Η ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΜΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟ REBOUND, ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ ΠΟΥ ΤΕΛΙΚΑ ΤΗ ΒΟΗΘΗΣΕ ΝΑ ΓΙΑΤΡΕΥΤΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

20171029_165004Όταν ήρθε στα χέρια μου το Rebound, το βιβλίο της Μαρίας Παπαϊωάννου, ξεκίνησα να το ξεφυλλίζω και αμέσως κόλλησα. Το προτείνω, λοιπόν, ανεπιφύλακτα σε όσες (και όσους) πιστεύουν ότι η εγκυμοσύνη είναι μια ροζ περίοδος, σε όσες (και όσους) πιστεύουν ότι η κατάθλιψη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και η επιλόχειος κατάθλιψη συνέβησαν μόνο στη δική τους περίπτωση και ότι δεν κάνει να μιλάμε γι’αυτό, σε όσες μέλλουσες μαμάδες δεν χαίρονται τους 9 μήνες και έχουν τύψεις, σε όσους μέλλοντες μπαμπάδες δεν αναγνωρίζουν τη σύντροφό τους, σε όσες και όσους πάσχουν από κατάθλιψη (ανεξάρτητα από γονεϊκότητα), σε όσους αγαπούν τη μικρή φόρμα στη λογοτεχνία, σε όσους γουστάρουν βόλτες στα Εξάρχεια και στη γκοθ Αθήνα του πρόσφατου παρελθόντος…

Η Μαρία Παπαϊωάννου έγραψε το Rebound, το οποίο συνθέτουν μια σειρά από fiction και non-fiction διηγήματα, ένα μαύρο ημερολόγιο εγκυμοσύνης, όπως το χαρακτηρίζει, και μέσα από αυτό πάλεψε με τους δαίμονές της. Διαβάζεται απνευστί. Είναι σκληρό. Είναι αληθινό. Η κατάθλιψη δεν πρέπει να είναι πια ταμπού. Και θέλω μετά από αιώνες να ξαναπάω στη Rebound… Πρώτα, όμως, έκανα μια κουβέντα με τη συγγραφέα. 

Μαρία καλησπέρα, καταρχάς πες μας με λίγα λόγια ποια είσαι;

Καλησπέρα και από εμένα αγαπημένο Τaλκ και ευχαριστώ για την πρόσκληση να συνομιλήσω μαζί σας. Λοιπόν, είμαι και εγώ μία γυναίκα όπως οι περισσότερες της εποχής μου. Είμαι μητέρα δύο μικρών παιδιών, εργαζόμενη ιδιωτική υπάλληλος και σύζυγος. Με μία μικρή διαφορά: ήμουν για χρόνια καταθλιπτική. Αυτός ήταν και ο λόγος που, πέρα από τις ώρες που περνούσα ανάμεσα σε μπιμπερό και ρούχα για σιδέρωμα ή μπροστά στον υπολογιστή και στο μποτιλιάρισμα της Αθήνας, αποφάσισα να προσθέσω στον χρόνο μου την ψυχοθεραπεία και τη… συγγραφή. Μαγειρεύω, διαβάζω παραμύθια στα παιδιά μου, γκρινιάζω ενίοτε για την ακαταστασία που μπορεί να επικρατεί στο σπίτι και τα βράδια κλείνομαι στο γραφείο μου και γράφω ιστορίες που με ξεκουράζουν και με ταξιδεύουν. Η συγγραφή ήταν η καταφυγή μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που βρήκα το κουράγιο, καταρχάς να γράψω για την κατάθλιψη όπως εγώ την βίωσα, αλλά και που αποφάσισα να δημοσιεύσω το έργο μου. Έτσι, λοιπόν, απευθύνθηκα στις Εκδόσεις «Ιωλκός» και το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο «Rebound» κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες. Ήταν το μεγάλο παιδικό μου όνειρο και το να μπορώ πλέον να προσδιορίζομαι και ως «συγγραφέας» είναι νομίζω μία από τις μεγαλύτερες χαρές που μου έχει επιφυλάξει η ζωή, και (γιατί όχι;) η αρρώστια μου.

Βλέπω στο βιογραφικό σου ότι στα χόμπι σου περιλαμβάνεται κυρίως η πάλη με τους δαίμονες σου. Πόσο σημαντικό όπλο απέναντι στην κατάθλιψη είναι το χιούμορ;

Κοίταξε, είχα πάντα ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ και αυτό ήταν ένα σημάδι για τους γύρω μου όταν αρρώστησα: η απώλειά του. Δυστυχώς, η κατάθλιψη δεν είναι μία αρρώστια στην οποία αισθάνεσαι ότι «δεν είσαι πια ευτυχισμένος». Στην κατάθλιψη δεν είσαι ζωτικός. Απλώς επιβιώνεις και περιμένεις να περάσουν οι ημέρες, οι μήνες, η ζωή σου η ίδια. Επομένως, υπήρχαν στιγμές όπου δεν είχα κουράγιο ούτε να συνομιλήσω με άνθρωπο, πόσο μάλλον να κάνω πλάκα ή να γελάσω. Είχα περιέλθει σε μία αδράνεια όπου τα κάθε λογής ερεθίσματα με εκνεύριζαν, ακόμη και τα ευχάριστα ή τα αστεία. Άυτό ήταν ένα μεγάλο «καμπανάκι» για τους δικούς μου, και κυρίως για τον σύζυγό μου, να καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με εμένα. Ωστόσο, το πρώτο πράγμα που επανήλθε μόλις συνειδητοποίησα τι μου συμβαίνει και απευθύνθηκα στους ειδικούς, ήταν το χιούμορ μου. Με βοήθησε στα απλά καθημερινά μου θέματα, όπως να πρέπει να σηκωθώ από το κρεβάτι το πρωί, παρά την νοσηρή μου νύστα, μέχρι στα πιο δύσκολα, όπως να ζητάω φάρμακα από το φαρμακείο της γειτονιάς μου. Οπλισμένη με χιούμορ και αποφασιστικότητα ότι θέλω να γίνω καλά και να επανέλθω, δεν άργησα να αυτοσαρκάζομαι για την κατάστασή μου και τα όσα βίωνα ώστε σιγά σιγά να τα αποδομήσω και να τα ξεπεράσω. Και φυσικά, ναι, η πάλη με τους δαίμονές μου είναι το κυριότερο χόμπι μου και είμαι μια χαρά με αυτό γιατί τους έχω βγάλει πια knock out!

Χαρακτηρίζεις το Rebound ως ένα μαύρο ημερολόγιο εγκυμοσύνης. Θέλεις να μας μιλήσεις λίγο για τις συνθήκες υπό τις οποίες γράφτηκε; Σε ποιο βαθμό τα διηγήματά σου είναι αυτοβιογραφικά; Και σε ποιο βαθμό συνθέτουν ένα μυθιστόρημα;

Το «Rebound» γράφτηκε, όσο κι αν αυτό ακούγεται τρελό, στην περίοδο της λοχείας μου, έπειτα από την γέννα του δεύτερου παιδιού μου. Δυστυχώς, είχα νοσήσει προτού μείνω έγκυος και αρνούμουν να το παραδεχτώ. Μπήκα στην εγκυμοσύνη σε αρχή κατάθλιψης και μέχρι να γεννήσω είχα πλέον βυθιστεί σε αυτήν. Αντιλήφθηκα την σοβαρότητα της κατάστασης μου όταν ο γιος μου ήταν πια λίγων εβδομάδων και τότε ζήτησα αμέσως βοήθεια. Καθώς δεν είχα την πολυτέλεια να ασχοληθώ με χόμπι όπως η γυμναστική κλπ, άσε που δεν μου άρεσαν και ποτέ ιδιαίτερα όλα αυτά, αποφάσισα να ριχτώ στο γράψιμο, το οποίο έκανα από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου. Απλώς, σε εκείνη την φάση, επειδή το είχα ανάγκη για να επανακάμψω, ξεκίνησα να γράφω για αυτό που με ταλαιπωρούσε. Κοίμιζα το μωρό και μέχρι να ξυπνήσει ξανά και να το ταΐσω καθόμουν στην κουζίνα και έγραφα. Έβαζα αποστείρωση των μπιμπερό ή πλυντήριο την νύχτα και έως ότου να τελειώσουν αυτά σκεφτόμουν το επόμενο κεφάλαιο ή διόρθωνα ένα από τα διήγηματά μου. Με ερεθίσματα από τον κοινωνικό μου περίγυρο, τα οποία έντυσα τον μανδύα της φαντασίας αλλά και με ειλικρινή, κατάματη, περιγραφή στην περίοδο της εγκυμοσύνης μου όπου ταλαιπωρούμουν σιωπηλά από την ασθένειά μου, δημιουργήθηκε το «Rebound». Αποφάσισα να γίνω συλλέκτρια καταθλιπτικών καταστάσεων που όλοι μας έχουμε βιώσει ή έχουμε δει να βιώνουν άλλοι και με πρωταγωνίστρια εμένα την ίδια σε πολλά από αυτά, συνέθεσα το έργο μου. Επομένως, το Rebound, είναι ένα κράμα fiction και non fiction θα λέγαμε γραφής με κύριο άξονα την κατάθλιψη.

Πώς αντιμετώπισες την κατάθλιψη κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης σου;

Ήταν πολύ άσχημη περίοδος. Δεν χάρηκα καθόλου την όλη φάση λόγω της αρρώστιας μου. Κοιμόμουν τις περισσότερες ώρες μέσα στην ημέρα και την νύχτα είχα αυτό που λένε καταθλιπτική αϋπνία. Είχα δει όλες τις διαφημίσεις των telemarketing στα κανάλια και άκουγα παρακμιακές εκπομπές στο ραδιόφωνο, απλώς γιατί δεν άντεχα να σκέφτομαι. Ξέρεις, οι σκέψεις και οι συνειρμοί αυτών είναι το χειρότερο για έναν καταθλιπτικό, πόσο μάλλον στην ευαίσθητη περίοδο της εγκυμοσύνης. Είχα συνεχώς έναν φόβο μέσα μου που μου φώναζε ότι κάτι κακό θα συμβεί. Ο σύζυγός μου, που είχε αντιληφθεί την κατάσταση, δεν μπόρεσε να με πείσει τότε να επισκεφθώ κάποιον ειδικό παρόλο που κατά καιρούς και στο παρελθόν είχα κάνει ψυχοθεραπεία, επομένως ήμουν και υποψιασμένη, αλλά και ευαισθητοποιημένη. Απλώς, στην εγκυμοσύνη είχα τρομερή άρνηση. Για τα πάντα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χάνω στιγμές από το μεγάλο μου παιδί, την εξάχρονη τότε κόρη μου, η οποία μάλιστα πήγαινε στην πρώτη δημοτικού και ένας Θεός ξέρει πώς κατάφερνα να την διαβάζω ή να της μαγειρεύω για την επόμενη ημέρα. Εν τω μεταξύ, στην εργασία μου δεν πήγαινα λόγω του ότι είχε παρουσιάσει επιπλοκές η εγκυμοσύνη μου και έτσι οι λιγοστές στιγμές που σηκωνόμουν από το κρεβάτι μου ήταν για να παραλάβω την μικρή από το σχολικό το μεσημέρι ή να την κάνω μπάνιο πριν κοιμηθεί το βράδυ. Οι βόλτες μας είχαν περιοριστεί μόνο στις προγραμματισμένες επισκέψεις στον γυναικολόγο για τον έλεγχο του εμβρύου και κατά τα άλλα είχα καταφέρει να λιώσω περίπου τέσσερα ζευγάρια παντόφλες από την παραμονή μου στο σπίτι και να πετύχω ένα βαθύ βούλιαγμα στο στρώμα του κρεβατιού στην δική μου πλευρά από τις πολλές ώρες ύπνου!

Θεωρείς ότι το θέμα «καταθλιπτική μαμά» παραμένει ταμπού; Τι θα έλεγες στις γυναίκες που βιώνουν ό,τι βίωσες κι εσύ;

Δυστυχώς, στην Ελλάδα οι ψυχικές ασθένειες ακόμη παραμένουν ταμπού ως έναν βαθμό. Με ενοχλεί που όταν λέω σε κάποιον ότι ήμουν καταθλιπτική ή ότι παίρνω φάρμακα για αυτό χαμηλώνει αμέσως την φωνή του και με ρωτάει αν το έχω ξεπεράσει, ενώ αν του έλεγα ότι έχω π.χ. έλκος απλώς θα μου σύστηνε έναν καλό γαστρεντερολόγο. Ειδικά για τις μαμάδες τα πράγματα είναι ακόμη πιο περίπλοκα. Είναι αυτή η καταραμένη εικόνα που έχει χτιστεί για τις πάντα ακούραστες, χαμογελαστές και αψεγάδιαστες γυναίκες που πηγαίνουν στο σούπερ μάρκετ με μαλλί κομμωτηρίου με τα επίσης αψεγάδιαστα, ατσαλάκωτα, χαμογελαστά παιδιά τους. Η πραγματικότητα δεν είναι έτσι, όμως. Όλοι έχουμε τις όμορφες και τις άσχημες ημέρες μας. Όλοι έχουμε δικαίωμα στην κούραση και στα νεύρα. Όλοι πρέπει να κρατάμε λίγες στιγμές για τον εαυτό μας για να επανερχόμαστε στις υποχρεώσεις μας και σε αυτούς που αγαπάμε με πιο πολλή όρεξη. Θα έλεγα, λοιπόν, στις γυναίκες που αισθάνονται μονίμως κουρασμένες, σε εκείνες που ξυπνούν το πρωί και δεν έχουν κουράγιο να σηκωθούν από το κρεβάτι τους και σε εκείνες που νομίζουν ότι είναι μόνες, ότι δεν είναι. Ούτε μόνες, ούτε οι μόνες! Να κοιτάξουν γύρω τους και να εντοπίσουν το νόημα στην δική τους μία και μοναδική ζωή, να επισκεφθούν έναν ειδικό αν χρειάζονται βοήθεια, να λάβουν φαρμακευτική αγωγή αν αυτό κριθεί απαραίτητο και πάνω από όλα: να μην φοβούνται! Η κατάθλιψη είναι μία ασθένεια όπως τόσες άλλες. Περνάει! Δεν είναι τέλμα και προς Θεού δεν είναι ούτε στίγμα ούτε ντροπή. Να μην σκέφτονται τι θα πει η άλλη μαμά αν το μάθει ή η δασκάλα στο σχολείο. Να σκέφτονται μόνο ότι για να είναι τα παιδιά τους καλά, θα πρέπει να είναι οι ίδιες πρώτα καλά. Διότι, το αξίζουν! Όλοι μας το αξίζουμε.

Πώς αντιμετώπισε ο σύντροφός σου την κατάθλιψή σου;

Είμαι πολύ τυχερή γιατί έχω δίπλα μου έναν άνθρωπο γεμάτο κατανόηση και αγάπη. Δεν είχε καμία σχετική εμπειρία στο παρελθόν και όλο αυτό του ήταν πρωτόγνωρο. Στην αρχή είχε τρομάξει από την σταδιακή και όλο πιο βαθιά πτώση μου. Ωστόσο, ήταν εκείνος που επέμενε να δω κάποιον ειδικό, ήταν εκείνος που είχε αναλάβει όλες τις υποχρεώσεις στο σπίτι όταν εγώ δεν ήμουν σε θέση να τις πραγματοποιήσω και φυσικά ήταν εκείνος που μου στάθηκε με απαράμιλλη υπομονή στην μεγάλη κρίση της ψυχικής μου υγείας, όταν αυτή έφτασε να επηρεάζει ακόμη και την πιο προσωπική μας σχέση. Θυμάμαι, την πρώτη φορά που βγήκα από το ιατρείο του ψυχιάτρου που με παρακολουθεί, κρατώντας το χαρτί με την διάγνωση και την φαρμακευτική αγωγή, με έπιασε από τους ώμους με δύναμη και μου είπε: «Και λοιπόν; Μαζί θα το ξεπεράσουμε. Σημασία έχει να γίνεις εσύ καλά!» Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ο σύζυγός μου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ίασή και στην επανάκαψή μου. Αλλά ακόμη και σήμερα που πια είμαι τελείως καλά, θα με ρωτήσει εάν πήρα τα φάρμακά μου, θα διαβάσει άρθρα σχετικά με το θέμα μου για να με ενημερώσει και θα με παροτρύνει να πάω στα ραντεβού της ψυχοθεραπείας ακόμη κι αν εγώ απλώς βαριέμαι. Και φυσικά, επιμένει να μου λέει ότι παραμένω όμορφη παρόλο που έχω πάρει δέκα ολόκληρα κιλά από τότε που ξεκίνησα την σιταλοπράμη (έκδοχο των αντικαταθλιπτικών σκευασμάτων) !

Πώς είναι η ζωή σου ως συντρόφου και μητέρας σήμερα;

Όπως των περισσότερων γυναικών της εποχής και της φάσης μου. Ξυπνάω πολύ πρωί για να ετοιμάσω τα παιδιά για τον παιδικό σταθμό και το σχολείο αντίστοιχα ώστε να φροντίσω να είμαι εγκαίρως στην δουλειά μου και επιστρέφω το απόγευμα για να συνεχίσω με μαγειρέματα και διαβάσματα για την επομένη. Ωστόσο φροντίζω να ξεκλέβω χρόνο για να τον περνάμε με τον άντρα μου οι δυο μας. Έχουμε καθιερώσει ένα Σαββατοκύριακο τον μήνα να μένουμε μόνοι (και σε αυτό οφείλω πολλά ευχαριστώ στις γιαγιάδες που συνδράμουν) ώστε να κάνουμε αυτά που μας αρέσουν. Ξέρεις, μετά την ασθένεια δίνω περισσότερη σημασία στα απλά αλλά σημαντικά πράγματα. Δεν περιμένω τις «σπουδαίες» στιγμές για να χαρώ. Επομένως, δεν με ενοχλεί που το σπίτι μας έχει μετατραπεί σε παιδότοπο ή που κάποια βράδια τα παιδιά δεν θέλουν να πάνε στην ώρα τους για ύπνο γιατί, ας πούμε, χοροπηδούν ξεκαρδισμένα στο κρεβάτι μας. Θέλω να ρουφάω τις απλές καθημερινές στιγμές που μοιραία έχασα όσο καιρό ήμουν άρρωστη διότι είναι αυτές που τελικά μας δίνουν την ευτυχία.

Πόσο μπορεί η τέχνη να βοηθήσει τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει την σκληρή του ζωή;

Όσο τίποτε άλλο! Εμένα, προσωπικά, η τέχνη με έχει σώσει πολλάκις. Και όχι μόνο στην κατάθλιψη, αλλά και σε άλλες δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Έχασα τον πατέρα μου όταν ήμουν μόλις δώδεκα χρονών. Θυμάμαι, τότε διάβαζα τις «Μικρές Κυρίες» της Άλκοτ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ταύτιση με τις κόρες της κυρίας Μάρτς. Όταν διαγνώστηκα με κατάθλιψη έπεσα «με τα μούτρα» στο έργο της Βιρτζίνια Γουλφ. Καταθλιπτική και εκείνη, είχε τον μοναδικό της τρόπο να υπονοεί το «τέρας» από το οποίο ταλαιπωρούνταν και η ίδια δίχως να λέει τίποτα συγκεκριμένο και αυτό ήταν πολύ λυτρωτικό για εμένα. Κάποια στιγμή, έπρεπε να περιγράψω στην κόρη μου το θέμα της ασθένειάς μου δίχως να την πληγώσω ή να την φοβίσω. Έτσι, πήγαμε και είδαμε στο θέατρο την «Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων», του Λιούις Κάρολ. Στην επιστροφή, καθίσαμε για φαγητό οι δυο μας και της εξήγησα ότι καμιά φορά οι άνθρωποι μπορεί να βρεθούν σε παράξενα μέρη, που συμβαίνουν περίεργα πράγματα και ότι αυτό μπορεί να τους τρομάξει. Αυτά τα μέρη τις περισσότερες φορές βρίσκονται μέσα τους καθώς το μυαλό φτιάχνει τον κόσμο. Με κοιτούσε με απορία αλλά την επόμενη ημέρα όταν γύρισε από το σχολείο μου είπε περήφανα: «είπα στην κυρία μου για την Αλίκη, μαμά. Αλλά όχι την Αλίκη που είδαμε εχθές. Την δικιά σου Αλίκη. Αυτή που τελικά νίκησε τους φόβους της.» Η τέχνη, λοιπόν, είναι η σανίδα σωτηρίας μου. Δεν κάνω βήμα χωρίς αυτήν. Είναι η ίδια μου η ζωή!

Έμαθες τι απέγινε τελικά η μεσήλικη γυναίκα στο απέναντι σπίτι;

Χαχα! Θα σου πω κάτι πολύ αστείο. Για μήνες προσπαθούσα να την πετύχω κάπου στην γειτονιά, είχε πάρει διαστάσεις για εμένα φανταστικές όσο ήμουν κλεισμένη στο σπίτι και υπό το πρίσμα της ασθένειας, όπου όλα μεγεθύνονται. Μάταια, όμως. Όσο συνερχόμουν άρχισα να την ξεχνώ και την σκεπτόμουν μόνο όταν τύχαινε να ανοίξω τα παντζούρια στο σαλόνι μου. Την ημέρα που υπέγραψα το συμβόλαιο με τον εκδότη μου, και καθώς επέστρεφα σπίτι, σταμάτησα στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς για να πάρω γλυκά. Η κυρία αυτή, λοιπόν, περίμενε πριν από εμένα στο ταμείο. Την κοίταξα και της χαμογέλασα σαν να την γνώριζα. Εγώ την γνώριζα, εκείνη όμως τα έχασε και σάστισε! Της είπα, λοιπόν, καθώς θεώρησα σημαδιακή την συνάντησή μας εκείνη την στιγμή ότι είμαστε γειτόνισσες και κάπου κάπου την βλέπω τα πρωινά στο μπαλκόνι της. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία – και γιατί άλλωστε;- ίσως κάποτε μάθει ότι έχει παίξει κάποιον ρόλο και εκείνη στην περιπέτεια αλλά και στο «Rebound» μου. Έκτοτε δεν την έχω ξαναδεί.

Από πότε έχεις να πας στη Rebound; Εγώ καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Αλλά κάπου διάβασα ότι ανοίγει κάθε Σαββατοκύριακο…

Ναι, το έμαθα κι εγώ και χάρηκα πολύ! Στην Rebound έχω να πάω ακριβώς δέκα χρόνια αλλά είχα πάει τόσες πολλές φορές στην άγρια εφηβεία μου αλλά και μετά, που πολλά βράδια την βλέπω ακόμη στον ύπνο μου. Δεν ξέρω, ίσως κάνω κάποιο πάρτι κάποια στιγμή εκεί για το δικό μου «Rebound». Αν γίνει, δηλαδή, κάποιο πάρτι για το βιβλίο μου, σίγουρα εκεί θα γίνει!

Φοβάσαι το μέλλον;

Καθόλου! Είμαι απίστευτα ευγνώμων στην κατάθλιψη για αυτό. Μου άφησε ισχυρή ανοσία στον φόβο! Φοβάμαι, πια, ό,τι όλος ο κόσμος, όπως να είναι καλά οι δικοί μου και να μην τους συμβεί κάτι κακό. Κατά τα άλλα, πλέον κοιμάμαι και με τα δύο μου μάτια κλειστά και όταν χτυπάει το πρωί το ξυπνητήρι μου σκέφτομαι μονάχα τις χαρές που μπορώ να πάρω από την ημέρα που ξημερώνει και τις εμπειρίες που θέλω να συλλέξω. Το μέλλον, πλέον, για εμένα είναι η επόμενη στιγμή, το επόμενο πρωί, η νέα λέξη που θα μάθει ο γιος μου, ένα ανέκδοτο που θα μου φέρει η κόρη μου από το σχολείο και η όμορφη εξέλιξη της σχέσης μας με τον σύζυγό μου. Και φυσικά το επόμενο βιβλίο μου, που ήδη γράφω. Άρα, το μέλλον μου προδιαγράφεται, όπως λένε: «λαμπρό».

Το βιβλίο της Μαρίας Παπαϊωάννου Rebound κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός