ΟΤΑΝ ΕΦΥΓΑΝ ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ|ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΑΡΛΑΣΗ

Διαβάζοντας το νέο βιβλίο της Αγγελικής Δαρλάση «Όταν έφυγαν τα αγάλματα», ένιωσα απόλαυση ως αναγνώστρια. Ναι μεν η συγγραφέας απευθύνεται σε παιδιά, όμως το εξαιρετικά οικοδομημένο κείμενό της συγκινεί και απορροφά απόλυτα και έναν ενήλικα. Χωρίς υπερβολή, πιστεύω ότι το έργο αυτό θα θεωρηθεί σύντομα κλασικό. Μίλησα με τη συγγραφέα για όσα έγραψε, μια αντιπολεμική ιστορία για την ταυτότητα, τη φιλία και την ανθρωπιά… 

Ποια ήταν η έμπνευσή σας για να ασχοληθείτε με το (σχεδόν άγνωστο) θέμα της απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου; Ομολογώ ότι πριν διαβάσω το βιβλίο σας δεν γνώριζα τι συνέβη όταν οι γερμανικές δυνάμεις του Χίτλερ πήγαν στο Μουσείο της Αθήνας… Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια; 

Τη συγκεκριμένη ιστορία την έμαθα, όπως και πολλοί άλλοι, τρία χρόνια πριν, χάρη στο άρθρο του φίλου αρχαιολόγου Κώστα Πασχαλίδη. Το βλέμμα μου κόλλησε στη φωτογραφία με τον τρίμετρο Κούρο του Σουνίου που αιωρείται από το ξύλινο ικρίωμα λίγο προτού θαφτεί για μία ακόμη φορά στο χώμα. Κάπως έτσι μου μπήκε η ιδέα να μιλήσω κι εγώ γι’ αυτήν την ιστορία…

Όταν οι ναζί μπήκαν στην Αθήνα, το Μουσείο ήταν άδειο από αρχαιολογικά ευρήματα αφού πλέον εκείνα βρίσκονταν είτε σε ξύλινα κιβώτια στα υπόγεια του Μουσείου, είτε θαμμένα, όπως τα αγάλματα, κάτω από τα πατώματα του Μουσείου. Ήταν το ορατό αποτέλεσμα της τεράστιας επιχείρησης της απόκρυψης των αρχαιοτήτων στην οποία πήραν μέρος αρχαιολόγοι, αλλά και εργάτες, τεχνίτες του μουσείου, υπάλληλοι, φύλακες, οι γυναίκες τους αλλά και εθελοντές.

Μιλήστε μας για τους δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας σας, για την Αγγελίνα και τον Τίκο. Πότε σας επισκέφθηκαν για πρώτη φορά; Γιατί επιλέξατε να είναι και οι δύο διαφορετικοί από τα άλλα παιδιά; Και γιατί στο τέλος αφήνετε την Αγγελίνα μόνη; 

Χρόνια ένιωθα την ανάγκη να γράψω για ήρωες σωματικά ατελείς, χωρίς όμως το βασικό θέμα της ιστορίας να είναι η διαφορετικότητα. Ίσως επειδή όλοι είμαστε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ατελείς, και όλοι παλεύουμε καθημερινά, άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο, με τις ατέλειές μας και όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουμε εξαιτίας τους.

Όταν λοιπόν η Αγγελίνα, που έχει ένα κανονικό κι ένα μισοσχηματισμένο χέρι, δείχνοντας τ’ ακρωτηριασμένα αγάλματα μου είπε: «Κοίτα! Δεν μοιάζουμε;» σκέφτηκα πως έτσι έπρεπε να διηγηθώ την ιστορία∙ μέσα από τα δικά της μάτια. Εκείνη μού σύστησε τον Τίκο κι ο ευαίσθητος, νεαρός… κύριος με τη μεγάλη μυωπία που όμως βλέπει όσα οι βλέποντες δεν διέκριναν, με γοήτευσε και με συγκίνησε από την πρώτη στιγμή.

Σε μια κοινωνία «κανονικών», που όχι μόνο δεν αποδέχονται το διαφορετικό αλλά το χλευάζουν σε κάθε ευκαιρία, είναι λογικό αυτοί που είναι ή αισθάνονται διαφορετικοί να βρίσκουν μεταξύ τους αλληλοκατανόηση και αλληλοϋποστήριξη.

Η συγκεκριμένη ιστορία διαδραματίζεται σε καιρό πολέμου. Και αυτό, μεταξύ άλλων, σημαίνει, δυστυχώς, πόλεμος: να χάνεις και ανθρώπους που αγαπάς ‒ που αγαπάς πολύ. 

Το βιβλίο σας είναι κατά κύριο λόγο ιστορικό ή λογοτεχνικό; Σε ποιες ηλικίες απευθύνεται; Θέλατε να περάσετε κάποιο μήνυμα μέσα από το κείμενό σας ή απλώς να αφηγηθείτε μια ξεχωριστή ιστορία; 

Λογοτεχνία γράφω, προσπαθώντας να δίνω κάθε φορά τον καλύτερο, συγγραφικά, εαυτό μου. Ξέρω πως τα βιβλία μου τα αγαπάνε και τα παιδιά και οι ενήλικοι αναγνώστες∙ και φαίνεται πως και το συγκεκριμένο βιβλίο συνεχίζει επάξια αυτήν μου την… παράδοση. Δεν πιστεύω στα μηνύματα στην τέχνη. Η τέχνη έχει τους δικούς της κώδικες, τον δικό της τρόπο να συγκινεί, να ευαισθητοποιεί, να προβληματίζει. Την αλήθεια μου προσπαθώ να βρω κάθε φορά και να τη μοιραστώ με τους αναγνώστες.

Η ιστορία της απόκρυψης με γοήτευσε. Θέλησα να μπω στη θέση εκείνων των απλών ανθρώπων. Να φανταστώ το πώς βίωσαν εκείνη την επιχείρηση, τι σήμαινε για εκείνους η συγκεκριμένη πράξη αντίστασης, τη σχέση τους με τα αρχαιολογικά ευρήματα σε μια καθημερινότητα πολέμου και με την απειλή του ναζισμού ορατή. Και ειδικότερα πώς το βίωσε και το διαχειρίστηκε ένα νεαρό κορίτσι που είχε ιδιαίτερη σχέση με τα αγάλματα, μια σχέση που σχεδόν όριζε την ταυτότητά της.  

Πιστεύετε πως οι Νεοέλληνες αγαπάμε ουσιαστικά την πολιτισμική μας κληρονομιά; Αν οι αρχαιότητες κινδύνευαν σήμερα, θα υπήρχαν άνθρωποι που θα διακινδύνευαν τη ζωή τους για να σώσουν τους αρχαιολογικούς μας θησαυρούς;

Πολλοί από εμάς δεν τη γνωρίζουμε καν την πολιτιστική μας κληρονομιά τόσο την υλική όσο και την άυλη ή κάποιοι άλλοι τη γνωρίζουμε μέσα από ένα παραμορφωτικό φίλτρο. Είναι θέμα παιδείας (είναι μια κοινότοπη διαπίστωση μιας πικρής αλήθειας). Παρ’ όλα αυτά, ναι, πιστεύω, πως σίγουρα θα βρίσκονταν ανάλογοι άνθρωποι όπως βρέθηκαν και τότε. Επειδή υπάρχουν ευτυχώς και αρκετοί που ξέρουν και καταλαβαίνουν, ή που δεν ξέρουν, αλλά αγαπάνε ή συγκινούνται και καταλαβαίνουν. Είμαι σίγουρη πως και σήμερα θα βρίσκονταν κάποιοι που, για διαφορετικό προσωπικό λόγο ο καθένας, θα έπρατταν ανάλογα.

Πώς αισθάνεστε που ο πρόλογος του βιβλίου σας είναι γραμμένος από την Άλκη Ζέη; 

Μεγάλωσα όπως και πολλοί της γενιάς μου με τα βιβλία της κυρίας Ζέη. Επιπλέον, πιστεύω πως της οφείλω πολλά για την άποψη που διαμόρφωσα για το τι σημαίνει παιδική-νεανική λογοτεχνία. Άρα δεν είναι υπερβολή να πω ότι θεωρώ ιδιαίτερα τιμητικό για το βιβλίο μου και για μένα προσωπικά τον πρόλογό της και η χαρά μου φυσικά είναι μεγάλη.

«Το πιο μικρό είναι και μεγάλο. Αρκεί να θες να δεις τη σημασία του». Πώς μπορούμε να το εξηγήσουμε αυτό στα παιδιά μας; Κι ακόμα, πώς θα τους εξηγήσουμε ότι πρέπει να θυμούνται; Είναι εύκολο να κατανοήσουν ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να ξεχάσουν ποτέ;

Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να τα εξηγήσεις ικανοποιητικά ή καταλήγεις σε στείρο διδακτισμό. Όμως τα βιώνουμε και ως βιωμένη εμπειρία τα κουβαλάμε, εγγράφονται μέσα μας και μας διαμορφώνουν. Ακόμα και τα «πρέπει» διαμορφώνονται ανάλογα.

Οι μεγάλοι με τις πράξεις, τη στάση ζωής μας αποτελούμε το παράδειγμα για τα παιδιά μας. Οι μικρές, αλλά τόσο σημαντικές, προσωπικές ιστορίες όπως και οι μεγάλες λογοτεχνικές αλήθειες, που πιθανότατα να μας αγγίξουν κάποια στιγμή στη ζωή μας, μας «διδάσκουν», επειδή μας εμπνέουν. Να προσπαθούμε να εμπνέουμε, αδιάκοπα, ο ένας τον άλλον χρειάζεται. Να εμπνέουμε ιδιαίτερα τα παιδιά που μπορεί να στερούνται εμπειριών, αλλά δεν υστερούν σε αντιληπτική ικανότητα. Κι έτσι, όταν έρθει εκείνη η ώρα, θα μπορούν και να αξιολογήσουν ανάλογα και τα μικρά και τα μεγάλα και τη σημασία τους.

Λέτε στ’ αλήθεια τα αγάλματα τις νύχτες να ζωντανεύουν και να μιλούν; Κι αν ναι, τι πιστεύετε ότι μας λένε; 

Τα αγάλματα είναι ζωντανά ‒ με τον δικό τους τρόπο. Μιλάνε για ζωή, για θάνατο, για έρωτα, για πόλεμο, για ομορφιά, γι’ αγάπη, για πόνο, για μεγαλεία, για τα μικρά και ουσιαστικά. Κι ίσως αυτό να μας λένε: «Πόσο εύθραυστη και πόσο αθάνατη είναι η ανθρώπινη φύση μας». Και η Αγγελίνα με τον Τίκο μού λένε να σας πω ότι σας ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη.

03506_03

Το βιβλίο της Αγγελικής Δαρλάση «Όταν έφυγαν τα αγάλματα» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.