ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΡΟΤΟΠΟΥΛΟΥ: ΝΑ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΩΘΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ

Κατερίνα ΚροτοπούλουΜε αφορμή το νεανικό αφήγημα «Μικροί Θεοί», μια ιστορία, ένα ταξίδι για μικρούς και μεγάλους, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πηγή, το Τaλκ είχε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τη συγγραφέα, κ. Κατερίνα Κροτοπούλου.

Κυρία Κροτοπούλου, μιλήστε μας καταρχάς λίγο για εσάς, ώστε να σας γνωρίσουμε καλύτερα!

Τα προσωπικά είναι ότι έχω την τύχη να είμαι μητέρα ενός μικρού παιδιού, εκπαιδευτικός με αντικείμενο την Πληροφορική και να έχω τρεις πανέμορφες ιστορικές πατρίδες, την Καππαδοκία εκ καταγωγής, τον Βόλο ως γέννημα θρέμμα και τη Ζάκυνθο ως επιλογή. Τα βαθύτερα τώρα, που δίνουν και παίρνουν από τα προσωπικά, είναι οι πολλές ανησυχίες και αντιθέσεις, σε ένα φαινομενικά ήρεμο φόντο. αυτή η περιγραφή με χαρακτηρίζει.

Ποια ήταν η έμπνευσή σας για να γράψετε αυτό το βιβλίο;

Η Αθηνά και ο Φοίβος των Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας. «Χτύπησαν» πάνω στο προσωπικό μου δίπολο «λογική και ευαισθησία», μαζί  βέβαια με το όλο πνεύμα του  «ευ αγωνίζεσθαι» των Ολυμπιακών αγώνων. Έτσι, σε μια εποχή που έψαχνα το προσωπικό μου δρόμο, με μια ψυχολογία του τύπου «το μαχαίρι στο κόκαλο», όλο αυτό το σκηνικό και αυτοί οι «ηθοποιοί», με παρακίνησαν να φανταστώ ένα ταξίδι για το νόημα της ζωής, με πολύ φιλικό τρόπο προς τον συνοδοιπόρο, σαν να πιανόμασταν από το χεράκι, σιγά σιγά και γλυκά, αλλά όχι χαριστικά, σαν παιδιά, σαν μικροί θεοί, όπως είναι τα παιδιά: το πρόσωπο του Θεού στον κόσμο.

Μικροί Θεοί

Καθένας από τους ήρωές σας έχει ένα χάρισμα: Η Αθηνά μπορεί ν’ ακούει τις σκέψεις, ενώ ο Απόλλωνας τα αισθήματα των ανθρώπων. Γιατί τους «εφοδιάσατε» μ’ αυτά τα προνόμια;

Αρχικά, λόγω του δίπολου «λογική και ευαισθησία», που ανέφερα προηγουμένως. Θεωρώντας ότι αυτά τα δύο μας καθορίζουν ή είναι το υγιές να μας καθορίζουν, αντιλαμβάνεται κανείς ότι μια θεϊκού τύπου υπερβατική γνώση των σκέψεων και των συναισθημάτων, μπορεί να βοηθούσε πολύ στο ταξίδι αναζήτησης νοήματος της ζωής. Η εικόνα του κόσμου ολοκληρώνεται συμπεριλαμβάνοντας και το μη ανθρώπινα ορατό και έτσι αυξάνονται τα δεδομένα, τα αντικειμενικά και αληθινά μάλιστα δεδομένα, συνεπώς τα καθοριστικά συμπεράσματα, έχουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα να ανταποκρίνονται στην αλήθεια των πραγμάτων.

Το γεγονός επίσης, ότι η Αθηνά και ο Απόλλωνας γίνονται φίλοι και μέχρι το τέλος της πορείας, αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο το πόσο ευεργετική και συμπληρωματική είναι η παρουσία του ενός στη ζωή του άλλου, δίνει τον τόνο της αρμονίας και όχι της παραδοσιακής αντίθεσης ανάμεσά τους, ανάμεσα δηλαδή στη λογική σκέψη και την ευαισθησία και το συναίσθημα. Αυτό επιτυγχάνεται και μέσω αυτών των χαρισμάτων.

Εδώ θα ήθελα να αναφέρω και κάτι άλλο. Καθημερινά ακούμε και καταγράφουμε πολλά, μην ξέροντας πώς μπορεί να λειτουργήσουν μέσα μας και ποιες διεργασίες  είναι δυνατό να υποκινήσουν (πράγμα που θυμίζει, από την πλευρά του «πομπού» πια, την ευθύνη των απλών καθημερινών μας πράξεων, λόγων ή «αστείων»). Έτσι, θυμάμαι πως κάποτε ο φαινομενικά πολύ πρακτικός πατέρας μου, σε μια αστεία και ανέμελη συζήτηση, ερωτώμενος τι θα ζητούσε από ένα υποτιθέμενο τζίνι, προς έκπληξη όλων μας, απάντησε με παιδικό πάθος πως θα ήθελε να μπορεί να «διαβάζει» τις σκέψεις των ανθρώπων, για να καταλάβει γιατί κάνουν όσα κάνουν και εκείνος δεν τα κατανοεί. Ίσως, τελικά, πρακτικά, εκεί να βρίσκεται για μένα, ο βασικός σπόρος των μικρών θεών που αναζητούν το νόημα.

Οι ήρωές σας ξεκινούν μια περιπέτεια με σκοπό να ψάξουν και να βρουν το νόημα της ζωής. Τι μαθήματα παίρνουν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής;

Η ζωή είναι ένα σύνθετο, όμορφο Ολυμπιακό αγώνισμα, όπου συμμετέχουν όλοι, άνθρωποι, ζώα, φυτά, άψυχα, όλα. Με την ίδια αξία. Ζωντανός και με όρεξη, ψάχνω, ανακαλύπτω, πέφτω, σηκώνομαι, με διώχνουν, με πληγώνουν. Παντού υπάρχει ένας πόλεμος, πολλοί πόλεμοι, παιδιά του ενός πολέμου, του πολέμου με τον εαυτό μας που δεν αγαπήθηκε, που δε γνωρίστηκε αληθινά με κανέναν, ούτε καν με τον εαυτό του. Κι αν συμβεί μία φορά κάτι που αξίζει, κάτι αληθινό, αρχίζουμε να αγαπάμε και όσο αγαπάμε γνωρίζουμε και εμπιστευόμαστε και όσο συμβαίνει αυτό αγαπάμε κι άλλο και ούτω καθεξής. Αυτό είναι και το κεντρικό μήνυμα: Γνωρίζω σημαίνει αγαπώ, γιατί αυτό κάνει η εγγύτητα, η προσέγγιση. Κάθε τι είναι ένα θαύμα, καλυμμένο ίσως με απορρίμματα, αλλά θαύμα. Όσο το γνωρίζουμε πραγματικά, αναδύεται αυτό το θαύμα  και φυσικά το αγαπάμε. Κι όσο το αγαπάμε θέλουμε να το γνωρίσουμε κι άλλο, να ενωθούμε περισσότερο μαζί του. Ίσως, η έμφυτη πίστη και εμπιστοσύνη μου στη ζωή, να με κάνει να τα βλέπω έτσι. Αξίζει όμως κανείς να δοκιμάσει. Δεν έχει να χάσει τίποτα νομίζω. Γιατί η μεγαλύτερη απώλεια είναι το τίποτα ή το λίγο. Νομίζω…

Τι μαθήματα ζωής εύχεστε να πάρουν οι νεαροί αναγνώστες-συνοδοιπόροι από την ιστορία του βιβλίου σας;

Ως μικροί θεοί που είναι και κείνοι, τα μαθήματα των μικρών θεών. Και ας κρατήσουν, ας χαλαλίσουν στον εαυτό τους, ας επαυξήσουν τον χαρακτηρισμό που τους απευθύνω: Μικροί θεοί.

Τι θα λέγατε σ’ ένα παιδί που βιάζεται να μεγαλώσει;

Πιστεύω πως βιάζεται να μεγαλώσει για δύο λόγους. Ο ένας είναι η ελευθερία. Η ορμή τους επιζητά πάντα μεγαλύτερη ελευθερία, ακόμη και εάν δεν τη στερούνται, σχετικά πάντα με την ηλικία τους. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ποιότητα και την αυθεντικότητα της παιδικής τους  ζωής. Εάν κανείς δε ζει την παιδική του ηλικία, εάν περνάει άσχημα ή διαφορετικά από ό,τι καλεί η συγκεκριμένη φάση ζωής, θέλει να ξεφύγει. Η μόνη δυνατότητα είναι να πάει μπροστά, να μεγαλώσει. Εάν μάλιστα υπάρχει και κάποιο θέμα με αυθαιρεσίες ενηλίκων και καταπίεση, ανυπομονεί να αλλάξει ρόλο.

Ακόμη και η «αθώα» σχολική καταπίεση, οι παράλογες απαιτήσεις των γονιών, τα εξωφρενικά πρώτα πρόσωπα ενικού τους σε ό,τι αφορά το παιδί τους («ευτυχώς μου πίνει την πορτοκαλάδα που του έφτιαξα») και γενικότερα η αντιμετώπιση του παιδιού χωρίς την ανιδιοτελή αγάπη, άρα και τον σεβασμό των αναγκών και της προσωπικότητάς τους, δημιουργούν αυτές τις τάσεις φυγής από την παιδική ηλικία στην οποία τα παιδιά αισθάνονται εγκλωβισμένα.

Άρα, πρώτα προς τους γονείς και όλη την κοινωνία, θα έλεγα να σεβαστούν, αν δεν μπορούν να αγαπήσουν, την παιδικότητα, αφήνοντάς τη να χαρεί και να ανθίσει. Τα παιδιά, τα κατανοώ, αλλά θα τα προέτρεπα, με την καρδιά μου, να χαρούν αυτή τη θαυμάσια, θεϊκή ηλικία, να την ξεζουμίσουν και να μην κάνουν στον εαυτό τους, αυτό που άθελά τους συνήθως, τους κάνουν οι μεγαλύτεροι. Είναι εκείνοι που χρειάζονται να ξεθάψουν το θεϊκό τους κομμάτι, απελευθερώνοντας το παιδί μέσα τους και όχι τα παιδιά αυτοί που πρέπει να μεγαλώσουν πριν την ώρα τους, σαν φρούτα μεγαλωμένα με κιλά χημικού λιπάσματος.

Πώς μπορούμε, γονείς και εκπαιδευτικοί, να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να εντοπίσουν τα ταλέντα τους και να τα καλλιεργήσουν; Πώς μπορούμε να τα ενισχύσουμε ώστε ν’ αποκτήσουν το δικό τους νόημα/ στάση για τη ζωή, ώστε να γίνουν συνειδητοποιημένοι και ευτυχισμένοι ενήλικες;  

Να τα αφήσουμε  και  να τα ωθήσουμε να ζήσουν. Αυτή η τόσο απλή και συνηθισμένη φράση, «άσε μας να ζήσουμε», κρύβει νομίζω όλο το νόημα. Τα παιδιά – και όσοι νιώθουν ακόμη την παιδική φωτιά – τα θέλουν όλα. Να γευτούν, να μυρίσουν, να τρέξουν, όλα. Συμμετέχουμε θετικά σ’ αυτό ή «τρέχουμε» όλη μέρα; Σταματάμε στο δρόμο να μυρίσουμε ένα λουλούδι και προτρέπουμε με ενθουσιασμό και το παιδί να το κάνει; Η ζωή είναι συνεχόμενη. Αν ζούμε μαζί του καθημερινά με αγάπη και σεβασμό και ανοίγουμε δρόμους αντί να κλείνουμε, αν προσπαθούμε να είμαστε όπως θα θέλαμε να γίνει εκείνο, αν συζητάμε μαζί του κανονικά, βαθιά, όσο αντέχει και λίγο παραπάνω αλλά και απλά, με σεβασμό στις άπειρες δυνατότητές του και όχι αλλάζοντας τη φωνή και τη σκέψη μας προς το πιο μπεμπέ, τότε νομίζω το πράγμα πηγαίνει μόνο του. Όταν κανείς μεγαλώνει μέσα στο ίδιο το νόημα της ζωής, πώς να μη γίνει «κολυμβητής» της ζωής; Ζει έτσι, χωρίς να το ονομάζει, αυτονόητα, σύννομα με τον πραγματικό του εαυτό. Κι αν μπορέσουμε και του δώσουμε δυνατότητες να δοκιμάσει τα ταλέντα του, τον εαυτό του και τη ζωή, με αγάπη αλλά και την ανάλογη σοβαρότητα, τότε θα βρει το δρόμο του. Τον μοναδικό προσωπικό του δρόμο της ευτυχίας. Και όντας καλός με τον εαυτό του και ως ενήλικας, δε θα έχει κανένα λόγο να βγάζει αρρώστια στους άλλους, στην κοινωνία, στη ζωή την ίδια.

Στην ιστορία σας προτάσσετε τη δυναμική της παιδικότητας. Πώς μπορούν τα σημερινά παιδιά μεγαλώνοντας να μη χάσουν αυτό το χαρακτηριστικό που εμείς, οι περισσότεροι ενήλικες, το έχουμε αφήσει σε δεύτερη μοίρα;

Είναι η συνέπεια των προηγουμένων. Άμα κανείς μεγαλώσει καλά, με ζωντάνια και αγάπη, τότε δεν έχει κανένα λόγο να αποβάλλει τον εαυτό του. Το παιδί είμαστε εμείς. Η αρχή μας, το ήμισυ του παντός μας. Είναι η άσβεστη φλόγα μας. Η ιερότητά μας. «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με και μη κωλύετε αυτά. των γαρ τοιούτων εστίν η Βασιλεία του Θεού», είπε ο Χριστός. «Έλληνες αεί παίδες», έλεγαν οι αρχαίοι μας και μεγαλούργησαν.  Υπάρχει ευτυχώς αυτή η αντίληψη στον πολιτισμό μας, πληττόμενη βέβαια από κάποια εισαγόμενη σοβαροφάνεια με τους όποιους σκοπούς. Όλα κρίνονται στη ζωή και ο καθένας μπορεί να συγκρίνει και να κρίνει.

Εσείς, αλήθεια, έχετε βρει ποιο είναι για εσάς το νόημα της ζωής;

Γενικά, μάλλον ναι. Είναι ό,τι ανακαλύπτουν οι μικροί θεοί. Εκείνο που αλλάζει ή διευρύνεται με τον καιρό, είναι ο προσωπικός μου δρόμος προς το νόημα, την Ιθάκη. Νιώθω ότι έχω βρει, έχω καταλάβει τον δρόμο μου, αλλά, όπως λένε, έχω αρκετό δρόμο ακόμη μπροστά μου. Κι αυτό είναι πολύ ευχάριστο, γιατί είναι  στοιχείο ώριμης νεότητας για μένα.