ΑΛΚΗ ΖΕΗ: Η ΗΡΩΙΔΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΧΡΟΝΩΝ

Λίγες μέρες πριν από το Πάσχα, στην ηλιόλουστη Αλεξάνδρας, με καρδιά που πεταρίζει σαν μικρού παιδιού. Στο μυαλό επανέρχονται μεσημέρια ραστώνης μπροστά από μια μεγάλη καμπυλόσχημη τηλεόραση για το «Καπλάνι της Βιτρίνας» με το «ΕΥ-ΠΟ; -ΛΥ-ΠΟ;» (σ.σ.: το συνθηματικό για την ερώτηση «ευτυχισμένη ή «λυπημένη» ανάμεσα στη Ζέη και την πολυαγαπημένη της αδερφή Λένα) να καρφώνεται στο μυαλό για χρόνια.

Και είκοσι χρόνια μετά ξανά από το χέρι για νέα συναρπαστική βόλτα στην Ιστορία μέσα από μια νέα συναρπαστική βόλτα στην Ιστορία μέσα από μια βιωματική αφήγηση της Κατοχής γεμάτη γοητευτικές λεπτομέρειες για μεγάλες προσωπικότητες της Ελλάδας (από τον Χατζιδάκι στον Γκάτσο κι από τον Κουν στον Πλωρίτη και τη Διδώ Σωτηρίου) μέσα από το περσινό «Με Μολύβι Φάμπερ Νο.2» (εκδ. Μεταίχμιο), μια διθυραμβική, το δίχως άλλο, επιστροφή της συγγραφέως στα βιβλία που αφορούν ταυτόχρονα μικρούς και μεγάλους. Η λεπτομέρεια, η έκπληξη-αποκάλυψη και τα βιωματικά στοιχεία είναι η μαγική τριπλέτα της Άλκης Ζέη που κάνει την Ιστορία το πιο όμορφο παραμύθι στα μάτια μικρών και μεγάλων, πολλές γενιές τώρα.

Με την είσοδό μου στο φροντισμένο ρετιρέ της κλασικής αθηναϊκής πολυκατοικίας την αντικρίζω καθιστή και γαλήνια στην πιο ηλιόλουστη γωνιά του σπιτιού. Οι δεκάδες φωτογραφίες σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού με τραβάνε απ’ το μανίκι. Πολλές με την ίδια και τον λατρεμένο της σύντροφο, τον θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου (πέθανε το 1991), άλλες με τα παιδιά και τα εγγόνια, πολλές της Μελίνας «ήμασταν καλές φίλες» θα μου πει. Για μια καλοδιατηρημένη, ασπρόμαυρη φωτογραφία με εκείνη νέα μαζί με τα παιδιά της, μου εξηγεί «τη βγάλαμε σε φωτογραφείο της Μόσχας το 1964 για το διαβατήριο –μια φυλλάδα τόση!– για να έρθουμε από τη Ρωσία στην Ελλάδα. Ο άντρας μου δεν μας ακολούθησε, δεν του έδωσαν άδεια. Εγώ και τα παιδιά είχαμε έρθει για δύο μήνες. Τελικά δεν γύρισα πίσω – όλοι με συμβούλευσαν να μείνω στην Ελλάδα και να περιμένω τον άντρα μου. Έλειπα από την πατρίδα ήδη από το 1952. Ο γιος μου εδώ είναι τεσσάρων χρόνων και η κόρη μου εννέα». «Κι όμως», σκέφτομαι καθώς ακούω την ιστορία, «μέσα σε αυτήν την τόσο δύσκολη κατάσταση η Ζέη χαμογελάει με αισιοδοξία και υπερηφάνεια».

Στο δωμάτιό της, όπου θα πάμε για να τη βοηθήσω με ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει με το Μac της («πήρα τον γιο μου και μου είπε να πατήσω Shift και μηλαράκι, αλλά δεν θα τα κατάφερα»!), θα δω και το πιο γλυκό ενσταντανέ απ’ όλα – εκείνη με την αγαπημένη της φίλη Ζωρζ Σαρή με vintage λευκά μπικίνι της εποχής. Επιστρέφουμε στο ηλιόλουστο σημείο του σαλονιού κι αρχίζουμε να ξετυλίγουμε το νήμα της ζωής μιας ακούραστης δημιουργού που γι’ αυτήν την άνοιξη μας επιφύλαξε τη μεταφραστική μάτια της πάνω στον «Μικρό Πρίγκιπα» του Εξιπερί σε πρωτότυπη εικονογράφηση Αλέξη Κυριτσόπουλου (το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 18/5 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο).

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΥΡΙΤΣΟΠΟΘΛΟΣ

Στον δρόμο για εδώ και αντικρίζοντας το ολάνθιστο αθηναϊκό σκηνικό αναρωτιόμουν πώς να ήταν η ελληνική άνοιξη εν μέσω Κατοχής; Φαίνονταν περισσότερο τα χάλια της πόλης, η βρομιά, ο κόσμος που έψαχνε στα σκουπίδια, οι πεθαμένοι στον δρόμο, το θέαμα ήταν πολύ λυπηρό. Ακόμα κι έτσι όμως εμείς φλερτάραμε, χορεύαμε, κάναμε την Αντίστασή μας. Είχαμε όραμα, κατάλαβες;  

Δεν είναι όμως ανορθόδοξη αυτή η έλλειψη οράματος σε μια τόσο δύσκολη εποχή όπως η σημερινή; Στη δική σας εποχή γιατί υπήρχε; Γιατί κάποιος μας το έδινε, το Κ.Κ.Ε. συγκεκριμένα, κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό, γιατί όταν είσαι νέος χρειάζεσαι οργάνωση, αλλιώς η προσοχή διασπάται. Επίσης ήμασταν ενωμένοι και το όραμα πολύ συγκεκριμένο. Σήμερα ο ένας λέει έτσι κι ο άλλος αλλιώς, το ΚΚΕ έχει κολλήσει στην ίδια βελόνα και ουσιαστικά απουσιάζει ο φορέας που θα εμπνεύσει τον κόσμο. Επίσης το ζητούμενό μας να ελευθερωθεί η πατρίδα ήταν ξεκάθαρο – σήμερα η χώρα είναι σε δύσκολη κατάσταση, αλλά το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο.

Ο έρωτας πώς ήταν εκείνα τα χρόνια; Το παραπάνω όραμα που λέμε λειτουργούσε σαν… ισχυρό ναρκωτικό; Ήταν απόλυτα φιλτραρισμένος με τα ιδανικά της ελευθερίας. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι θα έχω έναν σύντροφο που δεν ήταν στην Αντίσταση ή που, ακόμα χειρότερα, θα ήταν με την άλλη πλευρά. Πρόσφατα ένα αγοράκι 12 χρόνων που είχε διαβάσει το «Με Μολύβι Φάμπερ Νο.2» με ρώτησε «γιατί πήρατε άδεια από το κόμμα για να παντρευτείτε;» Του λέω «εκείνη την εποχή ό, τι θέλαμε να κάνουμε έπρεπε να ρωτήσουμε το κόμμα, όχι τον μπαμπά μας». «Δηλαδή, δικτατορία», μου λέει ο πιτσιρικάς. Άντε να του απαντήσω…

Τι παρατηρείτε σήμερα στις σχέσεις των νέων παιδιών; Ότι οι έφηβοι μπορούν να τα κάνουν όλα με μεγάλη ευκολία. Να κοιμηθούν, για παράδειγμα, με κάποιον χωρίς πολλές απαγορεύσεις. Ύστερα, έχουν τα κινητά, εμείς δεν είχαμε καν τηλέφωνο, πώς δίναμε ραντεβού και βρισκόμασταν ούτε που το ξέρω. Όλες αυτές οι παροχές δεν τους επιτρέπουν να δουν τον έρωτα πιο βαθιά, η σημασία του υποβιβάζεται. Η απουσία του άλλου και οι δυσκολίες φούντωναν τα δικά μας συναισθήματα, όπως και η παραδοχή ότι ο σύντροφός μας είναι αυτός ο ένας, δεν μπορείς σε λίγους μήνες απλώς να τον αλλάξεις. Από την άλλη, δεν είμαι αντίθετη με τη σημερινή ελευθερία που απολαμβάνουν τα παιδιά- πώς θα μπορούσα να είμαι όταν στην εποχή μου ένα σωρό γάμοι οδήγησαν σε πλήρη δυστυχία; Το ότι ο μπαμπάς μου ήταν πολύ αυστηρός έκοψε πολλά πράγματα σε εμένα και την αδερφή μου και μας ανάγκαζε να του λέμε ψέματα διαρκώς.

18n ZEH MOLYBI

Στο βιβλίο σας «Μια Κυριακή του Απρίλη» ο μικρός ήρωας μένει σε ένα σπίτι μαζί με τους γονείς, τον παππού και τη γιαγιά, ο βίος είναι λιτός ενώ κάθε έξοδο συζητιέται ενδελεχώς στο οικογενειακό τραπέζι. Το βιβλίο γράφτηκε το 1981, αλλά θυμίζει πολύ το σήμερα. Να σου πω τι μου είχε κάνει εντύπωση ήδη από τότε: τα παιδιά είχαν πολλές απαιτήσεις και οι γονείς έκαναν όλες τις χάρες στα «θέλω εκείνα τα παπούτσια» ή «αυτό το παιχνίδι». Όμως πρέπει γονείς και σχολείο να αρχίσουν να επιμένουν ξανά στο να φτιάχνουν τα παιδιά πράγματα με τα χέρια τους και να σκέφτονται περισσότερο. Το κυριότερο είναι να τα κάνουμε μέτοχους της κατάστασης στην οποία ζούμε. Να τους εξηγήσουμε ότι υπάρχει κρίση και ότι πρέπει να βοηθήσουν με το να μην είναι πολύ απαιτητικά, στο να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες όλοι μαζί. Δεν πρέπει να κρύβουμε τα προβλήματα.

Έχετε πει πολλές φορές ότι είναι λάθος να συγκρίνουμε τα σημερινά χρόνια με αυτά που ζήσατε εσείς. Ναι, γιατί τότε υπήρχαν νεκροί στον δρόμο και αληθινή πείνα, μη λέμε ότι σήμερα «πεθαίνουμε της πείνας». Βέβαια δικαιολογώ τον φόβο των συμπολιτών μου, διότι δεν έχουν περάσει άλλο μεγάλο βάσανο. Οι δυσκολίες που μπορεί να έχει σήμερα μια οικογένεια για το αν θα σπουδάσει τα παιδιά της ή για το αν αυτά θα καταφέρουν να δουλέψουν είναι σημαντικές για τη σημερινή εποχή. Ο φόβος να μην κάνεις αυτό που αγαπάς είναι επίσης σοβαρός, άλλο που εκείνη την εποχή αυτά ήταν μικροπράγματα όταν ήξερες ότι περπατούσες στον δρόμο και κινδυνεύεις. Για εμένα είναι παιχνίδι αυτά, αλλά για μια γυναίκα που σκέφτεται πώς θα καταφέρει να στείλει τα δύο παιδιά της φροντιστήριο νιώθω ότι η κατάστασή της είναι δραματική. Όχι μόνο γιατί πρέπει να βρει τα χρήματα, αλλά γιατί η κόρη μου, που μεγάλωσε στο εξωτερικό, δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνει αυτό το έξοδο. Η παραπαιδεία στην Ελλάδα είναι παγκόσμια πατέντα. Δεν μου αρέσει πάντως να λέμε «έχουμε πόλεμο», το σωστό είναι «έχουμε μια πολύ δύσκολη κρίση».

Πώς βλέπετε λοιπόν ως άνθρωπος που αγωνίστηκε με οδηγό ένα κομμουνιστικό κόμμα αυτό το «πρώτη φορά Αριστερά» στην Ελλάδα; Ότι δεν ξέρουμε πώς είναι η Αριστερά σήμερα έτσι όπως έχει διαμορφωθεί. Δεν βλέπω κανέναν να με εμπνέει, ούτε να με πείθει. Η αδελφή μου είναι πιο μεγάλη από εμένα κι έχουμε και μια ξαδέλφη ακόμα μεγαλύτερη. Την επισκεφθήκαμε λοιπόν πρόσφατα στο σπίτι της στη Γλυφάδα μια Κυριακή. Κάποια στιγμή μάς έπιασαν τα γέλια όταν θυμηθήκαμε ότι κλαίγαμε όταν είχε αποστατήσει από το κόμμα ο Τσιριμώκος, ο οποίος μας άρεσε όπως μιλούσε, ήταν στην ΕΔΑ, ερχόταν σπίτι μας συχνά. Όταν πήγε στο Κέντρο, κλαίγαμε. Θα ήθελα να είχα και τώρα κάποιον για τον οποίο να μπορούσα να κλάψω… Ο Τσίπρας είναι ο μόνος που μου αρέσει και φαίνεται να εμπνέει τις νέες γενιές, αλλά δεν τον αφήνουν να προκόψει μέσα στο κόμμα του.

Για να επιστρέψουμε λίγο στα βιβλία. Την εγχώρια παραγωγή την παρακολουθείτε; Πού να την παρακολουθήσω, βγαίνουν χιλιάδες τίτλοι… Τα παιδιά συχνά διαβάζουν ό,τι να ’ναι και οι γονείς πολλές φορές προτιμούν ένα βιβλιαράκι με δύο ευρώ. Η παραγωγή είναι υπερδιογκωμένη και κάθε ανιστόρητος νομίζει ότι μπορεί να γράψει ένα παιδικό βιβλίο. Εικονογράφους έχουμε εξαιρετικούς – πολλές φορές η εικονογράφηση είναι καλύτερη από το κείμενο. Υπάρχουν όμως πάντα και καλοί τίτλοι, όπως το «Θα σε σώσω ό,τι κι αν γίνει» (εκδ. Παπαδόπουλος), που το προλόγισα κιόλας, της Αλεξάνδρας Μητσιάλη. Πρόσφατα πήρε επαξίως το «Κρατικό Βραβείο Εφηβικού Μυθιστορήματος 2015».  

Από ποια ηλικία θα έπρεπε να εισάγουμε τα παιδιά μας στον κόσμο του βιβλίου; Όπως είπε και ο Ρόαλντ Νταλ σε μια μαμά με ένα νεογέννητο μωράκι, απαντώντας της στην ίδια ερώτηση, «αργήσατε εννέα μήνες!» Να σας πω τι έκανα εγώ με τα παιδιά και τα εγγόνια μου-τους διάβαζα ένα βιβλίο κι άρχιζαν να τσιμπάνε. Προτού τελειώσει τους έλεγα: Τη συνέχεια θα σας την πω αύριο! Το στοιχείο της έκπληξης είναι σημαντικό αν σκεφτεί κανείς τι έχουν διαθέσιμα τα παιδιά στα χέρια τους και πόσο δύσκολο είναι να τα αιχμαλωτίσεις. Τα παιδιά μου δεν ήθελαν να τους διαβάζω παραμύθια, ήθελαν να τους αφηγούμαι ιστορίες με πρωταγωνίστριες εμένα και την αδερφή μου. Στα εγγόνια μου, πάλι, έλεγα τι έκανε η μαμά τους κι ο μπαμπάς τους όταν ήταν μικροί. Πρέπει να βρίσκεις τον τρόπο. Ένας από τους εγγονούς μου διάβασε κι εγώ δεν ξέρω πόσες χιλιάδες σελίδες Χάρι Πότερ. Χάρις σε αυτήν τη σειρά εκατομμύρια παιδιά σε όλον τον κόσμο έπιασαν στο χέρι βιβλίο – αυτό μόνο ως καλό μπορώ να το δω.

Λένε ότι χάρις σε αυτά τα πολλά ερεθίσματα και εργαλεία που διαθέτουν τα σημερινά παιδιά είναι και πιο γρήγορα στις αντιδράσεις τους, πιο έξυπνα απ’ ό,τι παλιά. Ναι, πολύ! Βλέπω τα σημερινά παιδιά 12 χρόνων και σκέφτομαι ότι το δικό μου 12 τότε είναι το σημερινό 5 χρόνων στο μυαλό και στις αντιλήψεις. Από την άλλη, ο κάκιστος τρόπος που μαθαίνουν την Ιστορία μας σε συνδυασμό με την πολλή τεχνολογία τους αφήνει κενά. Τις προάλλες ένας πιτσιρικάς σε ένα σχολείο μού είπε ότι στο δικό του τέλος στο βιβλίο μου «Ο Μεγάλος περίπατος του Πέτρου», ο Σωτήρης –ένας ήρωας της ιστορίας– δεν θα πέθαινε γιατί την ώρα που θα πήγαινε να τον σκοτώσει ο Γερμανός θα χτυπούσε το κινητό του. «Το 1944 κινητό;» ρωτάω. Φαντάσου τι αχταρμάς γίνεται στο μυαλό του… Δεν φταίνε όμως οι δάσκαλοι και ειδικά αυτοί των δημόσιων σχολείων, κι έχω γνωρίσει πάρα πολλούς όλα αυτά τα χρόνια, οι οποίοι δουλεύουν με πολύ κόπο και αυταπάρνηση μέσα σε ένα χάλια εκπαιδευτικό σύστημα.

Η μεγαλύτερη ενοχή σας ως μαμά ποια ήταν; Α, δεν έχω καμία απολύτως – και το πιστεύεις ότι δεν έχω τσακωθεί ούτε μια φορά με τα παιδιά ή με τα εγγόνια μου; Πώς έγινε αυτό κι εγώ απορώ. Αν γινόταν κάτι το γύριζα στο αστείο. Καλά, τα μεγάλα θέματα που αφορούσαν τα παιδιά τα φόρτωνα στον άντρα μου…

Με τι τρόπο γράφετε; Προτού γράψω ένα βιβλίο το έχω σκεφτεί πολύ –περπατώντας, ταξιδεύοντας… Και μόνο άμα το έχω συλλάβει καλά μπορώ να προχωρήσω. Φυσικά έχω αποφασίσει από την αρχή και το τέλος της ιστορίας.

SARI

Η φίλη σας, η άλλη λατρεμένη συγγραφέας των παιδιών, η Ζωρζ Σαρρή έγραφε με διαφορετικό τρόπο; Ναι. Εγώ δεν λέω τίποτα για ένα βιβλίο μου πριν εκδοθεί – η Ζωρζ έκανε ακριβώς το αντίθετο. Τα έλεγε, τα συζητούσε και τα έδειχνε στους πάντες, πριν καν ακόμα τα γράψει. Ξεκινήσαμε να γράφουμε ταυτόχρονα για τον πόλεμο και την αντίσταση χωρίς να το έχουμε συζητήσει όταν εγώ ήμουν στο Παρίσι και η Ζωρζ στην Ελλάδα. Μου έκανε από τότε εντύπωση που παιδιά φίλων μου, συναγωνιστών μου, ο οποίοι είχαν περάσει πολλά, δεν είχαν πει την ιστορία τους στα παιδιά τους από τον γενικότερο φόβο που επικρατούσε τότε αλλά και για να τα προφυλάξουν – να μην περάσουν κι εκείνα τα ίδια. Ήθελα λοιπόν να γράψω λογοτεχνία, αλλά ήθελα να αφηγηθώ και την αλήθεια. Η Ζωρζ ήθελε πολύ να βγάλει από μέσα της αυτά που ζήσαμε. Κάποια στιγμή μου πρότεινε να γράψουμε μαζί κι ένα βιβλίο, το «Ε.Π.», αλλά της το αρνήθηκα και στενοχωρήθηκε πολύ. Όμως δεν μπορώ να γράφω μαζί με κάποιον άλλον, κι έπειτα έχουμε τόσο διαφορετικό στιλ. Ο μόνος που έδειχνα τα γραπτά μου ήταν ο άντρας μου κι εκείνος, σαν να ήμουν κακή μαθήτρια, με διόρθωνε συνεχώς, ειδικά στο πρώτο μου βιβλίο το «Καπλάνι της Βιτρίνας» με είχε ταράξει, όλο «γράψ’ το από την αρχή» μου έλεγε. Με τσάτιζε, αλλά μετά παραδεχόμουν ότι είχε δίκιο.

Η αδερφή σας η Λένα πρέπει να είναι ένα εξίσου πολυαγαπημένο σας πρόσωπο. Μικρές δερνόμασταν, αλλά δεν έκανε η μία χωρίς την άλλη. Και δεν μαρτυρούσαμε ποτέ. Ήμασταν πολύ κοντά και για εμένα ήταν πάντα σύμμαχος μέσα σε ένα σπίτι με πολύ αυστηρό μπαμπά, γιατί, εντάξει, η μαμά μας είχε τον τρόπο της. Άλλωστε χάρις στην ισχυρή μνήμη της Λένας χρωστάω το «Με Μολύβι Φάμπερ Νο. 2».

Η αποστολή να μεταφράσετε τον «Μικρό Πρίγκιπα» πώς σας φάνηκε; Δεν με δυσκόλεψε καθόλου – τη χαιρόμουν και γι’ αυτό έψαχνα συνεχώς κάτι νέο για να την κάνω όλο και πιο ζωντανή. Την πρώτη φορά που διάβασα το βιβλίο ήταν, στη Γαλλία, στα παιδιά μου. Ήταν ήδη πολύ διαδεδομένο και όχι άδικα αφού πρόκειται για ένα μικρό θαύμα – μέσα στη μέση του πολέμου μια ιστορία να μιλάει για τα άστρα, για τους πλανήτες, την ομορφιά και τη φιλία, την αγάπη και την ανάγκη για φροντίδα στον άλλον, αλλά και για τη σημασία να βάζεις αγάπη και πάθος ακόμα και στο πιο μικρό που κάνεις, για δυνατά, διαχρονικά συναισθήματα δηλαδή, τόσο απαραίτητα σήμερα. Το βιβλίο πέρασε πολλά μηνύματα χωρίς να είναι διδακτικό.

Τι ακολουθεί; Έχω υπολογίσει ότι με παίρνει να γράψω ένα ακόμα καινούργιο βιβλίο. Άμα μετρήσεις τα χρόνια μου κι αυτό πολύ είναι!