ΚΙ ΕΣΥ ΜΑΜΑ ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ

Καρδιά Ιουλίου και η ψυχή μου να σπαρταρά. Από φόβο, από άγχος, από αγωνία, από κούραση, από ξεφωνητά. Καθισμένη στην άκρη της παραλίας- που απ’ το καταχείμωνο ονειρευόμουν- να τα παρακολουθώ, να τ” ακολουθώ, να τα κυνηγώ, να τα θερμοπαρακαλώ: “Βρε αγόρι μου, μην πηγαίνεις τόσο βαθιά”, “Βρε κορίτσι μου, βγες λίγο έξω. Έξι ώρες είσαι μέσα στο νερό”.

Όχι. Αυτή δεν είμαι εγώ. Αυτή είναι μια γοργόνα που σέρνεται πάνω στην καυτή άμμο, αγκιστρωμένη στα “έτσι θέλω” δύο μικρών παιδιών. Των δικών μου παιδιών. Απ” την μέση και πάνω είμαι γυναίκα κι από τη μέση και κάτω μια ουρά που τρέχει αλαφιασμένα πίσω από δύο μικρά ψαράκια που αυτό το καλοκαίρι, έτσι άξαφνα, αποφάσισαν να μεταμορφωθούν σε… Ιστιοφόρους του Ειρηνικού. Δεν σταματούν ποτέ. Δεν κουράζονται ποτέ. Δεν σε καταλαβαίνουν ποτέ. Δεν σε ακούνε ποτέ. Ανοίγουν μάτι στις δέκα το πρωί κι όλα θέλουν να τα δουν, όλα να τ” ανακαλύψουν: “Έλα μαμά, πάμε να πιάσουμε αχινούς. Και ψάρια με την απόχη. Δεν μπορούμε να πιάσουμε ψάρια με την απόχη; Καλά τότε, πάμε να κάνουμε βουτιές από το μώλο! Γιατί δεν μπορούμε; Τα άλλα παιδιά κάνουν! Καλά τότε, έλα να φτιάξουμε κάστρα με τα κουβαδάκια. Σκάβε μαμά. Σκάβε! Κι άλλο! Πιο βαθιά, πιο δυνατά. Σκάβε μαμά!”. Σκάβω, πλάθω, χτίζω. Βάζω πέτρες και κλαράκια και κοχύλια κι ύστερα από λίγο “βαριέμαι μαμά! Πάμε για βουτιές…” Βουτάω. Σε άπατα νερά “γιατί είμαστε πια μεγάλοι”.

Δεν θέλω άλλο. Θέλω να βγω στην στεριά, γυναίκα είμαι απ” τη μέση και πάνω. Θέλω να απλώσω την ουρά μου στον καυτό ήλιο, να την αλείψω με αντηλιακό, να πιω παγωμένο τσάι, να διαβάσω Jo Nesbo, να νιώσω το καλοκαίρι με κλειστά μάτια και κυρίως με κλειστά αυτιά: “Σας ικετεύω παιδάκια μου! Μόνο για πέντε λεπτά, μην πείτε τις φράσεις: “έλα μαμά”, “κοίτα μαμά”, “άκου μαμά”, “πεινάω μαμά”, “κρυώνω μαμά”, “κατουριέμαι μαμά”, “σήκω μαμά”, “πάμε μαμά”, “βαριέμαι μαμά”. Δεν μ’ ακούει κανείς! Στα άπατα οι ικεσίες, στο πόδι εγώ! Παραγγέλνω αυγά τηγανητά και χυμούς και παγωτά κι “ό,τι θέλετε πάρτε” αρκεί να μ” αφήσετε πέντε λεπτά στην ησυχία μου. Τρώνε, πίνουν, ξανατρώνε, ξαναπίνουν, και την στιγμή που ένα πιάτο με τσίρο καταφθάνει μπροστά μου, το εξαφανίζουν κι αυτό εν ριπή οφθαλμού: “Τέλειος ο τσίρος, μαμά! Πιες το σκέτο το ούζο, δεν θα πάθεις και τίποτα!”. Το πίνω ξεροσφύρι. Νυστάζω, εκείνα ποτέ! “Πάμε βόλτα μαμά! Να δούμε το νησί!”. Πάμε. Δωμάτιο, μπάνιο, κριτσανιστή άμμος στα πόδια, στα χέρια, στο στόμα, κριτσανιστή άμμος στ’ ανέμελο καλοκαίρι που μετατράπηκε σε όνειρο θερινής νυκτός…

Βόλτα στην πόλη. “Δεν έχει κούνιες εδώ μαμά;” “Πόσο θα περπατήσουμε ακόμη;”. “Πάρε μου ένα δωράκι”. “Κι ένα παγωτάκι”. “Να κάτσουμε σε ταβέρνα μαμά”. “Εγώ θέλω ψάρι, μαμά!” “Εγώ θέλω παϊδάκια, μαμά”. “Εγώ θέλω να τρέξω, μαμά”. “Εγώ θέλω να μιλήσουμε, μαμά”. Επιστροφή στο δωμάτιο. Ώρα 12 μ.μ. Δόντια, παραμύθια, αγκαλιές, φιλί καληνύχτας, ποτό στο μπαλκόνι με θέα το απέραντο γαλάζιο… Κι ύστερα, δυο μικρά κορμάκια με παράπονο στα χείλη: “Μαμά… Μπαμπά… Γιατί κάθεστε μόνοι σας; Θα κάτσουμε κι εμείς μαζί σας!”.

Σε λίγο ξημερώνει. Μια άλλη μέρα. Μια ίδια μέρα. Με δυο μικρά κορμάκια, προεκτάσεις ενός εαυτού που μπορεί να είναι τα πάντα εκτός από ανέμελος. Αγκιστρωμένη γοργόνα σε διακοπές. Μισή γυναίκα, μισή ψάρι. Να κουνάω απελπισμένα την ουρά μου για να τα προστατέψω, να τα διασκεδάσω, να τα προλάβω, να τα δω να χαμογελούν όπως τους αξίζει. Πού και πού, η ουρά “θυμώνει”. Και χτυπάει άτσαλα τα νερά της παιδικότητας τους με την φράση: “Με πρήξατε πια! Αφήστε με πέντε λεπτά να ηρεμήσω!” Δεν με αφήνουν. Μέχρι τη στιγμή που κάθονται αμίλητα σε μια άκρη του δωματίου παρακολουθώντας με να πακετάρω την βαλίτσα της επιστροφής: “Τώρα που θα πας στο γραφείο, να ξέρεις ότι θα μας λείψεις μαμά…”. Δάκρυα γοργόνας στάζουν σε αναμνήσεις καλοκαιριού, η ουρά λάμπει στον ήλιο, η μισή γυναίκα γίνεται πάλι παιδί και μέσα της, βαθιά μέσα της παρακαλά, αυτό το καλοκαίρι να μην τελείωνε ποτέ. Ακόμη κι αν ήταν βουτηγμένο σε δεκάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια “Μην ηρεμήσεις ούτε ένα λεπτό, μαμά…”