομπρέλα (Πλασμώδιο του Λαβεράν, Ελευθερία, πες μας πάλι την ιστορία με τη μωβ ομπρέλα..) και ταξίδεψα στο Βρετανικό Μουσείο παρέα με την Αλίκη στη Χώρα των Μαρμάρων. Πιο πρόσφατα, γνώρισα, παράλληλα με τον γιο μου την Κωνσταντίνα και τις αράχνες της, ένα συγκλονιστικό βιβλίο για τις δυσκολίες των εφήβων και τα ναρκωτικά, αναρωτήθηκα μαζί με τα εγγόνια της συγγραφέα Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά; (η Άλκη Ζέη έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον αρχικό της στόχο) διάβασα την εκπληκτική αυτοβιογραφία Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο για να φτάσω στο σήμερα, σε Ένα παιδί από το πουθενά, στο τελευταίο της βιβλίο, ένα από τα ελάχιστα χωρίς αυτοβιογραφικά στοιχεία, για να θαυμάσω για άλλη μια φορά την αφηγηματική δεινότητα της ενενηντατετράχρονης συγγραφέα και για να τη συναντήσω επιτέλους από κοντά, να μιλήσουμε με για αυτό. Και φυσικά όχι μόνο για αυτό.

Η Άλκη Ζέη σήμερα

Με υποδέχεται στο γεμάτο αναμνήσεις σπίτι της, καθισμένη στην πολυθρόνα της, με το τραπεζάκι και το laptop της ακριβώς δίπλα. Πριν από έναν χρόνο, είχε ένα ατύχημα που έχει περιορίσει κατά πολύ τις εξόδους της και αυτό της κοστίζει, καθώς πριν δεν έμενε βράδυ μέσα, μου λέει. Σταδιακά, όμως, αρχίζει ξανά τις βόλτες, τις ομιλίες και τα ταξίδια. Τις προάλλες επισκέφτηκε το θέατρο ΑΝΕΣΙΣ να δει τη «Μωβ Ομπρέλα» της στο σανίδι. Δυσκολεύτηκε, αλλά το ευχαριστήθηκε. Σύντομα θα πάει στο Μέγαρο Μουσικής, σε εκδήλωση προς τιμήν της που διοργανώνουν οι εκδόσεις Μεταίχμιο και έχει άγχος που θα βρεθεί ξανά μπροστά σε τόσο κόσμο. Λόγω του ατυχήματος, δεν επισκέπτεται σχολεία, κι αυτό της λείπει πολύ, αλλά τα σχολεία πηγαίνουν στον Πολυχώρο Μεταίχμιο και συναντά τους φωτισμένους (όπως λέει) δασκάλους που επιδιώκουν να τη συστήσουν στους μαθητές τους και τα παιδιά εκεί. Πάντα την εκπλήσσουν με όσα ρωτούν, ξεχωρίζει, όμως, ένα περιστατικό, που την κάνει να γελά. Ένας μαθητής τής είπε πως δεν του άρεσε καθόλου το τέλος του Μεγάλου Περίπατου του Πέτρου, γιατί ο Γερμανός σκοτώνει τον Σωτήρη, που ήταν καλός. «Έτσι ήταν οι Γερμανοί», ανταπάντησε εκείνη, «σκότωναν τους καλούς». «Εγώ, κυρία, βρήκα άλλο τέλος», συνέχισε το αγόρι. «Θα έβαζα την ώρα που ήταν έτοιμος ο Γερμανός να σκοτώσει τον Σωτήρη να χτυπήσει το κινητό του, εκείνος να αφαιρεθεί για λίγο, κι ο Σωτήρης να το σκάσει…»

»Είχα την τύχη στη ζωή μου, όταν φοιτούσα στην Σχολή Αηδονοπούλου, να συναντήσω ιδιαίτερα φωτισμένους δασκάλους, που με επηρέασαν και με οδήγησαν στο να γράψω. Φωτισμένους δασκάλους, σαν τον γυμναστή στο «Ένα παιδί από το πουθενά» συναντώ και σήμερα. Είναι σίγουρα όσοι επιδιώκουν να με γνωρίσουν στους μαθητές τους…»

Ένα παιδί από το πουθενά

Τη ρωτώ πώς κατάφερε με τόση οξυδέρκεια να αφουγκραστεί τη ζωή ενός δεκάχρονου παιδιού, με το οποίο τη χωρίζει κοντά ένας αιώνας. Πώς κατάφερε να αντιληφθεί ποια είναι τα προβλήματα που ταλανίζουν τους προ-εφήβους σήμερα, μια και αυτά διαφέρουν εντελώς από όσα απασχολούσαν στην αντίστοιχη ηλικία την ίδια, τα παιδιά της και τα εγγόνια της. «Είναι πολύ απλό», απαντά. «Συναντάω διαρκώς μαθητές, μπαίνω στα σχολεία κι έτσι βλέπω τι συμβαίνει και τι τους απασχολεί σήμερα. Το “Ένα παιδί από το πουθενά” δεν έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία. Το έγραψα για να μιλήσω για το bullying, για τον ρατσισμό, για το προσφυγικό. Εγώ, αν και έζησα στην Τασκένδη και στη Μόσχα κι έπειτα στο Παρίσι ποτέ δεν ένιωσα ξένη. Στη μεν ΕΣΣΔ αντιμετώπιζαν τους πολιτικούς πρόσφυγες με ιδιαίτερο σεβασμό, στη δε Γαλλία, ήμαστε μέλη της εξόριστης από τη Χούντα πνευματικής ελίτ και ζήσαμε πολύ καλά. Όμως όσα βλέπω να συμβαίνουν με τους πρόσφυγες σήμερα, το πώς τους αντιμετωπίζει μερίδα της κοινωνίας με πληγώνει· ήθελα να γράψω γι’ αυτό. Όπως ήθελα να γράψω και για τους άστεγους, που δεν είναι αλήτες, αλλά άνθρωποι που έτυχε να βρεθούν σε δυσμενή θέση».

Η πρώτη έμπνευση; Ούτε που θα τη φανταζόσασταν! «Πριν από μερικά χρόνια είχα πάει στο Μέγαρο Μουσικής να δω τον Τζο Νέσμπο, που είχε έρθει να μιλήσει στο ελληνικό κοινό, προσκεκλημένος των εκδόσεων Μεταίχμιο. Είμαι φανατική αναγνώστριά του. Ο Νέσμπο, ψηλός, ξανθός, αδύνατος, βρέθηκε στη σκηνή με έναν σάλτο και, καθώς άρχισε να μιλάει, μου ήρθε στο μυαλό μια παιδική εκδοχή του. Έτσι, στο μυαλό μου γεννήθηκε ο Ίκαρος, ο δεκάχρονος πρωταγωνιστής του βιβλίου και γύρω του έχτισα μια ιστορία μέσα στην οποία έχει μια μικρή θέση και ο Νέσμπο».

Για όσους δεν έχουν διαβάσει ακόμα το βιβλίο, ο Ίκαρος Λαμπρίδης είναι ένας «μικρός πρίγκιπας» του αιώνα μας, ένα παιδί που μοιάζει να έχει έρθει από το πουθενά, χωρίς γονείς, που μεγαλώνει χωρίς στοργή στο Παγκράτι με τη θεία του Ελένη-Ιοκάστη Καποδίστρια. Η θεία κουβαλάει κι εκείνη ένα σκληρό παρελθόν και δεν ξέρει τι να κάνει με το παιδί. Δεν του μιλάει ΠΟΤΕ για τους γονείς του, κι ο Ίκαρος ό,τι έχει μάθει είναι κρυφακούγοντας τη όταν παίζει μπιρίμπα με τις φίλες της και αναπολούν το αντιστασιακό τους παρελθόν. Όλη της την αγάπη, η Ελένη-Ιοκάστη τη βγάζει σε έναν παπαγάλο, το Αγόρι, που ο ήρωάς μας αντιπαθεί σφόδρα. Κι έτσι μεγαλώνει ο Ίκαρος, δακτυλοδεικτούμενος στο σχολείο, χωρίς να πηγαίνει σε πάρτι, χωρίς να μαθαίνει αγγλικά, χωρίς εξωσχολικές δραστηριότητες, χωρίς βασικές γνώσεις, με μια μόνο φίλη, την Ξένια, ένα παιδί από το πουθενά. Όμως, ξαφνικά τα πάντα αλλάζουν. Αποκτά έναν νέο φίλο. Μαθαίνει ποιος είναι ο Τζο Νέσμπο. Ανακαλύπτει το παρκούρ. Γνωρίζει τον θείο της Ξένιας. Αποκτά έναν δικό του «θείο». Ο γυμναστής του του προτείνει μια εκδρομή. Χωρίς να το καταλάβει, στήνεται γύρω του το υποστηρικτικό περιβάλλον που του έλειπε χρόνια και βρίσκεται να αντιμετωπίζει με επιτυχία το bullying, να εξασφαλίζει σπίτι σε έναν άστεγο, να πηγαίνει διακοπές κάπου εκτός από την Ανάβυσσο, να κυλιέται αγκαλιά με έναν σκύλο, να αγοράζει καινούργια παπούτσια, λίγο πιο μοντέρνα, να βλέπει ότι υπάρχουν ηλικιωμένοι που δεν έχουν κανένα στερεοτυπικό χαρακτηριστικό, να μαθαίνει μπάσκετ, να τραγουδάει, να πρωταγωνιστεί σε ταινία, να αποκτά κουλ παρατσούκλι, να κάνει κολλητό του έναν μετανάστη, να ψωνίζει κατσαρόλες στη Σπάρτη, να κάνει έναν παπαγάλο να ζηλέψει, να εξημερώνει ακόμα και την Ελένη-Ιοκάστη. Να δίνει ελπίδα σε όλους μας ότι ένας καλύτερος κόσμος, χωρίς διακρίσεις, χωρίς ρατσισμό, με παιδιά ελεύθερα από προκαταλήψεις και ενήλικες ανοιχτόμυαλους είναι τελικά εφικτός.

Το χαμένο βιβλίο

«Δεν γράφω πολιτικά μυθιστορήματα», απαντά η συγγραφέας στην παρατήρησή μου ότι και αυτό το βιβλίο είναι με τον τρόπο του πολιτικό, όπως τα προηγούμενά της, αυτά με τα οποία μεγάλωσα και διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό, μαζί με τα κείμενα της Ζωρζ Σαρρή, την πολιτική μου ταυτότητα. «Τουλάχιστον, δεν έχω ποτέ αυτόν το σκοπό αρχικά. Αυτό που κάνω είναι να περιγράφω την καθημερινότητα, είτε όπως τη βίωσα, είτε όπως την παρατηρώ. Ξέρετε, το βιβλίο αυτό παρ’ ολίγον να μην κυκλοφορήσει», προσθέτει και μου αφηγείται την ακόλουθη ιστορία.

Έχοντας ήδη γράψει ογδόντα σελίδες, το κείμενο χάθηκε ξαφνικά από τον υπολογιστή και από το στικάκι της. Βρισκόταν, μάλιστα, τότε στο Πήλιο και τόσο η ίδια, όσο και ο Νώντας και η Βάσω Παπαγεωργίου, οι εκδότες του Μεταιχμίου που τη φιλοξενούσαν, επιστράτευσαν κάθε… χάκερ του Βόλου αρχικά και των Αθηνών έπειτα, αλλά κανείς δεν κατάφερε να ανακτήσει το αρχείο. Η Άλκη Ζέη απογοητεύτηκε. Είναι, άλλωστε από τις συγγραφείς που δεν κρατούν σημειώσεις και δεν είχε καν έναν καμβά πάνω στον οποίον θα βασιζόταν. Αυτή που την πίεσε να το ξαναπιάσει ήταν η εγγονή της. Κι έτσι, η συγγραφέας πείσμωσε, ξεκίνησε εκ νέου και τελικά ολοκλήρωσε το «Παιδί». Όταν η εγγονή της  ήρθε από τις Βρυξέλλες, η γιαγιά της πήρε μια γαλάζια USB που ήταν από καιρό παρατημένη πάνω στο γραφείο της, τη γέμισε φωτογραφίες και έστειλε την κοπέλα να τις εκτυπώσει. Μέσα στο στικάκι αυτό βρισκόταν -άγνωστον πώς- το χαμένο βιβλίο… Η σύγκρισή τους έδειξε ελάχιστες διαφορές.

Το μέλλον

Αυτή την περίοδο η Άλκη Ζέη δεν γράφει κάτι, καθαρίζει το μυαλό της από το τελευταίο της βιβλίο και δεν ξέρει αν θα ξαναγράψει. «Τι θα γίνει; Θα φτάσω εκατό χρονώ και θα βγάζω βιβλία ακόμα;» αναρωτιέται. Πριν προλάβω καν να της απαντήσω πως ναι, θέλουμε να φτάσει και εκατό και εκατόν είκοσι και να είναι ακόμα παραγωγική, παρεμβαίνει η κοπέλα που τη φροντίζει. «Μην την ακούτε», μου λέει, «η κυρία Άλκη δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να γράφει. Ξεκουράζεται λίγο και σύντομα θα πιάσει ξανά το λάπτοπ της». Η συγγραφέας γελάει: «Αν βρω την ιδέα, τίποτα δεν αποκλείω», παραδέχεται τελικά και με ενημερώνει πως στις εκδόσεις Μεταίχμιο βρίσκεται υπό έκδοση κι άλλο ένα βιβλιαράκι της, ένα εικονογραφημένο παραμύθι με τίτλο «Ο νυχτερινός περίπατος της γιαγιάς», που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη.

Έχει, άραγε, καμιά συμβουλή να δώσει στους μικρούς αναγνώστες της; Δεν της αρέσουν οι συμβουλές, λέει. Αλλά έχει κάτι να τους προτείνει: Να κλείσουν επιτέλους τα κινητά και να πιάσουν κανένα βιβλίο! Όπως είπε μια φίλη μου, ευτυχώς που υπήρχε η Άλκη Ζέη όταν ήμαστε μικροί. Θα συμπληρώσω ότι ευτυχώς που υπάρχει η Άλκη Ζέη ακόμα, και τώρα που μεγαλώσαμε λιγάκι, διαχρονικό σημείο αναφοράς και για τα δικά μας παιδιά, χάρη στον καθαρό τρόπο γραφής της, στη γλωσσική αρτιότητα, στην κριτική στάση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις, στο χιούμορ και στη διεισδυτική ματιά της στα γεγονότα. Από το μακρινό πλέον καθεστώς της 4ης Αυγούστου, μέχρι τη σύγχρονη οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση… Η Άλκη Ζέη είναι η σύγχρονη ζωντανή ιστορία της Ελλάδας. Όπως λέει κι η ίδια: « Άθελά μου, η ζωή μου μπλέχτηκε μέσα στην ιστορία κι έγινα κι εγώ ένα κομμάτι της. Το συγγραφικό μου, λοιπόν έργο, θέλω δεν θέλω, είναι γεμάτο ιστορία… Αν πέτυχα να κάνω τα παιδιά να την ακούσουν τουλάχιστον, το μέλλον θα δείξει». Δεν χρειάζεται να περιμένουμε το μέλλον. Την ακούσαμε την ιστορία κι εμείς και τα παιδιά μας.

978-618-03-2148-7_1-3

Το βιβλίο της Άλκης Ζέη «Ένα παιδί από το πουθενά» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο