ΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΟΚΟΡΕΣ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ: ΤΟ ΧΕΙΡΟΜΥΛΑΚΙ

χειρομυλάκιΟι αγαπημένες μας Παραμυθοκόρες επιστρέφουν στο Τaλκ για να μας αφηγηθούν το παραμύθι «Το χειρομυλάκι». 

Πριν από την αφήγηση
Συζητήστε τι είναι το Πάσχα για τα παιδιά σας, την οικογένεια και για εσάς. Θυμηθείτε τα δικά σας Πάσχα από τότε που ήσασταν μικροί και μικρές. Τα παιδιά λατρεύουν να ακούν τέτοιες ιστορίες, από το δικό σας παρελθόν. Συνδέονται μαζί σας, τους θυμίζετε ότι και εσείς ήσασταν κάποτε σαν και αυτά. Μη διστάσετε να τους αποκαλύψετε σκανταλιές. Και να το κάνετε με ένα πονηρό χαμόγελο. Και όταν έχετε γίνει όλοι παιδιά, απολαύστε μαζί την ιστορία που σας έχουμε ετοιμάσει.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο αδέρφια. Ο ένας ήταν πλούσιος πολύ, είχε όλα τα αγαθά του κόσμου και ζούσε σε ένα παλάτι στην κορυφή του λόφου. Ο άλλος ήταν φτωχός, δεν είχε στον ήλιο μοίρα και ζούσε σε ένα καλυβάκι πλάι στη θάλασσα.
Ήρθε το Πάσχα και ο φτωχός αδερφός δεν είχε να πάρει ούτε ένα αρνί για να φάει με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Είχε χάσει τον ύπνο του και στενοχωριόταν πολύ. Μια μέρα αποφάσισε να πάει στην κορυφή του λόφου να ζητήσει βοήθεια από τον πλούσιο αδερφό του. Πρωί πρωί ξεκίνησε και πήρε το μονοπάτι για τον λόφο. Σαν έφτασε στο αρχοντικό, στην κορυφή του λόφου, χτύπησε την πόρτα και περίμενε. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε και στο κατώφλι της φάνηκε ο πλούσιος αδερφός.
«Τι θέλεις εσύ εδώ;» τον ρώτησε άγρια και τα μάτια του πετούσαν φωτιές από τον θυμό.
«Αδερφέ μου, έρχεται Πάσχα και δεν έχω να πάρω φαγητό για τα παιδιά μου! Σε παρακαλώ, βοήθησε με! Εσύ έχεις όλα τα καλά! Σε παρακαλώ, βοήθησε με!»
Μα εκείνος θύμωσε πολύ και του έβαλε τις φωνές και του είπε να φύγει από το αρχοντικό του.
Ο φτωχός αδερφός, απελπισμένος όπως ήταν, έμεινε εκεί και συνέχισε να τον παρακαλεί.
«Σε παρακαλώ, αδερφέ μου. Εσύ έχεις ολόκληρα κοπάδια με ζώα, δώσε μου κι εμένα ένα να φάνε τα παιδιά μου».
«Καλά, περίμενε εδώ», είπε ο πλούσιος αδερφός και έκλεισε με δύναμη την πόρτα.
Πήγε πίσω, εκεί που είχε τα κοπάδια του, και διάλεξε το πιο αδύνατο, το πιο κοκαλιάρικο, το πιο αρρωστιάρικο αρνί, το πήρε στα χέρια του και το πήγε στον αδερφό του.
«Να, πάρε αυτό εδώ και πήγαινε στον δαίμονα κι ακόμα παραπέρα!»
Έτσι είπε, του πέταξε το κοκαλιάρικο αρνί στα μούτρα κι έκλεισε την πόρτα με δύναμη.
Τα μάτια του φτωχού γέμισαν δάκρυα. Τι λόγος ήταν αυτός που του είπε ο αδερφός του; Η καρδιά του έσπασε στα δυο. Κοίταξε εκείνο το αρρωστιάρικο αρνί. Δυο κόκαλα όλο κι όλο! Πώς να πάει στα παιδιά του με αυτό; Αποφάσισε λοιπόν να πάει εκεί που τον έστειλε ο αδερφός του. Έβαλε το κοκαλιάρικο αρνί στους ώμους, έβαλε το ένα πόδι μπροστά στο άλλο και κίνησε να πάει στο δαίμονα κι ακόμα παραπέρα.
Κατηφόρισε τον λόφο, βγήκε από το χωριό, μπήκε στο δάσος και περπατούσε σκυμμένος, μέχρι που έπεσε η νύχτα. Στάθηκε και κοίταξε γύρω του. Ήταν βαθιά μέσα στο δάσος και δεν ήξερε κατά πού να πάει. Όλα φαίνονταν ίδια μέσα στο πυκνό σκοτάδι.
Και τότε, κάπου εκεί ανάμεσα στα δέντρα, είδε ένα φως. Ένα φως στην κορυφή ενός λόφου.
«Όπου υπάρχει φως υπάρχουν άνθρωποι», σκέφτηκε και πήγε κατά κει.
Όσο πλησίαζε προς εκείνο το φως, άκουγε ήχους παράξενους, αλλόκοσμους, ανατριχιαστικούς. Όλο και πιο δυνατά ακούγονταν εκείνοι οι ήχοι και
Εκεί, μπροστά στα μάτια του, ήταν ένα ξέφωτο και στο κέντρο ήταν μια μεγάλη φωτιά. Ολόγυρά της είχαν στήσει γλέντι όλα τα δαιμονικά, όλα τα τέρατα, τα παγανά, οι δράκοι και οι μάγισσες του κόσμου. Πάγωσε το αίμα του, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και τα πόδια του έτρεμαν. Έκανε ένα βήμα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόσεξε και πάτησε ένα κλαδί.
«Ποιος; Ποιος είναι εκεί;» στρίγγλισαν τα δαιμόνια.
Πήγε να φύγει ο φτωχός, αλλά πριν προλάβει, ένα χέρι τον άρπαξε, τον σήκωσε στον αέρα και τον ακούμπησε μπροστά στον αρχιδαίμονα.
«Ποιος είσαι εσύ και τι θέλεις εδώ; Μίλα, αλλιώς θα σε κάνω χίλια κομμάτια!»
Εκείνος, μέσα στην τρομάρα του, έψαχνε να βρει τι θα πει και το βρήκε.
«Άρχοντά μου, εγώ ήρθα να σου φέρω αυτό το δώρο», είπε και κατέβασε από τους ώμους του το αρνί.
Ο αρχιδαίμονας έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Κανένας άνθρωπος δεν ήρθε ποτέ εδώ και σίγουρα κανένας ποτέ δεν έχει φέρει δώρο. Το δώρο θέλει αντίδωρο και πάλι δώρο μένει», είπε ο αρχιδαίμονας.
Έβγαλε τότε μέσα από τα ρούχα του ένα χειρομυλάκι.
«Δεν… Δεν είναι ανάγκη», ψέλλισε ο φτωχός.
«Μα, αυτό είναι ένα μαγικό χειρομυλάκι! Σαν λαχταράει κάτι η ψυχή σου, ζήτα το και πες του τα μαγικά λόγια», είπε και ψιθύρισε στο αυτί του τα μαγικά τα λόγια. «Σαν έχεις αρκετό από αυτό που θες, πες τούτα τα μαγικά λόγια», και του είπε και άλλα λόγια, «και το χειρομυλάκι θα σταματήσει».
Άστραψαν τα μάτια του φτωχού.
«Ευχαριστώ, ευχαριστώ!» είπε και έβαλε τα πόδια στην πλάτη.
Κατά το ξημέρωμα, έφτασε στο σπίτι του και είπε στη γυναίκα του τι είχε συμβεί.
«Μα τι είναι αυτά που λες;» τον πέρασε για τρελό η γυναίκα του.
Πιάνει τότε αυτός το χειρομυλάκι και λέει.
«Φέρε μας φαγητά. Αρνί και πατάτες, σαλάτες και τυριά, γλυκά και φρούτα», και ψιθύρισε τα μαγικά λόγια.
Και το χειρομυλάκι γύριζε και ξαναγύριζε και έβγαζε ό,τι του ζήτησε. Γέμισε το τραπέζι φαγητά και καλούδια. Έφαγαν και χόρτασαν.
Και από τότε, λένε, ζητούσαν από το χειρομυλάκι κι εκείνο τους έβγαζε ό,τι λαχταρούσε η ψυχή τους. Έβγαλαν φαγητό και ρούχα, παιχνίδια και φλουριά. Έκαναν το καλυβάκι τους παλατάκι σωστό και στα κόκαλά τους έδεσε κρέας, κοκκίνισαν τα μάγουλά τους. Και σαν ήρθε το Πάσχα και πήγαν στην εκκλησιά ήταν σαν άρχοντες και όλοι τους κοίταζαν και τους θαύμαζαν. Τους είδε και ο πλούσιος αδερφός κι απόρησε.
«Πού τα βρήκαν αυτοί τα ρούχα και τα λούσα; Και πώς είναι έτσι ροδαλοί, που είχε μαυρίσει το μάτι τους από την πείνα;»
Πήγε κρυφά στο σπίτι του αδερφού του και τους παρακολούθησε. Και σαν είδε το μαγικό χειρομυλάκι, το ήθελε για τον εαυτό του. Πήγε στον αδερφό του και του είπε:
«Δώσε μου το χειρομυλάκι! Σου δίνω όλα τα πλούτη μου, σου δίνω το αρχοντικό μου, σου δίνω ό,τι έχω, δώσε μου το χειρομυλάκι».
«Έλα αύριο το πρωί και θα σου το δώσω», είπε ο αδερφός του.
Πήγε ο φτωχός στο σπίτι και πήρε το χειρομυλάκι. Του είπε τα μαγικά λόγια και ζήτησε χρυσάφια και διαμάντια και ρουμπίνια και ζαφείρια και μάλαμα και τζοβαερικά και μέχρι το ξημέρωμα εκείνο του έδινε ό,τι του ζητούσε. Και όταν είχε πια αρκετά, είπε πάλι τα άλλα μαγικά λόγια και το χειρομυλάκι σταμάτησε.
Με το πρώτο φως του ήλιου ήρθε και ο αδερφός του. Ο φτωχός του δίνει το χειρομυλάκι και του λέει τα μαγικά λόγια. Αρπάζει ο πλούσιος το χειρομυλάκι και τρέχει.
«Στάσου, έχει κι άλλο…» φώναξε ο φτωχός.
Μα εκείνος δεν έκατσε ν’ ακούσει τα λόγια που σταματούσαν το χειρομυλάκι.
Πήγε ο πλούσιος στο λιμάνι, αγόρασε ένα καράβι, πήρε έναν καπετάνιο, έναν μάγειρα και ναύτες και κίνησε να γυρίσει τον κόσμο, να δείχνει σε όλους τι σπουδαίο πράγμα είχε.
Εκεί που ταξίδευαν, τελείωσε το αλάτι και ο μάγειρας πήγε και του το είπε. Πιάνει τότε κείνος το χειρομυλάκι, του ζητάει αλάτι και λέει τα μαγικά λόγια. Το χειρομυλάκι γύριζε και ξαναγύριζε κι έδινε αλάτι. Παίρνει ο μάγειρας και πάει στην κουζίνα. Το χειρομυλάκι γύριζε και ξαναγύριζε κι έδινε αλάτι.
«Σταμάτα!» του φώναζε ο πλούσιος.
Μα το χειρομυλάκι γύριζε και ξαναγύριζε κι έδινε αλάτι.
Γέμισε το αμπάρι, γέμισαν οι αποθήκες, γέμισε το κατάστρωμα. Και το χειρομυλάκι γύριζε και ξαναγύριζε κι έδινε αλάτι. Βάρυνε το καράβι από το αλάτι, κάνει ένα ΚΡΑΚ και σπάει στα δυο και πάει στον βυθό και μαζί του και το χειρομυλάκι.
Ο άλλος αδερφός έζησε μαζί με την οικογένεια του στο αρχοντικό στον λόφο και είχαν όλα όσα χρειάζονταν και έδιναν και σε αυτούς που δεν είχαν. Ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.
Λένε, όμως, πως από τότε μέχρι και σήμερα είναι το χειρομυλάκι κάπου στον βυθό και γυρίζει και ξαναγυρίζει και δίνει αλάτι. Κανείς δεν ξέρει πού είναι, αλλά κι όποιος το βρει, δεν θα ξέρει τα μαγικά λόγια για να το σταματήσει. Και γι’ αυτό και η θάλασσα είναι αλμυρή. Και αν δεν μας πιστεύετε, όταν βρεθείτε στη θάλασσα δοκιμάστε λίγο από το νερό. 

Μετά την αφήγηση 
Φτιάξτε μαζί τα μαγικά λόγια του χειρόμυλου! Ποιος ξέρει; Μπορεί να το βρείτε και να τα πετύχετε!
Δεν χρειάζεστε, όμως, το μαγικό χειρομυλάκι. Φανταστείτε ότι κάτι μέσα στο σπίτι, ένα αντικείμενο, ένα παιχνίδι ή οτιδήποτε άλλο είναι μαγικό και μπορεί να σου δώσει ότι θελήσεις. Τι θα του ζητούσατε;
Πώς θα σας φαινόταν η ιδέα να προσφέρετε κάτι, μια σοκολάτα ή ένα φρούτο, ένα ζεστό πιάτο φαγητό σε κάποιον άστεγο μαζί με ένα χαμόγελο; Μπορείτε να το δοκιμάσετε και να παρατηρήσετε μαζί πώς θα νιώθετε μετά.

Οι Παραμυθοκόρες (Βασιλεία Βαξεβάνη, Αντωνία Βέλλιου, Ιφιγένεια Κακριδώνη) σας καλούν στις «Παραμυθένιες Κυριακές» τους με παραμύθια, βιβλία, μουσική και παιχνίδια στην Athens Comics Library (Καραϊσκάκη 28, Ψυρρή).
Το χειρομυλάκι σχεδίασε ο εικονογράφος Δημήτρης Κάσδαγλης. Μαζί με τις Παραμυθοκόρες κάνουν παραστάσεις με αφήγηση και comics.
Facebook: Paramythokores
Instagram: Paramythokores
e-mail.[email protected] 

Leave a Reply