ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΝΤΑΙ ΤΟΣΟ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΝ ΠΟΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ;

επαγγελματικός προσανατολισμόςΜε θυμάμαι στα 16 μου να κάθομαι στο θρανίο έχοντας μπροστά μου ένα έντυπο δήλωσης κατεύθυνσης σπουδών και επαγγέλματος που μας είχε δώσει να συμπληρώσουμε η καθηγήτρια της Ιστορίας. Ένοιωθα αμήχανη και μπερδεμένη μπροστά στις τόσες επιλογές, που κάποιες λίγες ήξερα από γνωστούς, ενώ για κάποιες άλλες είχα τυχαία ακούσει ή διαβάσει σχετικά. Για τις περισσότερες, πάντως, δεν είχα ιδέα πώς μεταφράζονταν σε μια πρακτική επαγγελματική καθημερινότητα. Τι θα έκανα, ας πούμε, αν γινόμουν Κοινωνική Λειτουργός ή Πολιτικός Αναλυτής ή Υποθηκοφύλακας, που κάπου είχε πάρει το αυτί μου ότι πας από Νομική; Σε αυτά, και άλλα πολλά παρόμοια ερωτήματα που τέθηκαν σε εκείνη τη μία και μοναδική διδακτική ώρα συμβουλευτικής σταδιοδρομίας, η καθηγήτρια κατέβαλε φιλότιμη προσπάθεια αλλά δεν κατάφερε εντέλει να μας διαφωτίσει. Προφανώς, ζητήματα όπως οι προοπτικές εξέλιξης, οι πιθανές διέξοδοι ενός επαγγέλματος και ο βαθμός σύνδεσης σπουδών με την αγορά εργασίας δεν είχαν ακόμα απασχολήσει τον επαγγελματικό προσανατολισμό της γενιάς μου. Εκείνη, λοιπόν τη χρονική στιγμή, μου ήταν αδύνατο να μετατρέψω τις σκόρπιες σκέψεις σε απόφαση και μάλιστα τόσο καθοριστική για τη ζωή μου.

Έχοντας πλέον στο ενεργητικό μου αμέτρητες ώρες συμβουλευτικής καθοδήγησης και υποστήριξης σε μαθητές, φοιτητές και απόφοιτους, βλέπω ότι δεν είμαι η μόνη που έχει βιώσει τέτοιες δίνες σύγχυσης. Όπως σε κάθε δύσκολη κατάσταση, οφείλουμε πρωτίστως να κατανοήσουμε τις πηγές αυτής της σύγχυσης προτού αναζητήσουμε διέξοδο από το λαβύρινθο.

Η εφηβεία αποτελεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό αναπτυξιακό στάδιο όπου ο νέος περνάει μία πνευματική και ηθική ανάγκη για διαμόρφωση φιλοσοφίας ζωής, προκειμένου να προχωρήσει προς την αυτογνωσία και την αυτονόμηση. Ως ένα βαθμό και πάντα ανάλογα με την προσωπική ιστορία και το ρόλο του ίδιου του ατόμου, η δυσκολία στη λήψη αποφάσεων – που είναι ουσιαστικά μια δεξιότητα που οι έφηβοι χρειάζεται να καλλιεργήσουν – εδράζεται στη φυσική διάχυτη αβεβαιότητα και ρευστότητα που συνοδεύει αυτήν την ηλικιακή φάση. Προς το τέλος της εφηβείας, (για την οποία η Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία θέτει ως ανώτερο ηλικιακό όριο τα 21 έτη)  η αυτοεικόνα γίνεται αρκετά πιο σταθερή και η γενικότερη αυτοεκτίμηση βελτιώνεται.

Επιπλέον, στις μέρες μας τα παιδιά και οι έφηβοι αντιμετωπίζουν πολύ πιο σύνθετα προβλήματα από παλιότερες γενιές, που σχετίζονται με ευρύτερες αλλαγές που συντελούνται παγκοσμίως, όπως οι διαρκώς μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, η χαλάρωση των οικογενειακών δεσμών, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, η πολυπολιτισμική κοινωνία, η μετανάστευση, η κλιματική αλλαγή κ.ά.

Ακόμα, το πρόβλημα της σύγχυσης αναφορικά με την επιλογή καριέρας σε ένα μεγάλο βαθμό οφείλεται καθαρά στην υπερπροσφορά επαγγελμάτων. Υπάρχουν χιλιάδες επαγγέλματα  και κατευθύνσεις στις μέρες μας. Πώς να διαλέξει κανείς ανάμεσα σε τόσες επιλογές; Η υπεραφθονία επιλογών καταλήγει να δημιουργεί μια αίσθηση παράλυσης και όχι απελευθέρωσης ιδιαίτερα όταν δεν έχουμε την ικανότητα να τη διαχειριστούμε.

Μέσα σε αυτό το γενικευμένα ασταθές πλαίσιο, ο καταιγισμός με νέες πληροφορίες και εξελίξεις και οι συνεχώς αναθεωρούμενες απόψεις επιβάλλουν συνεχή και αξιόπιστη αξιολόγηση, εκμάθηση και εξειδικευμένη ανάλυση. Οικογενειακές πιέσεις και προσδοκίες μπορούν επίσης να δημιουργήσουν περιβάλλον σύγχυσης και αβεβαιότητας στον έφηβο που καλείται να επιλέξει κατεύθυνση για το μέλλον του.

Τέλος, έχοντας περάσει σε μια εποχή, όπου μετά από τα απογοητευτικά στατιστικά στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι 75% του εργασιακού πληθυσμού παγκοσμίως δεν είναι ικανοποιημένο από την εργασία του, μια καριέρα που να μας ικανοποιεί, που να μας προσφέρει μια αίσθηση νοήματος και να αντανακλά τις αξίες, τις κλίσεις και την προσωπικότητά μας, αποτελεί κυρίαρχο αίτημα στη συμβουλευτική διαδικασία.

Η επιλογή σπουδαστικής κατεύθυνσης και  επαγγέλματος είναι μια σημαντική απόφαση που παίρνει κανείς όντας σωστά πληροφορημένος και συνολικά ενημερωμένος, προκειμένου να κατανοήσει και να διερευνήσει σε βάθος τις επαγγελματικές επιλογές του. Θα πρέπει επιπλέον το άτομο να έχει ξεκαθαρίσει τι είναι αυτό που θέλει, αυτό που μπορεί, καθώς και τι του ταιριάζει. Χρειάζεται, δηλαδή, να έχει κατακτήσει ένα βαθμό αυτoεπίγνωσης έτσι ώστε να μπορέσει να θέσει και να κατακτήσει τους στόχους του.

H Κωνσταντίνα Γιαννακούρα-Taylor είναι υπεύθυνη τμήματος Συμβουλευτικής & Καριέρας στα Εκπαιδευτήρια Καίσαρη, ΜSc in HRM (University of Leeds), MSc in Applied Psychology (RGU, Aberdeen), Μέλος της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (BPS) και της International Association for Educational and Vocational Guidance (I.A.E.V.G.)