ΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΟΚΟΡΕΣ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ: «Η ΠΛΟΥΜΠΩ»

ΠλούμπωΟι αγαπημένες μας Παραμυθοκόρες επιστρέφουν στο Τaλκ για να μας αφηγηθούν ένα αγαπημένο λαϊκό χριστουγεννιάτικο παραμύθι, την Πλούμπω! 

Πριν από την αφήγηση

Παραμονή Χριστουγέννων και ενώ σε άλλα μέρη περιμένουν εκείνους που φέρνουν τα δώρα, στην ελληνική παράδοση είναι η μέρα που ξεπηδούν από τα έγκατα της γης οι καλικάντζαροι. Μη φοβηθείτε να εξοικειώσετε τα παιδιά σας με αυτό το κομμάτι της ελληνικής παράδοσης. Πείτε τους για τους καλικάντζαρους, τους θρύλους, τα ονόματά τους και τις αστείες δυσμορφίες τους. Για τον Κωλοβελόνη, που χωράει από την τρύπα μιας βελόνας, και για τον Κατσικοπόδαρο και για όλους τους άλλους. Έτσι ξορκίζουν τον φόβο για το σκοτάδι και ό,τι άλλο τα τρομάζει. Του δίνουν όνομα και μορφή, μα και τρόπο να τον νικήσουν. Όπως έκανε και η Πλούμπω της ιστορίας μας.

Το παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι, η Πλούμπω. Καλή ήταν εκείνη, ευγενική μα και όμορφη. Η Πλούμπω, όμως, είχε μια μητριά που την έβαζε να κάνει όλες τις δουλειές, δεν της έδινε φαγητό και τη βασάνιζε κάθε μέρα. Ήθελε να το ξεκάνει το κορίτσι…

Ήρθε παραμονή Χριστουγέννων κι η Πλούμπω σκούπισε, σφουγγάρισε, ξεσκόνισε, μαγείρεψε, έφερε ξύλα από το δάσος άναψε το τζάκι και, κατάκοπη, κάθισε δίπλα στη φωτιά να ζεσταθεί και να ξεκουραστεί. Την τραβάει τότε η μητριά απ’ το χέρι και της λέει:

«Σήκω, μωρή Πλούμπω, μόνο κάθεσαι και τεμπελιάζεις! Σήκω να πας στον μύλο ν’ αλέσεις το σιτάρι να φέρεις αλεύρι».

«Σήμερα; Σήμερα βγαίνουν οι καλικάντζαροι και τα παγανά! Άσε με και φοβάμαι!»

Μα η μητριά δεν άκουγε τίποτα. Την πετάει έξω από το σπίτι και κλείνει την πόρτα. Έμεινε το κορίτσι μόνο του μέσα στο κρύο και στην παγωνιά. Κοιτάζει πίσω στην πόρτα την κλειστή. Τι να κάνει; Φορτώνει το σιτάρι στο γάιδαρο και κινάει για τον μύλο. Σκοτείνιαζε κι έτρεχε το κορίτσι να προλάβει να γυρίσει σπίτι πριν από τα μεσάνυχτα που βγαίνουν οι καλικάντζαροι.

Φτάνει στο  μύλο, αλέθει το σιτάρι, φορτώνει το αλεύρι στο γαϊδούρι και παίρνει το δρόμο για το σπίτι. Το σκοτάδι ήταν πυκνό, δεν έβλεπε μπροστά της. Αλλά εκείνη πήγαινε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μην τύχει και συναντήσει τους καλικάντζαρους και ποιος θα τη γλιτώσει τότε;

Μα να! Φάνηκε το χωριό! Τα κατάφερε!

Δεν πρόλαβε να κάνει ένα βήμα κι ακούει γύρω της ουρλιαχτά και φωνές, γέλια και στριγγλιές. Κοκάλωσε το κορίτσι! Πετάγονται τότε από παντού ολόγυρά της καλικάντζαροι και παγανά. Αρπάζουν το κορίτσι και το τραβάνε άλλοι από δω κι άλλοι από εκεί και όλοι μαζί της φωνάζουν:

«Έλα, νύφη, να χορέψουμε! Έλα! Έλα!»

Πάγωσε η Πλούμπω από τον φόβο της, τα πόδια της έτρεμαν και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά! Ήξερε πως δεν μπαίνεις στον χορό με τους καλικάντζαρους, γιατί χορεύουν τόσο άγρια που κανείς δεν γλιτώνει.

Μάζεψε, λοιπόν, όση δύναμη είχε μέσα της και έβαλε το μυαλό της να δουλέψει. Έπρεπε να τους καθυστερήσει, να βγει ο ήλιος. Δεν τον αντέχουν τον ήλιο οι καλικάντζαροι! Και είχε μιαν ιδέα. Τους χαμογελά τότε γλυκά και λέει:

«Να χορέψουμε, αφεντάδες μου, αλλά να… έτσι χορεύει η νύφη;

«Και πώς χορεύει η νύφη; Πώς;» ρώτησαν εκείνοι.

«Κοιτάξτε το φουστάνι μου, αφεντάδες μου. Παλιό και σκισμένο! Η νύφη για να μπει στον χορό θέλει φουστάνι πλουμιστό με δαντέλα στον λαιμό!»

Δεν πρόλαβε το κορίτσι να αποσώσει τα λόγια του κι οι καλικάντζαροι χάθηκαν από μπροστά της. Πήγανε σε πολιτείες, πήγαν σε χωριά, μπήκανε σε φτωχικά, μπήκαν σε αρχοντικά, ανοίξανε ντουλάπια, ανοίξανε συρτάρια, ανοίξανε μπαούλα, ανοίξανε σεντούκια! Ψάξανε και πού δεν ψάξανε! Όλον τον κόσμο άνω κάτω κάνανε!

Σε ένα αρχοντικό βρήκαν ένα φουστάνι πλουμιστό με δαντέλα στον λαιμό! Το παίρνουν στις βρωμοχερούκλες τους και πριν προλάβει το κορίτσι να φτάσει στο χωριό εμφανίζονται ξανά μπροστά της και της δίνουν το φουστάνι. Τι να κάνει η Πλούμπω; Το παίρνει και το φοράει.

«Έλα τώρα, νύφη, να χορέψουμε! Έλα! Τώρα έχεις φουστάνι!» ούρλιαζαν όλοι μαζί και την τραβούσαν.

Η Πλούμπω μάζεψε ξανά όλες τις δυνάμεις της και σκαρφίστηκε κάτι ακόμα.

«Να χορέψουμε, αφεντάδες μου, αλλά να… έτσι χορεύει η νύφη;»

«Και πώς χορεύει η νύφη;» ρώτησαν εκείνοι. «Έχεις φουστάνι τώρα! Τι άλλο θες; Τι;»

«Κοιτάξτε τα παπούτσια μου, αφεντάδες μου. Λιωμένα και τρύπια. Η νύφη για να μπει στον χορό θέλει γοβάκια από χρυσό με διαμάντια ένα σωρό!»

Δεν πρόλαβε το κορίτσι να αποσώσει τα λόγια του κι οι καλικάντζαροι χάθηκαν από μπροστά της.

Πήγανε σε πολιτείες, πήγαν σε χωριά, μπήκανε σε φτωχικά, μπήκαν σε αρχοντικά, ανοίξανε ντουλάπια, ανοίξανε συρτάρια, ανοίξανε μπαούλα, ανοίξανε σεντούκια! Ψάξανε και πού δεν ψάξανε! Όλον τον κόσμο άνω κάτω κάνανε!

Στο εργαστήρι ενός παπουτσή βρήκανε γοβάκια από χρυσό με διαμάντια ένα σωρό. Τα παίρνουν στις βρωμοχερούκλες τους και πριν προλάβει το κορίτσι να φτάσει στο χωριό εμφανίζονται ξανά μπροστά της και της δίνουν τα γοβάκια. Τα φόρεσε κι αυτά η Πλούμπω.

«Έλα τώρα, νύφη, να χορέψουμε! Έλα! Τώρα έχεις φουστάνι, έχεις και γοβάκια!» ούρλιαζαν όλοι μαζί.

Η Πλούμπω έσπαγε το κεφάλι της να ζητήσει κάτι ακόμα. Το βρήκε!

«Να χορέψουμε, αφεντάδες μου, αλλά να… έτσι χορεύει η νύφη;»

«Και πώς χορεύει η νύφη;» ρώτησαν εκείνοι. «Απ’ όλα έχεις. Τι άλλο θες; Τι; Τι;»

«Αφεντάδες μου, δεν έχω ούτε ένα στολίδι. Η νύφη για να μπει στον χορό θέλει βραχιόλια, δαχτυλίδια, θέλει στολίδια και πλουμπίδια!»

Δεν πρόλαβε το κορίτσι να αποσώσει τα λόγια του κι οι καλικάντζαροι χάθηκαν από μπροστά της.

Πήγανε σε πολιτείες, πήγαν σε χωριά, μπήκανε σε φτωχικά, μπήκαν σε αρχοντικά, ανοίξανε ντουλάπια, ανοίξανε συρτάρια, ανοίξανε μπαούλα, ανοίξανε σεντούκια! Ψάξανε και πού δεν ψάξανε! Όλον τον κόσμο άνω κάτω κάνανε!

Βρήκαν βραχιόλια, δαχτυλίδια, βρήκαν στολίδια και πλουμπίδια! Τα παίρνουν στις βρωμοχερούκλες τους και πριν προλάβει το κορίτσι να φτάσει στο χωριό εμφανίζονται ξανά μπροστά της και της δίνουν τα στολίδια. Στολίστηκε η Πλούμπω.

«Έλα τώρα, νύφη, να χορέψουμε! Απ’ όλα έχεις! Έλα να χορέψουμε!» στρίγγλιζαν όλοι μαζί.

Αρπάζουν το κορίτσι και πιάνουν τον χορό. Άλλος την τραβάει από δω κι άλλος την τραβάει από κει. Τη σηκώνουνε ψηλά και τη ρίχνουν χαμηλά κι όλο γυρίζουνε, γυρίζουνε, γυρίζουνε. Κουράστηκε η Πλούμπω, δεν άντεχε άλλο. Τότε ακούστηκε από μακριά.

«Κικιρίκιιιιιιιι!!!»

Πάγωσαν οι καλικάντζαροι, σταμάτησαν τον χορό και κοίταξαν τον Μαντρακούκο, τον αρχηγό τους.

«Ο κόκορας λαλεί! Να φύγουμε, αρχηγέ;»

«Ο μαύρος είναι κι ας λαλεί. Μπείτε πάλι στον χορό!» φώναξε ο αρχηγός.

Αρπάζουν το κορίτσι και πιάνουν τον χορό. Τόσο άγρια που χόρευαν της κοβόταν η ανάσα. Την έγδερναν και την ξεμάλλιαζαν, αλλά δεν την άφηναν. Τότε ακούστηκε από μακριά.

«Κικιρίκιιιιιιιι!!!»

Σταμάτησαν τον χορό και κοίταξαν πάλι τον Μαντρακούκο.

«Να φύγουμε, αρχηγέ;»

«Ο κόκκινος είναι κι ας λαλεί. Μπείτε πάλι στον χορό!» φώναξε ο αρχηγός.

Αρπάζουν εκείνοι και πάλι το κορίτσι και πιάνουν τον χορό. Η Πλούμπω πια το ’πε πως δεν γλίτωνε. Τα χέρια της έτρεμαν, τα πόδια της δεν την κρατούσαν, πονούσε το κορμί της ολόκληρο. Και τότε…

«Κικιρίκιιιιιιιι!!!»

«Αρχηγέ;»

«Ο άσπρος είναι!» ούρλιαξε ο Μαντρακούκος. «Φύγετε να φεύγουμε, χαθείτε να χαθούμε, με το άστρο της ανατολής να μη συναντηθούμε!»

Μέχρι να ανοιγοκλείσει η Πλούμπω τα μάτια της έφυγαν από μπροστά της. Εξαφανίστηκαν! Μια αχτίδα ήλιου ζέστανε το πρόσωπο του κοριτσιού. Πήρε μια βαθιά ανάσα, χαμογέλασε και συνέχισε τον δρόμο της προς το χωριό.

Έφτασε στο σπίτι και άνοιξε την πόρτα. Τη βλέπει η μητριά και δεν πίστευε στα μάτια της! Αυτή την έστειλε στον μύλο να την ξεκάνουν οι καλικάντζαροι! Κι εκείνη όχι μόνο γύρισε, αλλά είχε φουστάνι πλουμιστό και γοβάκια από χρυσό κι ήταν και στολισμένη με στολίδια και πλουμπίδια. Ήταν να σκάσει απ’ το κακό της!

Σαν να μην έφτανε αυτό, περνά και το βασιλόπουλο κείνη την ώρα και βλέπει το κορίτσι όμορφο και στολισμένο και μ’ εκείνο το λαμπερό χαμόγελο. Σταμάτησε και της ζήτησε να την πάρει μαζί του στο παλάτι. Έτσι από υπηρέτρια, έγινε η Πλούμπω βασιλοπούλα.

Και έζησε αυτή καλά και εμείς καλύτερα…

Μετά την αφήγηση

Διασκεδάστε προστατεύοντας το σπίτι από τους κουτούς τους καλικάντζαρους. Να μερικοί τρόποι:

  • Βάλτε μονάχα ένα γλυκό έξω από το σπίτι. Οι καλικάντζαροι θα τσακωθούν ποιος θα το φάει και θα ξεχάσουν να μπουν μέσα.
  • Αφήστε ένα σουρωτήρι ή ένα κόσκινο έξω. Κείνοι θέλουν να μετρήσουν τις τρύπες, μα σάμπως μπορούν; Όλο μπερδεύονται και ξεκινούν απ’ την αρχή μέχρι που βγαίνει ο ήλιος.
  • Θυμίστε στα παιδιά ότι των Φώτων φεύγουν οι καλικάντζαροι. Γιατί κανένας φόβος δεν κρατά για πάντα.

Καλές γιορτές σε όλους!

Οι Παραμυθοκόρες (Βασιλεία Βαξεβάνη, Αντωνία Βέλλιου, Ιφιγένεια Κακριδώνη) σας καλούν στις «Παραμυθένιες Κυριακές» τους με παραμύθια, βιβλία, μουσική και παιχνίδια στην Athens Comics Library (Καραϊσκάκη 28, Ψυρρή).

Την Πλούμπω σχεδίασε ο εικονογράφος Δημήτρης Κάσδαγλης. Μαζί με τις Παραμυθοκόρες κάνουν παραστάσεις με αφήγηση και comics.

Facebook: Paramythokores

Instagram: Paramythokores

e-mail.[email protected]

Leave a Reply