ΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΟΚΟΡΕΣ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ: ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ

Το αθάνατο νερόΟι αγαπημένες μας Παραμυθοκόρες αφηγούνται το παραμύθι “Το αθάνατο νερό” και, όπως πάντα, προτείνουν δράσεις τόσο για πριν όσο και για μετά την αφήγηση!

Πριν από την αφήγηση
Παρατηρήστε σε μια βόλτα, όσο πάτε στο σχολείο, έξω από το παράθυρο, τα δέντρα γύρω σας. Κινηθείτε όπως αυτό το δέντρο όταν το φυσά ο άνεμος. Πώς μπορεί να είναι η φωνή του κάθε δέντρου; Το κορίτσι της ιστορίας μας θα συναντήσει τρία δέντρα. Κάντε το ίδιο παιχνίδι για τα τρία αυτά δέντρα. Φροντίστε να έχουν διαφορετική κίνηση και στάση σώματος όταν είναι μαραμένα και όταν ζωντανεύουν ξανά. Και μην ξεχνάτε ότι το κάθε τι στον κόσμο των παραμυθιών έχει και τη φωνή του. Η ηρωίδα μας θα μπει στη σπηλιά των δράκων. Αυτό μπορεί να είναι τρομαχτικό για τα παιδιά. Ας είναι ο λόγος σας αργός και η φωνή χαμηλά. Αφήστε το σώμα, τα μάτια και τα χέρια να «πουν» τα πιο πολλά και έτσι το κάθε παιδί θα πλάσει με τη φαντασία του την εικόνα αυτή μέχρι όσο αντέχει τρομαχτική.

Αρχή του παραμυθιού, καλώς ήρθατε της αφεντιάς σας.
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό σπίτι σε ένα χωριό ζούσε ένα κορίτσι. Είχε χάσει τη μαμά της και ο έμπορος πατέρας της παντρεύτηκε μια γυναίκα που είχε κι εκείνη μια κόρη.
Όσο καλόκαρδη και πρόθυμη ήταν η μια κοπέλα, τόσο στριμμένη και τεμπέλα ήταν η κόρη της μητριάς. Γι’ αυτό και ήθελε εκείνη να βρει έναν τρόπο να το ξεκάνει το κορίτσι. Την έβαζε να κάνει τις πιο βαριές δουλειές, να κουραστεί και να ασχημύνει.
Μια μέρα που ο πατέρας έλειπε σε ταξίδι για δουλειές, η μητριά βρήκε μια ιδέα για να απαλλαγεί μια και καλή από το κορίτσι.
«Με πονεί η μέση μου», είπε. «Τι κάθεσαι; Σήκω γρήγορα και πήγαινε στη σπηλιά των δράκων να μου φέρεις το αθάνατο νερό για να γειάνω!»
«Μα… Μη με στέλνεις στους δράκους, θα με φάνε…»
«Να πας και μην τολμήσεις να γυρίσεις χωρίς το αθάνατο νερό!»
Της έδωσε ένα κανατάκι, την έσπρωξε έξω από το σπίτι και έκλεισε πίσω της με δύναμη την πόρτα.
Το κορίτσι πήρε τον δρόμο και περπατούσε, ώσπου σε ένα σταυροδρόμι στους πρόποδες του βουνού συνάντησε έναν γέρο που καθόταν σε έναν βράχο.
«Κόρη μου, να ’χεις καλό, δώσε μου λίγο φαγητό…» είπε ο γέρος.
Το κορίτσι έψαξε στις τσέπες της. Είχε μονάχα ένα κομμάτι ξερό ψωμί.
«Πάρε γέρο, μονάχα αυτό έχω», του είπε, «μα εσύ το χρειάζεσαι περισσότερο από μένα».
«Σ’ ευχαριστώ, κόρη μου. Για πού το ’βαλες;»
«Πάω να βρω το αθάνατο νερό που φυλούν οι δράκοι».
«Επειδή η καρδιά σου είναι καλή, θα σου δώσω μια συμβουλή», είπε ο γέρος. «Οι δράκοι σαν κοιμούνται έχουν τα μάτια τους ανοιχτά κι όταν τα ’χουνε κλειστά πάει να πει ότι είναι ξύπνιοι».
Το κορίτσι ευχαρίστησε τον γέρο και πήρε να ανεβαίνει το βουνό, ώσπου έφτασε μπροστά στο άνοιγμα μιας σκοτεινής σπηλιάς.
Από μέσα ακούγονταν οι βαριές ανάσες των δράκων. Κρύος ιδρώτας έλουσε το κορίτσι. Κρυφοκοίταξε προσεκτικά μέσα στη σπηλιά και είδε σαράντα ζευγάρια κίτρινα, κατακίτρινα, μάτια να την κοιτούν. Φοβήθηκε τόσο που όλες οι τρίχες της σηκώθηκαν όρθιες, ένιωσε σαν να της έριξαν παγωμένο νερό στην πλάτη.
Τότε, όμως, θυμήθηκε τη συμβουλή του γέρου: «Όταν οι δράκοι κοιμούνται έχουν τα μάτια τους ανοιχτά». Μπήκε μέσα στη σπηλιά περπατώντας στις μύτες των ποδιών της, ανάμεσα στους κοιμισμένους δράκους.
Στο βάθος της σπηλιάς ήταν η πηγή με το αθάνατο νερό. Το κορίτσι γέμισε το κανατάκι της κι έπειτα πισωπατώντας βγήκε απ’ τη σπηλιά. Σαν βγήκε έξω, έβαλε το ένα πόδι μπροστά στο άλλο και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μακριά απ’ τους δράκους.
Έκατσε λαχανιασμένη να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο. Και τότε άκουσε μια φωνή.
«Κόρη μου, στάξε μου λίγο νερό στις ρίζες μου, διψώ…»
Γυρνάει το κορίτσι και βλέπει μια μηλιά μαραμένη και ξερή, με σαπισμένα μήλα κι ούτε ένα πράσινο φυλλαράκι.
Χωρίς να το σκεφτεί, το κορίτσι έσταξε τρεις στάλες από το κανατάκι με το αθάνατο νερό στις ρίζες του δέντρου. Και η μηλιά αμέσως πρασίνισε κι έγιναν κόκκινα, κατακκόκινα, τα μήλα της.
«Σ’ ευχαριστώ, κόρη μου» είπε η μηλιά. «Όσο κόκκινα είναι τα μήλα μου, έτσι κόκκινα να γίνουν τα χειλάκια σου και τα μάγουλά σου».
Το κορίτσι ευχαρίστησε τη μηλιά και συνέχισε τον δρόμο του, ώσπου βρέθηκε μπροστά σε μια ελιά. Κι ήταν εκείνη ξερή και μαραμένη, με θαμπές και τσαλακωμένες τις ελιές, με τα κλαδιά λυγισμένα προς τη γη, θαρρείς κι ήθελαν να φτάσουν στο χώμα να ρουφήξουν λίγο νερό.
«Κόρη μου, στάξε μου λίγο νερό στις ρίζες μου, διψώ» μίλησε η ελιά.
Και το κορίτσι έσταξε τρεις σταγόνες από τ’ αθάνατο νερό στις ρίζες της ελιάς. Και η ελιά σήκωσε τα κλαδιά ψηλά κι έκανε κάτι ελιές μαύρες και γυαλιστερές.
«Σ’ ευχαριστώ, κόρη μου», είπε η ελιά. «Όπως μαύρες είναι οι ελιές μου, έτσι μαύρα και λαμπερά να είναι τα μάτια σου, τα φρύδια σου και τα μαλλιά σου!»
Το κορίτσι ευχαρίστησε και συνέχισε τον δρόμο του. Και καθώς έφτανε στα πρώτα σπίτια του χωριού, πάνω σε έναν τοίχο, ήταν σκαρφαλωμένο ένα γιασεμί· μόνο που ήταν μαραμένο και ξερό και τα ανθάκια του ήταν κιτρινισμένα και βρωμούσαν.
«Κόρη μου, στάξε μου λίγο νερό στις ρίζες μου, διψώ», μίλησε το γιασεμί.
Και το κορίτσι έσταξε τρεις σταγόνες από τ’ αθάνατο νερό στις ρίζες του γιασεμιού. Κι εκείνο αμέσως έβγαλε άσπρα λουλουδάκια και μοσχοβόλησε ο τόπος!
«Σ’ ευχαριστώ, κόρη μου», είπε το γιασεμί. «Όπως μοσχοβολάνε τα λουλούδια μου έτσι να μοσχοβολάς κι εσύ».
Το κορίτσι έφτασε στο σπίτι και χτύπησε την πόρτα.
«Άνοιξε, μάνα, έφερα το αθάνατο νερό!»
Σαν την είδε η μητριά πιο όμορφη από ποτέ, με κόκκινα χείλη, μαύρα γυαλιστερά μαλλιά και να μοσχοβολάει γιασεμί, θύμωσε ακόμα περισσότερο.
«Πώς τα κατάφερες;» τη ρώτησε και το κορίτσι τα είπε όλα, για τον γέρο και για τους δράκους στη σπηλιά που κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά.
Πιάνει τότε η μητριά τη δική της την κόρη και τη στέλνει να πάει να φέρει το αθάνατο νερό για να γυρίσει κι αυτή όμορφη και λαμπερή.
Σηκώνεται βαριεστημένο το κορίτσι, παίρνει ένα κανατάκι και προχωράει και πάει στο βουνό. Προσπέρασε τον γέρο χωρίς να του δώσει σημασία κι έφτασε στο άνοιγμα της σπηλιάς. Άκουσε από μέσα τη φοβερή ανάσα των δράκων και πάγωσε απ’ τον φόβο της, αλλά είδε τα ανοιχτά κίτρινα μάτια τους να την κοιτάζουν και κατάλαβε ότι κοιμούνται. Μπήκε μέσα, έφτασε μέχρι τη βρύση με το αθάνατο νερό, γέμισε το κανατάκι της και το ’βαλε στα πόδια.
Στάθηκε κι εκείνη να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο. Ήταν η μηλιά. Κι ήταν ξανά μαραμένη και ξερή.
«Κόρη μου, στάξε μου λίγο νερό στις ρίζες μου, διψώ», ακούστηκε η φωνή του δέντρου.
«Καλέ τι μας λες; Τι νόμιζες, για σένα το κουβαλώ;» είπε το κορίτσι.
«Έτσι είσαι;» είπε η μηλιά. «Τότε, έτσι όπως είναι πράσινα τα άγουρα και τα σαπισμένα μήλα μου, έτσι να πρασινίσουν και τα μούτρα σου!»
Το κορίτσι θυμωμένο συνέχισε τον δρόμο του, ώσπου άκουσε μιαν άλλη φωνή.
«Κόρη μου, στάξε μου λίγο νερό στις ρίζες μου, διψώ».
Γύρισε το κορίτσι και είδε την ελιά, μαραμένη και ξερή.
«Θαρρείς για σένα το κουβαλώ; Κόντεψαν να με φάνε οι δράκοι για να το πάρω!» είπε το κορίτσι.
«Έτσι είσαι;» είπε η ελιά. «Τότε όπως είναι σάπιες και ρυτιδιασμένες οι ελιές μου έτσι να σαπίσουν τα δόντια σου και να γεμίσεις ρυτίδες!»
Το κορίτσι θυμωμένο συνέχισε τον δρόμο του. Στο έμπα του χωριού να και το γιασεμί, μαραμένο κι αυτό.
«Κόρη μου, στάξε μου λίγο νερό στις ρίζες μου, διψώ», είπε.
«Ορίστε μας! Πολύ θράσος τα δέντρα και τα λουλούδια σήμερα! Έκανα ολόκληρο ταξίδι, μόλις που τη γλίτωσα από τους δράκους και θα σπαταλήσω το αθάνατο νερό μου για να σε ποτίσω; Δεν είμαστε καλά!» είπε το κορίτσι.
«Έτσι είσαι;» είπε το γιασεμί. «Τότε όπως βρωμάνε τα σαπισμένα ανθάκια μου έτσι να βρωμοκοπάς κι εσύ!»
Έφτασε το κορίτσι στο σπίτι και χτύπησε την πόρτα. Ανοίγει η μάνα της κι έφτασε στη μύτη της πρώτα η μπόχα. Έπειτα την είδε, πράσινη και ρυτιδιασμένη, με σάπια δόντια και δεν άντεξε αυτή κι έσκασε απ’ το κακό της!
Όσο για το άλλο κορίτσι, σαν μεγάλωσε καθόταν μια μέρα στην αυλή της και πέρασε από κει ένα παλικάρι και θαμπώθηκε απ’ την ομορφιά της.
«Άνθρωπος είσαι εσύ ή ξωτικιά;» της λέει.
«Άνθρωπος είμαι όπως κι εσύ!»
Κι έφυγε, λέει, η κοπέλα μαζί του και πήραν μαζί το νέο μονοπάτι της ζωής τους. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία.
Αυτό που ξέρουμε, όμως, να σας πούμε είναι πως… έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Μετά την αφήγηση 
Με αφορμή «Το αθάνατο νερό», θα μπορούσατε να κάνετε μια κουβέντα με το παιδί πάνω στην ιδέα ότι το νερό είναι ζωή.  Η ζωή η ίδια ξεκινάει μέσα στο νερό. Η δική τους ζωή ξεκίνησε μέσα στο νερό.
Ενθαρρύνετε το παιδί να ζωγραφίσει τον εαυτό του σαν ένα να σποράκι που μεγαλώνει μέσα σε νερό.
Θυμάστε εκείνο το πείραμα που κάναμε στο δημοτικό, με τα σποράκια της φακής μέσα σε βαμβάκι σε ένα μπολάκι από γιαούρτι; Φυτέψτε τα δικά σας σποράκια και παρακολουθήστε τα καθώς μεγαλώνουν και γίνονται φύτρα. Όταν μεγαλώσουν, μπορείτε να τα βάλετε και στη σαλάτα σας! Θυμίστε τους, επίσης, ότι υπάρχουν παιδιά που, ακόμα και σήμερα, χρειάζεται να περπατήσουν ώρες για να βρουν καθαρό νερό να πιουν. Με ποιον τρόπο θα μπορούσατε να προσφέρετε λίγο από το «αθάνατο νερό» σε αυτά τα παιδιά;

Οι Παραμυθοκόρες (Βασιλεία Βαξεβάνη, Αντωνία Βέλλιου, Ιφιγένεια Καρκιδώνη) κάνουν παραστάσεις σε σχολεία, βιβλιοθήκες, δήμους και χώρους καλλιτεχνικής έκφρασης.
Την εικόνα σχεδίασε ο εικονογράφος Δημήτρης Κάσδαγλης. Μαζί με τις Παραμυθοκόρες κάνουν παραστάσεις με αφήγηση και comics.
Facebook: Paramythokores
Instagram: Paramythokores
e-mail.[email protected]

Leave a Reply