Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ ΜΕ… ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Μιας και είναι από τις πλέον διαδεδομένες λέξεις των καιρών μας, σκέφτηκα να γράψω για μια εκδοχή της που ζούμε καθημερινά, τουλάχιστον για 18 χρόνια από τη γέννηση του παιδιού μας.

Η καθημερινότητα με ένα νήπιο, ένα παιδί και έναν έφηβο είναι μια συνεχής διαπραγμάτευση. Ιδιαίτερα στους μεταβατικούς χρόνους-περάσματα από τη μία περίοδο στην άλλη νιώθουμε συχνά σαν το παιδί να θέλει να διαμορφώσει τη ρουτίνα και τα «κεκτημένα»  από την αρχή.

Ας το δούμε όμως με τη σειρά. Πριν από τα τρία χρόνια, η λέξη διαπραγμάτευση πρακτικά δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ενός παιδιού-βρέφος, τουλάχιστον όχι με τον ειλικρινή και προς όφελος του παιδιού τρόπο. Και αυτό γιατί τα τρία πρώτα χρόνια παγιώνει την ύπαρξη και την κατανόηση του οικείου χώρου του με κάθε δυνατό τρόπο, όπως η φύση το σπρώχνει. Η θέλησή του για αυτό είναι τόσο δυνατή που δύσκολα κάμπτεται και, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν θα έπρεπε κιόλας. Σκοπός του γονιού είναι να δει τι θέλει να κάνει και να το βοηθήσει να το κάνει. Εδώ δεν διαπραγματευόμαστε, αλλά δίνουμε το κομμάτι που μπορεί να κάνει ένα παιδί, θέτοντας-ασυνείδητα- τα όρια στη συμπεριφορά. Το «φάε όλο το φαγητό σου και θα σου δώσω καραμέλα» ΔΕΝ είναι διαπραγμάτευση αλλά δωροδοκία. Πριν από τα τρία χρόνια δεν συζητάμε, απλώς ξεχωρίζουμε τα πράγματα που κάθετα δεν μπορεί να κάνει ένα παιδί, λίγα και σταθερά, και κάνουμε τα αδύνατα δυνατά να το βοηθήσουμε να ανακαλύψει τα υπόλοιπα.

Όσο πλησιάζει στα τέσσερα με πέντε χρόνια, έχει πια στόχους να κάνει πράγματα όπως τα έχει σκεφτεί εκείνο και εκεί συχνά συγκρούεται με τη ρουτίνα των ενηλίκων ή ακόμα συχνότερα τον τρόπο των ενηλίκων. Εδώ, πρώτα απ’ όλα, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς, όπως πάντα, ότι το παιδί, έχοντας άλλες ανάγκες, είναι και αυτό μέλος της οικογένειας και πρέπει να μπορεί να έχει τον χρόνο που του αναλογεί. Σε αυτήν την ηλικία μπορούμε σιγά σιγά να κουβεντιάζουμε με το παιδί, δίνοντας τις δικές μας εναλλακτικές και ρωτώντας πάντα και τις δικές του. Το «τι προτείνεις» αρχίζει να γίνεται μότο της καθημερινότητάς μας, ιδιαίτερα με ένα παιδί δημοτικού. Φυσικά η απάντηση μπορεί να είναι πέραν της ενήλικης φαντασίας, για αυτό και πρέπει να εξασκηθούμε στους μη τυπικούς τρόπους! Αν σκεφτόμαστε ότι πρέπει το παιδί να κάνει αυτό που θέλει με τον δικό μας τρόπο, απλώς το παιχνίδι είναι χαμένο και για τους δυο μας! Αφενός γιατί βάζουμε σε ενήλικα στεγανά την παιδική φαντασία και αφετέρου γιατί δεν μας αφορά το πώς θα κάνει κάτι εφόσον έχουμε εκατέρωθεν συμφωνήσει με όρους. Όσο πιο προκλητικά εκτελείται κάτι τόσο πιο γλυκό είναι για τα παιδιά του δημοτικού.

Ο έφηβος είναι μια άλλη ιστορία, πονεμένη, αν δεν έχει χτιστεί μια υγιής σχέση από την αρχή. Επαναστάτης, ορμονοκατευθυνόμενος, νυσταγμένος και πολύ περίεργος. Αυτά φτάνουν από μόνα τους για άπειρες συγκρούσεις. Όταν ο έφηβος γίνεται αγενής και αγνοεί τις οικογενειακές συζητήσεις, είναι μάλλον γιατί νιώθει ότι δεν τον καταλαβαίνουν. Εδώ οι διαπραγματεύσεις γέρνουν προς το μέρος του μιας και θέλει να ενηλικιωθεί. Έχοντας κάνει καλή δουλειά στη σχέση, ξέροντας ότι η πόρτα και η προσοχή μας είναι πάντα εκεί για να τον ακούσουν, να βοηθήσουν και όχι να κρίνουν, παραμερίζουμε τους φόβους μας και κοιτάμε πια ένα παιδί που μεγάλωσε αρκετά ώστε να μπορεί να στέκεται μόνο του στο ύψος των περιστάσεων. Ο έφηβος θα αναζητήσει μόνος του τη «φωλιά» του σπιτιού μόνο όταν έχει υπάρξει καλά εκεί ως βρέφος, νήπιο και παιδί.

Η τέχνη τού να παρατηρούμε, να γνωρίζουμε, να βοηθάμε όσο και όταν πρέπει, να ακούμε, να θέτουμε όρια με αμοιβαίες υποχωρήσεις και να αποσυρόμαστε στο προσκήνιο διακριτικά είναι η αγάπη προς το παιδί. Τα εμπόδια πολλά, άλλα αληθινά και άλλα κατασκευασμένα για να «ντύσουμε» δικές μας αδυναμίες, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Καλή δύναμη με αξιοπρέπεια, όπως προστάζουν οι καιροί.