ΞΑΝΘΗ ΤΣΙΓΓΑΝΟΠΟΥΛΑ

Η νύφη αργούσε, ενώ η καρότσα, στολισμένη, είχε φτάσει από ώρα. Η Αϊμά σαν να σφύριξε στα κορίτσια πως η κοπέλα αγαπούσε άλλον, όμως η φήμη της απαγωγής δεν έπρεπε να φανερωθεί… Μακάρι η κλεμμένη να ’ταν εκείνη η ξανθιά, στητή και λυγερή που καθένας ελπίζει να συναντήσει ανάμεσα στους γύφτους (ντοκιμαντέρ ROM, 1989)

Είκοσι ετών, σε νησί, ξημερώματα, έξω από μπαρ, τσιγγανοπούλα πωλήτρια λουλουδιών μού προσφέρει ένα γαρίφαλο λέγοντας ότι είμαι πολύ όμορφος (μην τρελαίνεστε, με τα τσιγγάνικα πρότυπα ομορφιάς). Σχεδόν αυτόματα χρησιμοποιώ την επικείμενη αναχώρησή μου για Αγγλία ως δικαιολογία για να την αποφύγω, εν μέσω πειραγμάτων από τις φίλες ή «ομόφυλές» της (όπως θα τις αποκαλούσαν έγκριτοι δημοσιογράφοι). Όχι μόνο δεν μπορούσα να τη δω σαν πιθανή κοπέλα μου, αλλά ούτε καν ως σεξουαλικό αντικείμενο, δεν την κοίταζα καν, δεν με ενδιέφερε η εμφάνισή της. Την επόμενη μέρα φίλος την παρατήρησε στον δρόμο και μου είπε (σε ελεύθερη απόδοση) ότι η συγκεκριμένη ήταν πολύ όμορφη. Ήταν όντως.

Δεν ήξερα τότε, ήμουν μικρός, γεμάτος προκαταλήψεις και στερεότυπα. Όπως αυτά που διακατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής και παγκόσμιας κοινωνίας που κατηγορεί τους Ρομά επειδή δεν ενσωματώνονται, αλλά ταυτόχρονα επαναστατεί στο ενδεχόμενο να πάει το παιδί του στο ίδιο σχολείο με τσιγγανάκια (σαν να μη μας έφταναν οι μετανάστες δηλαδή), να έρθουν τσιγγάνοι στη γειτονιά ή στην πολυκατοικία του (τσαντίρι θα το κάνουμε;), ή να μεταφερθεί τσιγγάνικος καταυλισμός στον δήμο του (χίλιες φορές χωματερή, κεραίες κινητής τηλεφωνίας και πυρηνικοί αντιδραστήρες). Αναφερόμαστε στο πιο προοδευτικό κομμάτι της κοινωνίας, ασφαλώς, αφού οι υπόλοιποι τους αντιμετωπίζουν ως ανθρωπόμορφα απορρίμματα που πρέπει να απελαθούν (σιγά που είναι πολίτες), να στειρωθούν (αφού δεν μπορούν να τα συντηρούν, τι γεννοβολούν σαν τις κουνέλες;), να εξολοθρευτούν – κάποια Οριστική Λύση να βρεθεί, τέλος πάντων, που να ικανοποιεί αμφότερα τα μέρη: και το κράτος, και τους νορμάλ πολίτες. Υπάρχουν εξάλλου ιστορικά προηγούμενα εφαρμογής τέτοιων «πολιτικών μέτρων». Είναι γνωστό ότι οι τσιγγάνικοι καταυλισμοί, εκτός του ότι δεν υπακούν στους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής και πολιτισμού, είναι άντρα παρανομίας και ακολασίας: ναρκωτικά, όπλα, κλοπές, πορνεία, εκμετάλλευση ανηλίκων, πωλήσεις βρεφών και παιδιών, εμπορία οργάνων. Όταν ήμουν μικρός πηγαίναμε κάποιες Κυριακές σε μια ταβέρνα που διαφήμιζε ότι είχε «ΠΑΙΔΑΚΙΑ». Κάπως έτσι φαντάζονται οι ευυπόληπτοι τηλεπολίτες την τσιγγάνικη επιχειρηματικότητα.

Ας θυμηθούμε την περίπτωση της «μικρής Μαρίας», του κατάξανθου (όχι απλά ξανθού) κοριτσιού με τα τεράστια καταγάλανα, σύμφωνα με έγκυρες δημοσιογραφικές πηγές, ή πρασινογάλανα, κατά το πόρισμα έγκριτων οφθαλμιατρολόγων, μάτια. Κόρη ξανθή και γαλανή εντοπίστηκε εν μέσω γύφτων. Τι δουλειά είχε ο ξανθός άγγελος με ανθρώπους που αν είχε χρώμα η βρομιά θα είχε το όνομά τους; Η υπόθεση αυτή αποκάλυψε ότι η αστυνομία έχει εκπαιδευτεί στην επιστήμη της φυσιογνωμίας, με κάποιους μάλιστα να εξειδικεύονται στην αναλογία Χ χρωματοσωμάτων, λίγδας και παραβατικότητας. Μετά από ντου σε τσιγγάνικο καταυλισμό (υπόθεση ρουτίνας δηλαδή), η αστυνομία ανακοίνωσε ότι «εντοπίστηκε κοριτσάκι τα χαρακτηριστικά του οποίου δεν προσομοίαζαν επ’ ουδενί με τους φερόμενους ως γονείς». Σε αντίστοιχη πρόσφατη περίπτωση στη Σπάρτη ο λόγος προσαγωγής ήταν ότι «τα χαρακτηριστικά των ανήλικων παιδιών διαφοροποιούνται εμφανώς από αυτά των φερόμενων ως γονέων». Η μικρή Μαρία ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα θα λέγαμε, αν τα χρώματα της μεταφοράς αυτής δεν ήταν αντίστροφα του λερί των τσιγγάνων και του αγνόλευκου του κοριτσιού.

Αφού λοιπόν την εντοπίσαμε, έπρεπε να την ταξινομήσουμε. Οι φυσιογνωμιστές δήλωσαν αδυναμία, ζητώντας τη βοήθεια «ανθρωπολόγων», όπως διαβάζαμε επανειλημμένως, κάτι λογικό μιας και οι τελευταίοι είναι απολύτως εξοικειωμένοι με τα διάφορα είδη Homo Gyftus. Οι ειδικοί ανθρωπολόγοι θα προέβαιναν σε εξέταση της δομής των οστών και σε κρανιομέτρηση, όπως είναι ή θα έπρεπε να είναι η δουλειά τους, για να μας πουν επιτέλους σε ποια φυλή ανήκει (άνεργοι ανθρωπολόγοι, μη στέλνετε βιογραφικά, η θέση έχει καλυφθεί). Αυτό δεν μπορεί φυσικά να γίνει από μια φωτογραφία, χρειάζονται ακτινογραφίες, ενώ κρίσιμος θεωρείται ο παράγοντας των ζυγωματικών. Οι δημοσιογράφοι γνώριζαν βεβαίως εξαρχής ότι το παιδί είναι από την Ολλανδία ή τη Σκανδιναβία, δεν είμεθα δα και τυφλοί. Οι εξετάσεις DNA απέδειξαν περίτρανα ότι δεν ήταν αυτοί οι βιολογικοί γονείς του ή, όπως διαβάσαμε, ότι δεν έχει τσιγγάνικο DNA, το οποίο, ως γνωστόν, ομοιάζει με το DNA του πιθήκου κατά 98%, ενώ των νορμάλ ανθρώπων διαφέρει από το DNA του πιθήκου κατά 2% και αυτό είναι που κάνει τη διαφορά. Όπως είπαν και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης (τουτέστιν η αστυνομία – τουλάχιστον στο πολιτικό ρεπορτάζ έχεις πολλά κόμματα, στο αστυνομικό πού να βρεις πλουραλισμό;): «Δεν ανακαλύψαμε τον τροχό με τα αποτελέσματα της έρευνας στον οικισμό των Φαρσάλων. Όλοι ξέρουμε τα αδικήματα στα οποία εμπλέκονται αθίγγανοι όπως κλοπές, εμπόριο ναρκωτικών, ακόμα και αγοραπωλησίες παιδιών».

Οι ελπίδες των «κανονικών ανθρώπων» που έχουν χάσει τα παιδιά τους αναπτερώθηκαν μετά την ανακάλυψη της Μαρίας στα έγκατα των παραβατικών Ρομά. Όμως μετά συνέβη κάτι που κανείς δεν είχε προβλέψει: το τεστ DNA έδειξε ότι ο κατάξανθος άγγελος δεν ανήκε σε κάποια άρια δυτικοευρωπαϊκή οικογένεια που συνάρτησε την ελπίδα εντοπισμού του χαμένου της παιδιού με την κατασυκοφάντηση των τσιγγάνων που κλέβουν παιδιά. Σαν να μην έφτανε αυτό, η βιολογική μητέρα του είχε και άλλα ξανθά παιδάκια, άγγελοι-γυφτάκια, θα σας γελάσουμε. Αφού, λοιπόν, η υπόθεση της απαγωγής ενός λευκού παιδιού από μια τσιγγάνα διαψεύστηκε, το λιγότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να καταδείξουμε τουλάχιστον την αθλιότητα της ζωής του τσιγγαναγγελακιού. Το παιδί βρέθηκε, διαβάσαμε, κλεισμένο σε δωμάτιο στα Φάρσαλα (ενώ το γεγονός ότι είχε δικό του δωμάτιο, ενώ οι υπόλοιποι κοιμούνταν όλοι μαζί στρωματσάδα, δείχνει απεναντίας την ξεχωριστή θέση του). Η ιστορία συνοδευόταν συνήθως από φωτογραφίες «πριν» και «μετά». Η πρώτη φωτογραφία το έδειχνε φοβισμένο, αγχωμένο, αναστατωμένο (το γεγονός ότι 41 ένοπλοι αστυνομικοί είχαν εισβάλει σπίτι τους αξημέρωτα και την τραβολογούσαν από τις κουβέρτες ασφαλώς δεν έπαιξε κάποιον ρόλο), με κουρελιασμένα ρούχα, βρόμικα δάχτυλα και κοτσίδες βουτηγμένες σε βαφή. Πριν αποκαλυφθεί το τσιγγάνικο DNA, το συμπέρασμα που έβγαινε αβίαστα ήταν ότι η Μαρία είχε τσιγγανοποιηθεί. Όταν μάθαμε ότι και η βιολογική μητέρα της είναι τσιγγάνα, τα ίδια στοιχεία ερμηνεύτηκαν ως τεκμήρια δυστυχισμένου και εξαθλιωμένου βίου. Η φωτογραφία τού «μετά» την έδειχνε πλυμένη, καθαρή, με ροζ πιτζάμες, σαν κανονικό κοριτσάκι δηλαδή.

thumbnail

Στην παρουσίαση της αθλιότητας συνέβαλε αποφασιστικά και το Χαμόγελο του Παιδιού, το οποίο ανέλαβε την προσωρινή και εν τέλει οριστική επιμέλεια της Μαρίας. Ένα βίντεο που δείχνει τη μικρή Μαρία να χορεύει σε τσιγγάνικο γλέντι σχολιάστηκε αρνητικά από τον πρόεδρο της οργάνωσης, κ. Γιαννόπουλο, λέγοντας ότι «τη χρησιμοποιούσαν σαν αρκούδα που χορεύει προκειμένου να εξασφαλίζουν χρήματα!» (μια δήλωση που έκανε τον γύρο του κόσμου – δεν αποδείχθηκε σε καμία περίπτωση ότι οι γονείς εκμεταλλεύονταν ή κακομεταχειρίζονταν το παιδί, το αντίθετο μάλιστα). Σε συνέντευξή του είχε δηλώσει ότι «το παιδάκι αυτό είναι ένα εμπόρευμα για αυτούς τους ανθρώπους και μη μου πει κανείς ότι νοιάζονται ιδιαίτερα γιατί δεν θα το πιστέψω». Ψυχολόγοι της οργάνωσης το χαρακτήριζαν «αγρίμι», έλεγαν ότι δεν είχε την ανάπτυξη των παιδιών της ηλικίας του και ότι ήταν «προσκολλημένο στη 40χρονη τσιγγάνα» (τετράχρονο προσκολλημένο στη μάνα του, πού ακούστηκε;) Μετά που πήγε στο ίδρυμα, όπως ήταν αναμενόμενο, η Μαρία μεταμορφώθηκε. Από φοβισμένο αγρίμι έγινε η «τσαούσα του σπιτιού». Το ξανθό αγγελούδι, περιγράφει ο κ. Γιαννόπουλος, τρώει κανονικά το φαγητό του και κοιμάται νωρίς, ενώ δεν νοσταλγεί τους «γονείς» και τα «αδέρφια» του (αν είχαν καθιερωθεί τα πολλά εισαγωγικά σαν τα πολλά θαυμαστικά θα διαβάζαμε τουλάχιστον οι «««γονείς»»»). Η μικρή Μαρία τελικά δεν είχε ούτε απαχθεί, ούτε κακοποιηθεί. Παρ’ όλα αυτά, οι γονείς της προφυλακίστηκαν. Η εισβολή αστυνομικών και εισαγγελέων σπίτι της, η φυλάκιση των ανθρώπων που τη φρόντιζαν (αν το «γονείς» ενοχλεί όταν αναφερόμαστε σε αυτούς, ενώ την ίδια στιγμή υποστηρίζουμε ότι ο ρόλος του γονέα δεν σχετίζεται με τη βιολογία), η βίαιη απόσπασή της από τον οικισμό όπου ζούσε και μεγάλωνε, η εισαγωγή της σε νοσοκομείο και έπειτα σε ίδρυμα, η σωματική και ψυχολογική «ανάκριση» από γιατρούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, η δημοσίευση και υπερπροβολή της φωτογραφίας της πανελλαδικά και παγκοσμίως, φροντίζουν δήθεν για την ομαλότητα της ζωής και την παιδική της ηλικία. Η μικρή Μαρία σίγουρα απέκτησε ένα τεράστιο χαμόγελο όταν απήχθη από τους οικείους της για να μεταφερθεί στο ίδρυμα (οι θεωρίες του στιλ «η χειρότερη οικογένεια είναι καλύτερη από το καλύτερο ίδρυμα» δεν ισχύουν για τους γύφτους), ενώ σκασίλα μας για τα υπόλοιπα σκουρόχρωμα παιδιά της οικογένειας που βρέθηκαν ξαφνικά να μεγαλώνουν χωρίς γονείς, όπως και για όλα τα υπόλοιπα τσιγγανάκια του κόσμου που μεγαλώνουν σε ίδιες και χειρότερες συνθήκες.

Μια απλή καταγγελία ή υποψία αρκεί για να αναστατωθούν ζωές παιδιών και ενηλίκων, παιδιά να αποσπαστούν προσωρινά ή μόνιμα από αυτούς που γνώρισαν ως γονείς, να υποβληθούν σε εξετάσεις και τεστ DNA, να δουν τους γονείς τους (βάλτε όσα εισαγωγικά θέλετε) προφυλακισμένους, κατηγορούμενους ότι τα έκλεψαν ή ότι σχεδίαζαν να τα πουλήσουν ολόκληρα ή με το κομμάτι. Αρκεί βέβαια να είναι Ρομά. Αναλογιστήκαμε ποτέ τι ανασφάλεια θα δημιουργήθηκε στις τσιγγάνικες οικογένειες με ξανθά ή, τέλος πάντων, ανοιχτόχρωμα τέκνα; Μια ανασφάλεια που δεν θα νιώσουμε ποτέ εμείς οι υπόλοιποι, όσο κι αν δεν μας μοιάζουν τα παιδιά μας. Αν και η υιοθεσία έγχρωμων παιδιών από λευκούς σταρ θεωρείται κίνηση φιλανθρωπίας, απορρίπτεται εξ ορισμού η πιθανότητα μια οικογένεια τσιγγάνων να αγαπήσει ένα παιδί που της δόθηκε από μητέρα που δεν είχε τη δυνατότητα να το μεγαλώσει.

Τα λόγια των τσιγγάνων δεν στάθηκαν ικανά να συγκινήσουν. Κανείς δεν είδε στην ιστορία της μικρής Μαρίας μια στοργική και ανιδιοτελή πράξη αγάπης και αλληλεγγύης, όλοι ψάχναμε εγωιστικά και ποταπά κίνητρα και ένστικτα, εξαπολύοντας φριχτές κατηγορίες για αγοραπωλησίες, εκμετάλλευση, εμπορία οργάνων. Η αγράμματη μάνα είπε ότι λυπήθηκε το παιδί και το κράτησε, παρά τις αντιδράσεις του άντρα της, αφού δεν μπορούσαν καλά καλά να θρέψουν τα δικά τους: «Δεν της κάναμε κακό. Την αγαπάμε και μας αγαπάει. Της δώσαμε όσα μπορούσαμε, όπως και στα υπόλοιπα παιδιά μας». Πόσοι θα δέχονταν άραγε σήμερα τις ευθύνες και τα έξοδα ξένων παιδιών στη δική τους οικογένεια, τη στιγμή που κάνουμε όλο και λιγότερα ή καθόλου παιδιά για οικονομικούς λόγους; Όλα δείχνουν ότι οι γονείς δεν κακομεταχειρίζονταν τη μικρή Μαρία και ότι είχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά τους. Δεν της φέρονταν χειρότερα επειδή δεν ήταν «δικό τους» παιδί, δεν εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι μπορούσαν να την κάνουν ό,τι θέλουν αφού δεν θα την έψαχνε κανείς, εφόσον και η ίδια η βιολογική της μάνα την είχε ξεχασμένη. Ακριβώς επειδή ήταν παρατημένη και δεν είχε αλλού να πάει την περιέβαλαν με περίσσεια αγάπη και στοργή, κι ας λέει η μάνα ότι την αγαπούσε σαν τα άλλα: «Την έχω αγαπήσει πάρα πολύ σαν τη ζωή μου. Ήξερα ότι αφού ήταν σε μένα δεν υπήρχε κανένας για αυτήν. Ήμουν μόνο εγώ».

Δεν μας συγκινούν όμως αυτά. Τριάντα επτά ετών, έξω από παιδική χαρά, δύο τσιγγάνες κοιτάζουν το παιδί μου γεμάτες χαρά και ενθουσιασμό και μου λένε πόσο όμορφο είναι (όχι με τα τσιγγάνικα πρότυπα ομορφιάς, είναι λευκό και γαλανό, καμιά σχέση με μένα). Πολλές γυναίκες το κανακεύουν και του λένε καλά λόγια όταν πηγαίνουμε βόλτα. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε περάσει από τον νου μου, ωστόσο, έστω και αν ντράπηκα μετά για αυτήν τη σκέψη μου, ότι αν το πετύχαιναν μόνο του ίσως και να το έκλεβαν. Εύχομαι κάποτε η Μαρία να μας μισήσει που ασχοληθήκαμε τόσο μαζί της μόνο και μόνο επειδή είχε λευκό δέρμα, ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια· να τρίψει τη ζωή της στα μούτρα μας μέχρι να γίνουν λερά, σαν των γύφτων. Πρώτη γνωριμία του εαυτού μας.