ΠΩΣ ΘΑ ΚΑΝΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΕΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ;

Το παραπάνω ερώτημα απασχολεί όλους τους γονείς, εμού συμπεριλαμβανομένης. Διότι, αν και τα παιδιά μου δείχνουν φιλομαθή και, τουλάχιστον προς το παρόν, βλέπουν θετικά το σχολείο και επιδιώκουν τη γνώση, ενδοσχολικά και εξωσχολικά, δεν κρύβω ότι ως μητέρα, που μάλιστα έχει υπάρξει στο (όχι και τόσο μακρινό) παρελθόν άριστη μαθήτρια και φοιτήτρια, έχω το άγχος ότι κάποια στιγμή θα βαρεθούν, θα κουραστούν, θα αρνηθούν να διαβάσουν, θα τα παρατήσουν.  Ότι, δηλαδή, αργά ή γρήγορα, θα αντιμετωπίσουν το σχολείο, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, ως μηχανισμό καταπίεσης και όχι ως όχημα γνώσης. Και ότι τότε εγώ θα τρελαθώ.

Αναζητώντας, λοιπόν, τα κατάλληλα αναγνώσματα για να διασκεδάσω τους δικούς μου φόβους, που προέκυψαν ξαφνικά, ταυτόχρονα με την έναρξη της «καριέρας» του γιου μου ως μαθητή δημοτικού, ήρθε στα χέρια μου ένα βιβλίο που με βοήθησε ουσιαστικά να υιοθετήσω μια νέα οπτική και έναν εναλλακτικό τρόπο σκέψης σχετικά με το πώς θα κάνω τα παιδιά μου να αγαπήσουν το σχολείο.

Ο τίτλος του; Ο αναμενόμενος! «Πώς θα κάνω το παιδί μου να αγαπήσει το σχολείο;» Η συγγραφέας; Η δρ. Μαρίνα Ψιλούτσικου, education και career coach, που έγραψε ένα εγχειρίδιο για να βοηθήσει τους γονείς να ανακαλύψουν την ουσία της εκπαιδευτικής διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψη της ότι η εκπαίδευση και η μόρφωση ενός ανθρώπου δεν είναι ένα απλό ή μονοδιάστατο πράγμα, ούτε επηρεάζεται από έναν μόνο παράγοντα, ώστε να έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα αν φροντίσουμε μόνο αυτόν.

pos_na_kano_to_paidi_mou_na_agapisi_to_sxolio

«Γιατί, μαμά;»

Σύμφωνα με τη δρα Ψιλούτσικου, η αλήθεια, η ουσία της εκπαίδευσης, δεν περιορίζεται στη μελέτη, στο φροντιστήριο και στις εξετάσεις και φυσικά δεν περιορίζεται μόνο στον φυσικό χώρο του σχολείου. Ξεκινάει στο πρώτο «Γιατί;» του παιδιού και φτάνει όπου μπορεί ο καθένας μας να τη φτάσει. Με άλλα λόγια, η αλήθεια προκύπτει από ερωτήσεις, που επιτρέπουν στο παιδί να διώξει τους φόβους του, να αισθανθεί ασφαλές και να δημιουργήσει. Για να μπορέσει το παιδί να προσεγγίσει αυτήν την αλήθεια πρέπει να έχει συνοδοιπόρους τους γονείς του, των οποίων η ανάμειξη οφείλει να είναι όχι τόσο ποσοτική, αλλά κυρίως ποιοτική. Φυσικά, η οπτική από την οποία θα μάθουν οι γονείς στο παιδί τους να βλέπει τον κόσμο είναι η κυρίαρχη που το παιδί θα έχει σε όλη του τη ζωή. Η μόρφωση, λοιπόν, είναι το μεγαλύτερο εφόδιο που μπορεί να προσφέρει ο γονιός στο παιδί και ξεκινάει από την πρώτη ερώτηση. Πότε τελειώνει; Θεωρητικά ποτέ, αν καταφέρουμε να μεγαλώσουμε έναν άνθρωπο που δεν θα σταματήσει να νιώθει ερευνητής και να ανακαλύπτει τον κόσμο…

Γιατί τα παιδιά (τουλάχιστον δηλώνουν ότι) δεν αγαπούν το διάβασμα και το σχολείο;

Η δρ Ψιλούτσικου θεωρεί ότι ένας κοινός λόγος είναι το ότι έχουν συνδέσει το διάβασμα και το σχολείο όχι με τη μάθηση και την ικανοποίηση της φυσικής περιέργειας που όλοι μας διαθέτουμε εκ γενετής, αλλά με τις εξετάσεις και με τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια λάθος απάντηση ή μια αδυναμία απάντησης. Με άλλα λόγια, τα παιδιά δεν αγαπούν το διάβασμα και το σχολείο επειδή φοβούνται όλη τη διαδικασία, επειδή τα επιχειρήματα που τους δίδονται συνήθως δεν έχουν να κάνουν με τα οφέλη της γνώσης, αλλά με την τιμωρία της απουσίας τυπικών προσόντων. Και, όπως ορθά επισημαίνει, δεν γίνεται να αγαπάς κάτι που φοβάσαι. Δεν γίνεται να αγαπάς μια διαδικασία, στην οποία έχεις κατά βάση μόνον υποχρεώσεις. Δεν γίνεται να αγαπάς κάτι, το οποίο σου είπαν ότι είναι αναγκαίο κακό ή απλώς ένας τρόπος για να μην καταστραφείς στη ζωή σου.

Αυτή η θεώρηση του σχολείου είναι πολύ άδικη για τους μαθητές. Είναι άδικο να μην τους λέμε ότι πηγαίνουν στο σχολείο όχι για να αποδείξουν πόσα ξέρουν, αλλά για να μάθουν κι άλλα. Είναι άδικο να μην τους εξηγούμε ότι ο βασικός ρόλος τους στο σχολείο είναι να ρωτούν και όχι να απαντούν. Είναι άδικο να μην εστιάζουμε στο τι κάνουν και τι λένε την ώρα της παράδοσης, αλλά να κρίνουμε την πρόοδό τους από το τι κάνουν και τι λένε την ώρα της εξέτασης. Είναι άδικο να τους λέμε ότι χρωστάνε και οι βαθμοί είναι το μέσο πληρωμής του χρέους τους. Είναι άδικο να τους λέμε πώς ό,τι μάθουν και ό,τι καταφέρουν είναι μέχρι τα 18 τους χρόνια. Είναι άδικο να τα συγκρίνουμε με τους συμμαθητές τους ή με τους εαυτούς μας. Είναι άδικο να συνδέουμε την αγάπη μας, την εύνοιά μας ή την αποδοχή μας με τις επιδόσεις τους σε ένα διαγώνισμα. Όταν υφίστασαι τόση αδικία, επαναστατείς και αποστρέφεσαι∙ δεν αγαπάς. 

Αμαρτίες γονέων

Ρωτάω τη συγγραφέα ποια είναι τα μεγαλύτερα λάθη που κάνουν οι γονείς σε σχέση με την εκπαίδευση των παιδιών τους. Θεωρεί ότι είναι όλες οι προαναφερθείσες «αδικίες». Οι γονείς συνδέουν αποκλειστικά το σχολείο με την επαγγελματική αποκατάσταση, που μάλιστα συνοδεύεται από την απόλυτη αντίφαση, αυτήν των «άνεργων πτυχιούχων». Το παραπάνω έχει συνέπεια τη βαθμοθηρία, τον ανταγωνισμό, την απαγόρευση ελεύθερου χρόνου ή διακοπών, τις οικονομικές θυσίες που γίνονται σκαλοπάτι για απαιτήσεις από τα παιδιά, την κατηγοριοποίηση μαθημάτων σε «βασικά-απαραίτητα» και «δευτερεύοντα-προαιρετικά». Με άλλα λόγια, η στάση των γονέων έχει συνέπεια να εκπαιδεύουμε επαγγελματίες, αντί να μορφώνουμε πολίτες και ανθρώπους, κάτι που, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, είναι πολύ επικίνδυνο.

Κάποιοι γονείς μάλιστα κάνουν ένα ακόμη λάθος∙ πιστεύουν ότι η μάθηση δεν τους αφορά πλέον, λόγω ηλικίας, και ταυτίζουν την πρόοδο του παιδιού τους με τη δική τους. Με άλλα λόγια, ξεχνούν τη ζωή τους, παύουν να αναζητούν ό,τι δίνει ικανοποίηση και αναγνώριση στους ίδιους και προσπαθούν να ζήσουν μέσα από τα παιδιά τους, να ικανοποιηθούν και να τύχουν αναγνώρισης μέσα από τις επιτυχίες τους. Για τον λόγο αυτόν γίνονται τόσο αυστηροί και τόσο απόλυτοι. Το παίρνουν προσωπικά. Θεωρούν ότι το να μην περάσει το παιδί τους στο πανεπιστήμιο είναι προσωπική τους αποτυχία, ότι σημαίνει πως δεν ήταν αρκετά καλοί γονείς. Αυτό, όμως, εκτός από άδικο για τους ίδιους, που ξεχνούν και απαρνούνται τη δική τους ζωή, ασκεί τρομερή πίεση στα παιδιά τους, που προσπαθούν όχι μόνον για τον εαυτό τους, για να ικανοποιήσουν, δηλαδή, τις δικές τους ανάγκες ή επιθυμίες, αλλά και – ίσως και κυρίως- για τους γονείς τους. Δεν μπορείς, φυσικά, να πείσεις ένα παιδί ότι είναι χρήσιμο ή θεμιτό να κάνει τη μάθηση μέρος της ζωής του, αν δεν είναι και μέρος της δικής σου. Δεν μπορείς να πείσεις ένα παιδί να διαβάσει λογοτεχνία ενώ έχεις το βλέμμα σου καρφωμένο στην απογευματινή σαπουνόπερα. Το επιχείρημα της ηλικίας είναι ψευδοεπιχείρημα και γι’ αυτό δεν πείθει. Η διάθεση για μάθηση είναι σκόπιμο να καλλιεργείται για όλη την οικογένεια, όχι μόνον για τα παιδιά.

Το κάθε παιδί είναι ξεχωριστό

Όπως εξηγεί η κ. Ψιλούτσικου, όλα τα παιδιά παίρνουν τα γράμματα, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο. Και εκεί χρειάζεται η συμβολή των ενηλίκων, γονέων και δασκάλων, για να εντοπίσουν τον βέλτιστο τρόπο μελέτης και μάθησης και φυσικά για να μην επιβάλουν στο παιδί έναν ακατάλληλο τρόπο μάθησης. Με άλλα λόγια, η ίδια συνταγή δεν μπορεί να εφαρμοστεί για όλα τα παιδιά. Αυτό για παράδειγμα που λειτούργησε ή δεν λειτούργησε σε εμάς ως μαθητές, δεν είναι απαραίτητο ότι θα λειτουργήσει ή δεν θα λειτουργήσει ως μέθοδος στο παιδί μας. Εδώ χρειάζεται η αποδοχή της διαφορετικής προσέγγισης και των διαφορετικών δυνατοτήτων. Πριν καταλήξουμε, λοιπόν, στο ότι το παιδί μας «δεν παίρνει τα γράμματα» ή «είναι τεμπέλικο» και το καταδικάσουμε, πρέπει να προσαρμόσουμε τις απαιτήσεις μας στην πραγματικότητα. Μπορεί να μάθει μια χαρά με κάποιον τρόπο που δεν είναι «ο δικός μας». Αλλά θα μάθει. Και, φυσικά, δεν πρέπει να ανησυχούμε εάν δεν ξέρουμε ή αν δεν μπορούμε να προσφέρουμε κάτι στα παιδιά μας. Δεν δίνουν πάντα την πιο μεγάλη ή την πιο κατάλληλη βοήθεια εκείνοι που ξέρουν ή που έχουν τα περισσότερα. Η ενσυναίσθηση είναι εξίσου σημαντική με τη γνώση και μπορούμε, χρησιμοποιώντας την, να είμαστε πάντα οι γονείς που χρειάζονται τα παιδιά μας. Όταν ένας μαθητής μοιάζει να μην ενδιαφέρεται για το σχολείο, αντί να υποθέσουμε πως βαριέται, τεμπελιάζει ή αδιαφορεί, ας ασχοληθούμε περισσότερο και ας βρούμε μαζί του τους λόγους που τον οδηγούν σε αυτήν τη στάση. Και μαζί του, στη συνέχεια, να καταλήξουμε και σε πιθανές λύσεις.

Πάνω από όλα, το βιβλίο της Μαρίνας Ψιλούτσικου γράφτηκε για να βοηθήσει κάθε αναγνώστη να δει τη μάθηση ως δώρο και όχι ως υποχρέωση. Να βοηθήσει τους γονείς να την αγαπήσουν οι ίδιοι και να αφήσουν χώρο και χρόνο στα παιδιά τους να κάνουν το ίδιο. Η μόρφωση ενός ανθρώπου είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να χαρίσει στον εαυτό του και σε όσους αγαπάει… Και είναι ένα δώρο που κανείς ποτέ δεν μπορεί να του στερήσει. Συμπερασματικά, κανείς δεν μπορεί να κάνει τα παιδιά του να αγαπήσουν το σχολείο. Το αρχικό ερώτημα είναι συνειδητά λανθασμένο. Δεν μπορεί, δεν έχει ούτε την ευθύνη ούτε το δικαίωμα, να «κάνει» τίποτα τα παιδιά του. Είναι, όμως, ευθύνη του και προνόμιό του να τους δώσει ευκαιρίες και εφόδια. Και είναι ευθύνη και δικαίωμα και υποχρέωση δική τους να κάνουν ό,τι θέλουν και ό,τι επιλέξουν…

Το βιβλίο της Μαρίνας Ψιλούτσικου «Πώς θα κάνω το παιδί μου να αγαπήσει το σχολείο» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα.