ΓΕΡΟΙ

γέροιΈκανα παιδί αρκετά μικρή για να λαμβάνω-υπερβολικές σίγουρα- φιλοφρονήσεις του τύπου «Γιος σου είναι; Είστε σαν αδέρφια» και αρκετά μεγάλη ώστε, προχτές που κούνησα το κεφάλι μου στο ρυθμό ενός τραγουδιού που ακουγόταν στο αμάξι, ο γιος μου να μου πει το «Εσείς οι γέροι χορεύετε κάπως περίεργα». Εχμ, ώπα μικρέ. Οι ποιοι;

Και μετά κάνω ένα φλας μπακ, εγώ είμαι 12, οι γονείς μου ακόμη νεότεροι από όσο είμαι εγώ τώρα, ωστόσο στο μυαλό μου διανύουν βαθιά γεράματα. Τι και αν θα ένιωθαν τότε, όπως και εγώ τώρα, νέοι και όμορφοι; Στο μυαλό μου ήταν οι γονείς μου. Και οι γονείς είναι μεγάλοι, τελεία και παύλα.

Για τον Γιώργο είμαι λοιπόν γριά όταν χορέψω με τη μουσική στο αμάξι, οριακά σιτεμένη όταν του σερβίρω το φαγητό του, λίγο νεότερη όταν χαζεύουμε τις ίδιες σειρές στο Netflix, η πιο κουλ και νέα μαμά όταν επισκέπτομαι το σχολείο του και πάει λέγοντας. Έχει μια σχετική ελαστικότητα, λοιπόν, στο μυαλό του το ηλικιακό χάσμα. Και δεν ξέρω αν αυτό πειράζει, νομίζω όχι.

Πάντως και εγώ αισθάνομαι πως μας ενώνει ένα σχοινί που άλλοτε μικραίνει πολύ (μάλλον την ώρα του Netflix) και άλλοτε μεγαλώνει (σίγουρα μπροστά στην κλεισμένη πόρτα και στο «τι θες τώρα ρε μαμά»). Άλλοτε στέκω να κοιτώ τον κόσμο του σαν κάτι φωτεινό, όμορφο, γεμάτο δύναμη και ελπίζω ότι αυτός και οι συνομήλικοί του Γιώργηδες και Ελενίτσες θα τα κάνουν όλα καλύτερα. Και άλλοτε μου μοιάζει απίθανο ότι αυτά τα παιδιά θα καταφέρουν να αλλάξουν τον κόσμο. Ποιον κόσμο, ούτε σπίτι δεν ξέρω αν θα καταφέρουν να αλλάξουν. Και θέλω να του πω πως, μικρέ, εμείς οι γέροι στα 12 ενίοτε σηκωνόμασταν από τον καναπέ,  βγαίναμε από το σπίτι με την πρώτη ευκαιρία, δίναμε ραντεβού στην πλατεία στις 6, σκαρφαλώναμε στα κάγκελα του σχολείου για να δούμε τα αγόρια να παίζουν μπάσκετ, μπαινοβγαίναμε στα λεωφορεία, κάναμε κοπάνες, γράφαμε κασέτες, αφιερώναμε τραγούδια σε σταθμούς, δίναμε κάτι αδέξια φιλιά, κάναμε πάρτι στα σπίτια, μιλούσαμε και κοιτιόμασταν, ή μιλούσαμε στα τηλέφωνα, πάντως μιλούσαμε δεν γράφαμε σε τσατ. Δεν βγάζαμε σέλφις, δεν έχουμε φωτογραφίες (ευτυχώς), έχουμε αναμνήσεις. Θέλω να του τα πω όλα αυτά, αλλά μου ακούγονται εντελώς δασκαλίστικα, γαμώτο, γιατί οι εποχές ίσως έχουν όντως αλλάξει και μπορεί να μην το έχω πιάσει το υπονοούμενο.

Και τελικά βολευόμαστε όλοι που είναι Σάββατο απόγευμα και ο Γιωργάκης είναι βυθισμένος στον καναπέ του με το ipod και η Μαρία είναι στη φίλη της με το iphone και βγάζει τις πιο ωραίες σέλφις και εμείς ξέρουμε πού είναι το παιδί μας, γιατί κάνουμε follow το account του. Και που δεν ανησυχούμε μήπως τελικά φάει τα μούτρα του προσπαθώντας να σκαρφαλώσει από τα κάγκελα του κλειστού σχολείου για να παίξει μπάσκετ. Μήπως κρυώσει γιατί έφυγε χωρίς ζακέτα, μήπως τέλος πάντων κάνει όλα αυτά τα επικίνδυνα που κάναμε κάποτε εμείς στα 12 και μας έκαναν τους κουλ, νέους και όμορφους γέρους ετών 40.