ΝΑ ΜΗ ΜΙΛΑΣ ΣΕ ΞΕΝΟΥΣ;

Υπάρχουν παιδιά που από την φύση τους είναι ντροπαλά, έχουν μια συστολή και δεν βρίσκουν κανένα ενδιαφέρον στους αγνώστους και σε ό,τι αυτοί προσφέρουν. Υπάρχουν, όμως, και παιδιά που γεννήθηκαν να αγαπούν το ανθρώπινο είδος, παιδιά που από τότε που έγιναν σχεδόν 4 και άρχισε να τους ενδιαφέρει ο έξω κόσμος κοιτούν με τεράστια μάτια όλους τους ανθρώπους σαν να θέλουν να δουν πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι υπάρχουν και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτούς. Σαν μια live εγκυκλοπαίδεια δηλαδή. Υπάρχουν παιδιά που διψούν να γνωρίσουν ανθρώπους, που τα τρώει ρωτήσουν από τι υλικό είναι ο σκελετός από το γυαλιά του περίεργου κυρίου στο παγκάκι. Παιδιά για τα οποία είναι μια χαρά να τους σηκώσει στο μονόζυγο στην παιδική χαρά ένας ψηλός κύριος που βρέθηκε μπροστά τους , και άλλα τέτοια ενδιαφέροντα. Ένα τέτοιο παιδί είναι ο «μεγάλος» μου γιος.

Είναι αυτό το παιδί που όταν αρχίσαμε να συζητάμε για το ότι υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι και ίσως και κάποιοι που σκέφτονται και πράττουν με άσχημο τρόπο, θύμωσε λέγοντας μου «λες ψέμματα δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι»! Σαν να του γκρέμιζε κάποιος την κοσμοθεωρία του. Εν μέρει τον καταλαβαίνω, γιατί από ό,τι θυμάμαι, πριν φάω τα μούτρα μου είχα, και ακόμη έχω για να είμαι ειλικρινής, καλή πίστη προς όλους τους ανθρώπους.

Το ερώτημα και η ανησυχία μας σαν γονείς του είναι το πώς θα του δώσουμε να καταλάβει, χωρίς να διαλύσουμε αυτή την φυσική αγάπη και πίστη του προς τους ανθρώπους, πως δυστυχώς υπάρχουν και οι άλλοι, αυτοί που κάνουν κακό σε παιδιά και ότι πρέπει να προσέχει. Για μένα δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το  να «μεγαλώνω» απότομα παιδιά. Έλα όμως που τελικά είναι απαραίτητο, και στα μεγαλύτερα παιδιά δεν αρκεί το «πρέπει να σε βλέπω ή δεν παίρνεις τίποτα από ξένο», διότι πλέον υπάρχει και η ερώτησή τους, το «γιατί»;

Φυσικά, για να μην τρέφουμε φρούδες ελπίδες, όταν κάτι είναι στην φύση ενός παιδιού, ακόμα και αν του πεις την στεγνή αλήθεια (με τρόπο που ταιριάζει στην ηλικία του), πάλι θα το ξεχάσει. Δεν μπορώ και δεν θέλω να τον τρομοκρατήσω, μπαίνοντας στις λεπτομέρειες του άσχημου κόσμου, οπότε τι μένει; Όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, ο κλήρος πέφτει στους γονείς. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ένα παιδί από χώρους με κόσμο. Φυσικά, πάντα πρέπει να το επιβλέπουμε χωρίς να το ντροπιάζουμε. Βρήκαμε μια λύση, που ελπίζουμε να δουλέψει, όταν και αν θέλει να πλησιάσει πολύ και να πιάσει κουβέντα με κάποιο άγνωστο, θα πρέπει να συνοδεύεται έστω και διακριτικά από κάποιον από εμάς, και όταν κάποιος του προσφέρει κάτι θα πρέπει πρώτα να μας ρωτήσει, ό,τι και αν είναι αυτό. Σκεφτήκαμε πολύ σαν γονείς του, και εγώ σαν μητέρα η αλήθεια είναι ότι έχω μια κρυφή πίστη στο ένστικτο των παιδιών να νιώθουν τους περίεργους ανθρώπους, αλλά το αυθόρμητο και η ξεγνοιασιά του παιχνιδιού συνήθως επεμβαίνουν σε αυτό το ένστικτο, η εποχή δε, δεν μου αφήνει περιθώριο να το διακινδυνεύσω, όχι τουλάχιστον πριν η ηλικία του με αναγκάσει να το κάνω.

Να μιλά λοιπόν σε ξένους, δεν θέλουμε ανθρώπους κλεισμένους στο καβούκι τους, αγνώστους στην ίδια πολυκατοικία και αδιάφορους στην ίδια γειτονιά. Είναι, αν θέλετε, και ένας λόγος που ανθίζουν όλοι αυτοί οι επιτήδειοι, που δρουν δίπλα μας αθόρυβα. Επειδή είμαστε «στην πόρτα μας και μέσα» έχουν βρει πρόσφορο έδαφος. Οι εποχές αλλάζουν και πάλι και όσοι μεγαλώνουμε, έμμεσα  και άμεσα,  παιδιά καλά θα κάνουμε να θυμόμαστε πως θέλουμε ανθρώπους που αγαπούν τους άλλους ανθρώπους, που γνωρίζουν τους γύρω τους και ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει σε αυτόν τον πλανήτη, γιατί είναι το μεγάλο τους σπίτι! Οι κλειστές πόρτες ευνοούν μύρια κακά.

Συμπερασματικά, λοιπόν, ας επιτρέψουμε στα παιδιά να γνωρίσουν αγνώστους, αλλά με ασφάλεια και μαθαίνοντάς τους στην πράξη να οριοθετούν.

Η Ντίνα Νομικού είναι μοντεσοριανή εκπαιδευτικός-νηπιαγωγός Ε.Κ.Π.Α.
thechildin.blogspot.com