ΔΙΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ ΔΥΣΚΟΛΙΩΝ

διαγνώσειςΜετά από τόσα πολλά χρόνια στην εκπαίδευση, έχω αντιμετωπίσει πολλούς μαθητές και ακόμα περισσότερους γονείς. Καθένας έρχεται κουβαλώντας έγνοιες και προβλήματα και βιώματα που δεν είναι ποτέ ρόδινα και ανθηρά, αλλά συχνά σοβαρά και επώδυνα. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί το σχολείο, με τις δικές του απαιτήσεις, τα δικά του προβλήματα, στόχους και προσδοκίες. Πώς μπορούν να συνδυαστούν αυτά τα δύο ώστε το αποτέλεσμα να είναι πιο ευνοϊκό για τα παιδιά (άλλωστε αυτά είναι ο τελικός αποδέκτης όλων); Είναι κανόνας πια, στα προβλήματα που προκύπτουν κατά τη μαθησιακή διαδικασία, οι δάσκαλοι να παραπέμπουν το παιδί και την οικογένεια για διαγνώσεις μαθησιακών ή αναπτυξιακών δυσκολιών ή δυσλειτουργιών. Τα τελευταία χρόνια γίνονται έρευνες παγκοσμίως που δείχνουν ότι ένα ποσοστό γύρω στο 30% «πάσχει» από μια τέτοια δυσλειτουργία. Τι εξυπηρετεί όμως μια τέτοια διάγνωση; Ποιο πρόβλημα λύνει ή πώς προβαίνει σε λύση;

Η απάντηση εδώ είναι περίπλοκη. Αν κάνουμε μια αναδρομή και αναζητήσουμε τις αρχές αυτής της κατάστασης θα διαπιστώσουμε ότι παλαιότερα δεν υπήρχαν διαγνώσεις. Υπήρχε ο μαθητής που τα πήγαινε καλά, αυτός που «δεν έπαιρνε τα γράμματα», ο μαθητής που ήταν καλλιτεχνική φύση, πρακτικό μυαλό κ.ο.κ. Αργότερα, το σύστημα άρχισε να απαιτεί από όλα τα παιδιά να μαθαίνουν το ίδιο. Να φτάνουν όλα σε ένα συγκεκριμένο και προκαθορισμένο επίπεδο.

Εκεί, λοιπόν, άρχισαν τα προβλήματα. Δεν μπορούσαν όλα τα παιδιά να ακολουθήσουν. Όπως αντίστοιχα δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να είναι εξίσου καλοί στη ζωγραφική ή στο μπάσκετ ή στον χορό ή στη μαγειρική. Όμως στο σχολείο ζητάμε ομοιογένεια. Και επειδή ζητάμε ομοιογένεια, όποιοι δυσκολεύονται πρέπει (το πρέπει το βάζουμε εμείς) να βρεθεί το γιατί δυσκολεύονται. Ποιος ή τι φταίει;

Από εκεί και πέρα ο έλεγχος χάνεται. Υπάρχουν πολλές μαθησιακές και αναπτυξιακές διαταραχές και δυσλειτουργίες και πολλοί λόγοι που τις προκαλούν ή τις ενισχύουν ή τις καταστέλλουν. Οι διαγνώσεις (που συχνά, από ειδικό σε ειδικό μπορεί να είναι διαφορετικές η μία με την άλλη) απλά λένε τι έχει κάποιος. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται παρέμβαση. Χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση ή τρόπος. Συνεπώς, κάθε διάγνωση επιβεβαιώνει κάτι και «ζητάει» να γίνει κάτι άλλο. Εδώ είναι το ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα!

Το «κάτι άλλο» σημαίνει, πολύ απλά, ότι ο δάσκαλος πρέπει να απευθυνθεί διαφορετικά και να κάνει το μάθημα αλλιώς. Σημαίνει να χρησιμοποιήσει πιο πολλές εικόνες, σημαίνει να «σπάσει» την ύλη σε πιο πολλά και πιο μικρά κομμάτια, σημαίνει να εξηγεί πιο πολλές φορές και με διαφορετικά λόγια αυτό που λέει, σημαίνει να μπει στη διαδικασία να κάνει το μάθημα πιο ενδιαφέρον για τα παιδιά ή να κάνει το μάθημα να αφορά τα παιδιά, σημαίνει για καθετί που κάνει να έχει τουλάχιστον έναν βραχυπρόθεσμο και έναν μακροπρόθεσμο στόχο.

Όλες οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται για παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες είναι τεχνικές που ωφελούν όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως και που ούτως ή άλλως θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται αλλά κάποια παιδιά τις έχουν πολύ μεγαλύτερη ανάγκη από άλλα.

Το μεγάλο λάθος που ισχύει στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι ότι θέλει τα παιδιά να ακολουθούν τον βηματισμό που τίθεται έξωθεν. Στον σχεδιασμό αυτόν δε συμπεριλαμβάνονται και συχνά δεν υπολογίζονται τα παιδιά και τα αναπτυξιακά τους στάδια. Από την άλλη, όμως, είναι οι αποδέκτες, που θέλουμε να είναι πιστοί, υπάκουοι και αποτελεσματικοί! Με αυτόν τον τρόπο, αντί να δεχόμαστε και να ενισχύουμε τη διαφορετικότητα, τη μοναδικότητα και τα χαρίσματα κάθε παιδιού, αναζητάμε κόπιες και θέλουμε διαγνώσεις. Πόσο πιθανό είναι αυτό να πετύχει;

Αλλάζοντας λίγο την οπτική: Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ γιατί στους χαρισματικούς δασκάλους όλα τα παιδιά ανθίζουν; Τι είναι αυτό το «μαγικό» που κάνουν οι χαρισματικοί δάσκαλοι και πετυχαίνουν να μαθαίνουν και να εξελίσσονται όλα τους τα παιδιά; Αν ψάξουμε και αν παρατηρήσουμε λίγο αυτούς τους ανθρώπους, θα διαπιστώσουμε ότι το μάθημά τους απευθύνεται σε όλα τα παιδιά, απευθύνεται στις ανάγκες, τις δεξιότητες, τις ικανότητες και τα ενδιαφέροντα όλων των μαθητών. Δεν είναι στεγνή μετάδοση γνώσης (γεγονός που εντείνει τις διαφορές και μεγαλώνει τα προβλήματα) αλλά προσέγγιση που μπορεί να αναδείξει ό,τι καλό, ό,τι προτέρημα έχει κάθε παιδί.

Στην ίδια λογική, οι διαγνώσεις λένε και τα θετικά αλλά φωτίζουν το αδύναμο σημείο ενός μαθητή, με αποτέλεσμα από έναν ολόκληρο άνθρωπο, η προσοχή να πηγαίνει στη δυσκολία του και να υποτιμάται η κάθε άλλη ικανότητά του επειδή, πολύ απλά, αυτό που έχει τον κάνει να μη μαθαίνει με τον ίδιο ρυθμό και τρόπο με τους άλλους ή με αυτό που το σύστημα επιβάλλει και προσδοκά.

Ας το σκεφτούμε λίγο. Κάποιοι ήδη το έχουμε περάσει στα παιδικά μας χρόνια. Ήρθε – είχαμε υποστήριξη λόγω αυτού ή υπήρχε η ταμπέλα και μετά η παραίτηση όσων ασχολούνταν με εμάς; Είχαμε κάποιον να μας δείχνει με διαφορετικό τρόπο ή ήμασταν το «παιδί με τη δυσλεξία που δεν μπορεί να τα καταφέρει»; Για το παιδί μας τι θέλουμε; Να αναδεικνύεται η αδυναμία του ή να τονίζονται και να ενισχύονται τα δυνατά σημεία; Όταν θα φτάσει να ενηλικιωθεί τι από όλα θα είναι σημαντικό; Το αν είχε διάγνωση μαθησιακών ή άλλων δυσκολιών ή το πόσο ικανό είναι να αντιμετωπίζει ό,τι συμβαίνει;

Σε ό,τι κάνουμε στη ζωή μας έχουμε εργαλεία, όπως αντίστοιχα μπορεί να θεωρηθεί και μία διάγνωση στα χέρια ενός γονιού ή ενός δασκάλου. Όμως σημασία έχει ο τρόπος που θα χρησιμοποιήσουμε το κάθε εργαλείο, για παράδειγμα το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα μαχαίρι. Η επιστήμη έχει προχωρήσει και έχει εξελιχθεί τόσο που μπορεί να βρίσκει και ορίζει πολλά πράγματα που κάποτε ήταν θολά ή άγνωστα. Ας χρησιμοποιούμε το καθετί που μαθαίνουμε προς το συμφέρον μας!

Η Μαριάννα Κουμαριανού είναι παιδαγωγός και συγγραφέας. Θα τη βρείτε στο [email protected]