ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ-20

Νομίζω ότι θυμάμαι αρκετά πράγματα από την πρώτη δημοτικού – σίγουρα όχι την πρώτη μέρα, αλλά τη δασκάλα μου, την κυρία Μαρία, που φορούσε κοτλέ σαλοπέτα, τον μπαμπά μου, όταν ερχόταν, που με ανέβαζε στους ώμους και με πήγαινε πάνω-κάτω στους διαδρόμους (ήμουν εξαιρετικά περήφανη και σίγουρη ότι είχα τον πιο όμορφο μπαμπά σε όλο το σχολείο), την ημέρα που βγήκα από την τάξη γιατί, αντί να προσέχω, χάζευα στα γόνατά μου ένα album της Panini με αυτοκόλλητα Sarah Key, τη διπλανή μου τη Σοφία με κοτσιδάκια, που ήμουν η μόνη συμμαθήτρια που πήγε στο πάρτι της.

Θυμάμαι επίσης ότι τα χρόνια του σχολείου περνούσαν απελπιστικά αργά, ότι βιαζόμουν να μεγαλώσω, να μην είμαι στα μικρά του δημοτικού για να κάθομαι και εγώ στην πεντάδα στο σχολικό, ότι ήθελα να μπορέσω να γράφω όλο και καλύτερα γιατί δεν μου άρεσαν τα θεατρικά που μας έδιναν να παίξουμε, ότι μισούσα την ποδιά μου και κάθε μέρα φορούσα μία διαφορετική, παρδαλή ζώνη, ότι δύο φίλες μου τις κουβαλάω ακόμα, αναντικατάστατες.

Αυτές τις μέρες τελείωσε ο γιος μου την πρώτη δημοτικού.

Πέρασε τη χρονιά σχεδόν αλώβητος και δυνατός, πρόλαβε να αγαπήσει το καινούργιο του σχολείο, τη δασκάλα του, να κάνει φιλίες έντονες και κάποιες φορές δύσκολες, να βρει το χρόνο για να διαβάζει κόμικς ρετρό, να ανακατευτεί με αθλήματα για τα οποία αδιαφορούσε, να ματώνει τα γόνατά του σχεδόν κάθε μέρα, να μάθει ανέκδοτα. Και λέω πρόλαβε, γιατί εμένα μου φάνηκε ότι αυτή η πρώτη χρονιά στο δημοτικό πέρασε σαν να πετάξαμε μέχρι το Λονδίνο, ξέρω γω, άντε και να γυρίσαμε, τόσο εύκολα, τόσο λίγο, τόσο τρομακτικά απλά.

Tον ρωτάω αν πιστεύει πόσο γρήγορα έφυγε αυτή η πάρα πολύ σπουδαία –άραγε για ποιον;– σχολική χρονιά και με κοιτάει με βλέμμα απορημένο, τίποτα δεν του φάνηκε σύντομο, ακόμα και τις λίγες μέρες για τις διακοπές τις αντιλαμβάνεται σαν μία αιωνιότητα, το ότι μέχρι να βαρεθεί τη θάλασσα θα πρέπει να την ξαναπαρατήσει σαν επιστημονική, μαμαδίστικη φαντασία.

Πόσο ωραίο η ζωή σου να κυλάει αργά. Επειδή προσπαθείς, επειδή κατακτάς, επειδή πέφτεις και ξανασηκώνεσαι, επειδή δεν ρουτινιάζεις. Πόσο αντιφατικό όταν θες να τρέξεις, να αισθάνεσαι συνέχεια ότι περπατάς και όταν πια αρχίζεις και φτάνεις να μην μπορείς με τίποτα να σταματήσεις.

Ξαναθυμάμαι πόσο γκρίνιαζα στη μαμά μου για το σχολείο, πόσο περίμενα πότε θα φτάσει η ηλικία που θα μπορώ να χιλιοτρυπήσω τα αυτιά μου και να βάλω κραγιόν. Τη βλέπω μπροστά μου να μου λέει «μη βιάζεσαι, θα έρθει ο καιρός που θα σιχαθείς να σε κυνηγάει ο χρόνος» και με κοιτάω τώρα, που δεν φοράω ποτέ σκουλαρίκια, που βάφομαι δυο φορές τον μήνα και αναρωτιέμαι μήπως προσπαθώ να κάνω λίγο τον χρόνο να σταθεί.

Δεν στέκεται, ε; Ίσως δίκαιο για όλα αυτά τα παιδιά που προσπαθούν καθημερινά με τον τρόπο τους μέσα στις τάξεις, που φορτίζουν από όλες τις μεριές για να τρακάρουν με ένα καλοκαίρι και να ξεδώσουν, ίσως κρίμα που δεν συνειδητοποιούν τι απίθανη τρέλα είναι η ζωή να περνάει και να νιώθεις το κάθε της λεπτό. Ακόμα και αν είσαι στο σχολείο που σου φαίνεται βαρετό – σιγά, μετά θα είσαι στο γραφείο.