ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΣΧΟΛΕΙΟ

10Όταν τον Σεπτέμβριο του 1985 περνούσα την πόρτα ενός μεγάλου δημόσιου δημοτικού σχολείου στο κέντρο της Αθήνας, οι ποδιές είχαν μόλις καταργηθεί (στο νηπιαγωγείο φορούσαμε όλα τα παιδάκια, ενώ ελάχιστα συνέχισαν να τις φορούν και για 1-2 χρόνια αργότερα), το ΠΑΣΟΚ ήταν στα χάι του, το κτίριο ήταν συνομήλικό μου, το ωράριο ήταν μια εβδομάδα πρωί και μια απόγευμα, τα παιδιά ήταν πολλά (2 συστεγαζόμενα σχολεία, 4ºκαι 118º, 3 τμήματα 25άρια η κάθε τάξη και ένα ειδικό σχολείο σε δική του πτέρυγα) και ήταν όλα ελληνάκια. Μάλλον όχι, υπήρχε, όχι στο τμήμα μου, στο Α’3, αλλά στο Α’1 ή στο Α’2 ένα μαύρο κοριτσάκι, η Λόλα, που όλες ζηλεύαμε για τα φοβερά κοτσίδια της (μέσα στην πορεία των ετών, αν θυμάμαι καλά, ήρθαν και άλλα δυο μαύρα κοριτσάκια, πάλι σε άλλο τμήμα), και υπήρχαν και 2-3 παιδιά από μεικτούς γάμους (ελληνοαραβάκια, ελληνοαγγλάκια κ.λπ) εις εκ των οποίων, στην τάξη μου, ο Γιώργος Τζούνιορ, που ήταν ελληνοαμερικάνος και έχαιρε φυσικά μεγάλης εκτιμήσεως χάρη σε αυτό. Με άλλα λόγια, όσο ο αριθμός των μεταναστών ήταν περιορισμένος, η κοινωνική τους περιθωριοποίηση δεν ήταν τόσο εμφανής, όπως συμβαίνει σήμερα, γι’ αυτό και η ελληνική κοινωνία αντιμετώπιζε την παρουσία τους σχετικά αδιάφορα.

Επομένως, θέμα φυλετικού ή/και θρησκευτικού ρατσισμού δεν υπήρχε. Άλλωστε τότε κανείς δεν «απειλούσε» την ελληνικότητά μας. Φυσικά, όπως και σε κάθε μικροκοινωνία, υπήρχαν άλλου τύπου ρατσισμοί, αλλά όχι ρητοί και βέβαια όχι εθνικιστικοί. Μετά το Πάσχα του 1991, στις τελευταίες ημέρες μου ως μαθήτριας του δημοτικού, ήρθαν (πάλι σε κάποιο εκ των άλλων τμημάτων) 2 ή 3 κοριτσάκια, μάλλον μεγαλύτερα σε ηλικία, από την Αλβανία. Που δεν μιλούσαν γρι ελληνικά και ναι, ήταν δακτυλοδεικτούμενες. Βλέπετε, μόλις είχε καταρρεύσει το καθεστώς του Αλία, είχαν ανοίξει τα σύνορα και οι πρώτοι Αλβανοί και Βορειοηπειρώτες είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται στις κεντρικές γειτονιές της πρωτεύουσας. Και να μας τρομάζουν…

Στο Γυμνάσιο είχαμε στο τμήμα μας ένα παιδί από τη Βόρειο Ήπειρο, που όμως, μιλούσε τη γλώσσα και δεν είχε σοβαρά θέματα. Στις χρονιές που ακολούθησαν άρχισε να δημιουργείται το «πρόβλημα». Ήταν τότε που ως λαός πάθαμε ένα συλλογικό πολιτισμικό σοκ εξαιτίας της μαζικής άφιξης των «ξένων». Που είχαν έρθει για να μας κλέψουν, για να μας πάρουν τις δουλειές, για να μας επιβάλουν τη γλώσσα και την κουλτούρα τους… Και σκεφτείτε ότι τότε, στα νάιντις, δεν υπήρχαν σόσιαλ μίντια. Η κατασκευή της ταυτότητας του Αλβανού και δευτερευόντως του Πολωνού ή του Ρουμάνου ή του Ρωσοπόντιου έγινε μέσα από τις αφηγήσεις των παραδοσιακών ΜΜΕ, των οποίων η επιρροή δεν συγκρίνεται με αυτή των νέων μέσων, που κατασκευάζουν σήμερα την εικόνα του μετανάστη ή του πρόσφυγα του 21ου αιώνα.

Στις αρχές, λοιπόν, της δεκαετίας του ’90, με τη μαζική είσοδο οικονομικών μεταναστών και πολιτικών προσφύγων, η Ελλάδα μετατράπηκε από χώρα προέλευσης σε χώρα υποδοχής μεταναστών, γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στη συμπεριφορά των Ελλήνων απέναντι στους ξένους. Κατανοούμε, λοιπόν, ότι η ανυπαρξία ξενοφοβίας και ρατσιστικών φαινομένων στο παρελθόν δεν οφείλονταν, όπως ορισμένοι αρέσκονται να πιστεύουν, στον εγγενή αντιρατσισμό του φιλόξενου λαού μας, αλλά μάλλον στην έλλειψη εξωτερικών ερεθισμάτων.

Το πρώτο σοκ το διαδέχτηκαν είτε η αποδοχή είτε η απόρριψη. Θεωρώ, ίσως λανθασμένα, ότι οι (κατά τη δική μου κρίση πάντα) νοήμονες άνθρωποι ή/ και όσοι είχαν καθημερινή επαφή με τους ξένους δεν δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, αποδεχόμενοι (τουλάχιστον φαινομενικά) ως ίσους μας τους νέους κατοίκους της Ελλάδας. Μαθήτρια ακόμα, παρακολουθούσα αρκετά το θέμα της ένταξής τους, καθώς οι γονείς μου ήταν εκπαιδευτικοί και αντιμετώπιζαν καθημερινά προκλήσεις, όχι τόσο λόγω της δυσκολίας κατανόησης των μαθημάτων από τα μεταναστάκια, όσο εξαιτίας της αδυναμίας πολλών γονέων (και κατ’ επέκταση παιδιών), αλλά και πολλών συναδέλφων τους εκπαιδευτικών να δεχτούν την κοινωνική συνύπαρξη  με τους ξένους. Θυμάστε, αλήθεια, τον Οδυσσέα Τσενάι;

Εν τω μεταξύ, τελειώνοντας το Λύκειο και ερχόμενη σταδιακά σε επαφή με συνομηλίκους μου Αλβανούς, που πλέον σπούδαζαν, έγινα φίλη με ορισμένους εξ αυτών (άλλους Βορειοηπειρώτες, άλλους Αλβανούς και άλλους mixed) και είδα πόσο δύσκολα βίωναν την καθημερινότητά τους στην καινούρια πατρίδα. Παιδιά που δεν μιλούσαν για την καταγωγή τους, γιατί ντρέπονταν, παιδιά που δεν ψήφιζαν (και που μερικοί ακόμα και σήμερα δεν ψηφίζουν), παιδιά που αναγκάζονταν να λένε ψέματα, παιδιά που τους χώρισαν γκόμενοι και γκόμενες όταν έμαθαν από πού ήρθαν, παιδιά που ένιωθαν ξένοι στην Ελλάδα, ξένοι και στην Αλβανία. Συμβιώνοντας μαζί τους, μέσα στην τελευταία 20ετία, αντιλαμβάνομαι ότι η ζωή τους έχει βελτιωθεί αισθητά, αλλά ότι ακόμα κουβαλούν ένα στίγμα, ένα βάρος για το ποιοι είναι, αν και ζουν πλέον εντελώς ενταγμένοι στην ελληνική κοινωνία, εργαζόμενοι, οικογενειάρχες, άριστοι ομιλητές της ελληνικής γλώσσας και επιστρέφουν σπάνια πίσω στη χώρα που γεννήθηκαν, μόνο για τουρισμό. Και αν…

Πάμε τώρα 29 χρόνια μετά τη δική μου πρώτη δημοτικού. Πάμε στην πρώτη δημοτικού του γιου μου, στο ίδιο δημοτικό σχολείο στο κέντρο της Αθήνας, αισθητά πιο μικρό, την ακαδημαϊκή σεζόν 2014-2015. Μια άλλη φάση, εντελώς διαφορετική και εντελώς υπέροχη! Στην τάξη του Δημήτρη, σε Α’1 και Α΄2 μαζί, υπάρχουν καταρχάς ελληνάκια. Υπάρχουν, όμως, και παιδιά με καταγωγή κυπριακή, αλβανική, τουρκική, αιγυπτιακή, ρωσική, υπάρχουν παιδιά από μεικτούς γάμους, ελληνοαλβανάκια, ελληνορουμανάκια, ελληνοσλοβακάκια, υπάρχει (υιοθετημένο από Έλληνες) παιδάκι από την Καμπότζη. Αλλά όλα θεωρούν εαυτούς ελληνάκια! Αν βρεθείτε στην αυλή του σχολείου ή σε κάποιο πάρτι ή στις κούνιες, θα δείτε παιδιά ψηλά και κοντά, λεπτά και εύσωμα, με γυαλιά ή χωρίς, καλούς και κακούς μαθητές, παιδιά χαριτωμένα και παιδιά πιο άχαρα, παιδιά ήρεμα και παιδιά πιο άγρια, παιδιά ομιλητικά και παιδιά ντροπαλά, παιδιά σπορτίφ και παιδιά νωθρά, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και παιδιά-αστέρια, μοναχοπαίδια και παιδιά πολύτεκνων οικογενειών, παιδιά γεννημένα στην Ελλάδα και παιδιά γεννημένα στο εξωτερικό να κάνουν το πιο αυτονοήτο και απλό πράγμα, να παίζουν. Όταν πέρυσι, στη δευτέρα δημοτικού, ήρθε καινούριο κοριτσάκι από την Αίγυπτο, μη γνωρίζοντας ούτε μια λέξη, αμέσως τα υπόλοιπα το πήραν μαζί τους και της μιλούσαν στη νοηματική για να συνεννοηθούν και να παίξουν!

Και φυσικά υπάρχουν και συνυπάρχουν οι αντίστοιχοι γονείς. Των προαναφερθεισών εθνικοτήτων. Οικονομολόγοι, δάσκαλοι, κομμωτές, καθηγητές κάθε ειδικότητας, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, πωλητές, διερμηνείς, ποιητές, υπάλληλοι, ερευνητές, στρατιωτικοί, σκηνοθέτες, μαγαζάτορες, υπάλληλοι ξενοδοχείου, υπάλληλοι εταιρειών, πληροφορικάριοι, αρχιτέκτονες, μεταφραστές, αρτοποιοί, ηλεκτρολόγοι, μάνατζερς, δικηγόροι, συγγραφείς, οδηγοί, χορευτές, λογιστές και άλλοι που σίγουρα ξεχνάω… Γονείς που είναι μαζί, γονείς που είναι χωρισμένοι, γονείς που μεγαλώνουν τα παιδιά τους μόνοι τους…

Όλοι οι προαναφερθέντες είχαμε την τύχη να έχουν τα παιδιά μας στα δυο πρώτα χρόνια της μαθητικής τους καριέρας δυο εξαιρετικές δασκάλες-Λειτουργούς που, πέραν της δουλειάς που έκαναν στο μαθησιακό κομμάτι, δούλεψαν μαζί και -σαν δεύτερες μαμάδες- μπόρεσαν να ενώσουν τα δυο τμήματα σε μια μεγάλη παρέα όμορφων, μικρών, αλλά δυνατών ανθρώπων, που έχει μάθει να μοιράζεται, που έχει μεν τις κόντρες της, όπως όλα τα παιδιά, αλλά σε καμιά περίπτωση οι κόντρες αυτές δεν έχουν να κάνουν με την καταγωγή, το χρώμα, τη φυλή, το θρήσκευμα, τη μητρική γλώσσα, την οικογενειακή κατάσταση. Κι εμείς, οι γονείς, συνεργαστήκαμε άριστα μαζί τους, γιατί μας ενέπνευσαν. Και γίναμε κι εμείς παρέα!

Ο γιος μου, λοιπόν, (και οι συμμαθητές του επίσης) δεν κατανοεί τον ρατσισμό ως έννοια, γιατί πολλοί φίλοι του έχουν ξένη καταγωγή, αλλά δεν ξέρει ή δεν καταλαβαίνει ότι είναι ξένοι ή τέλος πάντων και να το καταλάβει δεν τον ενδιαφέρει καθόλου, γιατί είναι φίλοι του. Τα παιδιά της τάξης του είναι παιδιά και το ότι δεν ταιριάζει και δεν κάνει παρέα με όλα τους  (άλλο κι αν είναι φοβερά καλόβολος και γενικά όλους και όλες τους πάει και τους γουστάρει) οφείλεται, προφανώς, στις διαφορές στο χαρακτήρα τους και όχι σε οποιαδήποτε άλλη διαφορά.

Γιατί τα γράφω αυτά; Γιατί μου είναι κυριολεκτικά αδιανόητο ότι υπάρχουν γονείς που απειλούν με καταλήψεις αν τα παιδιά τους συνυπάρξουν με προσφυγόπουλα. Γιατί ο γιος μου έβαλε τα κλάματα όταν κάπου άκουσε, υποθέτω στο σχολείο, ότι φέτος κάποια παιδιά θα ζουν σε στρατόπεδα και σε σκηνές και δεν θα πάνε σχολείο. Η απορία του «Γιατί, δηλαδή, να μην πάνε σχολείο» δεν έχει εύλογη απάντηση. Θα ήθελα πολύ να έρθουν και στο σχολείο μας προσφυγάκια και σύντομα να ενταχθούν μέσα στις τάξεις, γιατί εκτός από το αυτονόητο δικαίωμά τους στη μόρφωση, η παρουσία τους θα είναι το μεγαλύτερο μάθημα ζωής για τα δικά μας παιδιά, που θεωρούν δεδομένα πράγματα που στις μέρες μας δεν είναι καθόλου δεδομένα. Γιατί αν η μάθηση του μυαλού συνδυάζεται με τη μάθηση της ψυχής, είναι πάντα για το καλύτερο…

Όσο για την ελληνικότητα μας ως ιδεολόγημα; Θεωρώ ότι το καημένο το (ανάδελφο) έθνος μας δεν απειλείται από κανέναν ξένο, μετανάστη ή πρόσφυγα, πολλώ δε μάλλον από παιδιά, παρά μόνο από εμάς τους ίδιους, από ένα λαό που, αν και άλλα υποστηρίζουν εδώ και δεκαετίες τα πολιτικά συνθήματα, ξεχνά και που συνεχίζει να αυτοκαταστρέφεται καθημερινά.

Υ.Γ  Στο κείμενο αναφέρομαι στην τάξη του γιου μου, διότι αυτά τα παιδιά και αυτούς τους γονείς τους έχω ζήσει. Νομίζω και ελπίζω ότι τα ίδια θα ισχύουν και για την κόρη μου, που μόλις ξεκίνησε την πρώτη δημοτικού.