ΤΙ ΤΡΑΒΑΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΟΙ… ΜΑΜΑΔΕΣ!

μαμάδεςΕίναι γεγονός: τα δύσκολα για τις μαμάδες ξεκινούν από την πρώτη στιγμή που αντικρίζουν το κόκκινο σημαδάκι στο τεστ της εγκυμοσύνης, όταν βλέπουν τις εκατοντάδες μονάδες της χοριακής μπροστά τους, πνιγμένες στη χαρά μεν, αδύνατον να το διαχειριστούν όλο αυτό δε.

Κορίτσια –και αγόρια–, ας μη γελιόμαστε, όλη η αυτή η τεράστια χαρά που μας δίνουν τα παιδιά μας δεν συνοδεύεται πάντα από αντίστοιχα τεράστια ροζ συννεφάκια κατά τη διάρκεια της κοινής μας ζωής μαζί τους. Και αν δεν με πιστεύετε ρωτήστε τη μαμά σας, ρωτήστε και τη γιαγιά σας… Και τότε θα δείτε ότι αυτά που… τράβηξαν όσο μεγάλωναν εμάς και τα αδέλφια μας είχαν, εκτός από γέλια, χαρές, συγκίνηση, και άλλα συναισθήματα, πιο σκοτεινά: αγωνία, θλίψη, άγχος, αλλά και αυτό που δεν νομίζω να έχει καταφέρει καμία μαμά να ονομάσει όταν το έχει νιώσει: αυτήν την αίσθηση ότι όσο και αν προσπαθείς, τίποτε δεν γίνεται όπως το θέλεις για το παιδί σου και πάντα νιώθεις ανεπαρκής…

Μένεις έγκυος λοιπόν, περνάς όλα όσα περνάς στην εγκυμοσύνη, ανακατέματα, ορμόνες σε πάρτι, πόνους κ.λπ. και γεννάς: χαρά ανείπωτη κατ’ αρχάς, ωστικό κύμα συναισθημάτων κατά δεύτερον να σε πλημμυρίζει, επιστρέφεις σπίτι και εκεί μαζί με την ευτυχία, κάνει την εμφάνισή της –μερικές φορές– και μια μικρή θλίψη, κάτι σαν ένα μετέωρο βήμα στο κενό. Κλάματα, στρες, συνεχής αναρώτηση: Θα είμαι καλή μαμά, θα αλλάξει η ζωή μου, τι θέλω εγώ εδώ αντί να είμαι έξω με τις φίλες μου, εν πάση περιπτώσει, και τι ζητά από εμένα αυτό εδώ το πλασματάκι που κλαίει γοερά. Δεν ξέρεις τι να κάνεις, πώς να το χειριστείς, πώς να το πιάσεις, σαν κούκλα γυάλινη που θα πέσει κάτω και θα σπάσει και ο μόνος υπεύθυνος θα είσαι εσύ. Και να τα κλάματα, και να τα ξεσπάσματα χωρίς φανερό λόγο και αιτία… Με τη βοήθεια του μπαμπά, των φίλων, των γονιών και, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμα και φαρμακευτικής αγωγής, αυτή η φάση φεύγει μακριά, αφήνοντάς σου μόνο μια πικρή γεύση και μια ελάχιστη υπόνοια ότι η μητρότητα τελικά ίσως να μην είναι τόσο συναρπαστική όσο την έγραφαν τα βιβλία και όσο σου έλεγαν οι ήδη μαμάδες φίλες σου.

Η φάση αυτή περνάει και το/τα βλαστάρια σου μεγαλώνουν… Και μεγαλώνεις και εσύ και βλέπεις και μια άλλη ζωή να περνά δίπλα σου, μια ζωή που δεν έχει καμία σχέση με διαβάσματα, παιδικά πάρτι και δραστηριότητες, ένας βίος που δεν κινείται γύρω από τα παιδιά… Και τότε ζηλεύεις τις φίλες σου που δεν είναι μαμάδες, που μπορούν να κάνουν ανενόχλητες τα ταξίδια τους, να ξενυχτήσουν όσο θέλουν, να πιουν τα ποτά τους, χωρίς να σκεφτούν ότι το επόμενο πρωί πρέπει να είναι ακμαίες, όρθιες και φρέσκιες για να σταθούν δίπλα στα παιδιά τους. Ίσως είναι, βέβαια, η μοναδική φορά που τις ζηλεύεις, αλλά δεν παύει αυτό το «τσίμπημα» να σε τριβελίζει: Αχ, να μπορούσα κι εγώ να το κάνω, να μπορούσα κι εγώ να ζήσω τη στιγμή, χωρίς να σκεφτώ τι με περιμένει αύριο… Ευτυχώς που σε αυτήν την περίπτωση το αρνητικό συναίσθημα κρατά μόνο τη στιγμή που το νιώθεις, γιατί από την ώρα που σου σκάει ένα χαμόγελο το βλαστάρι σου, η πιθανότητα του ποτού στο μπαρ σού μοιάζει εντελώς αμελητέα ποσότητα μπροστά σε αυτό που βλέπεις.

Και τα χρόνια συνεχίζουν να περνάνε… σαν νερό που τρέχει και δεν μπορείς να το πιάσεις στα χέρια σου. Αφού, λοιπόν, έχεις δώσει τα καλύτερά σου χρόνια –που, σημειωτέον, δεν γυρίζουν πίσω–, έχεις αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στα μικρά αυτά πλασματάκια –που πλέον δεν είναι μικρά αλλά ολόκληρα παιδιά που μπορεί να σε έχουν περάσει και στο ύψος– έρχεται η στιγμή που οι αγκαλιές και τα φιλιά, για τα οποία έχεις νιώσει κατά καιρούς τόσο ευγνώμων και χαρούμενη, αντικαθίστανται από αδιαφορία, από φωνές και κλειστές πόρτες δωματίων: Ναι, κυρίες και κύριοι, η εφηβεία κάνει την εμφάνισή της με δόξα και τιμή και ήρθε για μια ακόμα φορά η ώρα που η μαμά θα αρχίσει να αμφιβάλλει: Μήπως κάτι δεν κάνω καλά; Μήπως δεν είμαι καλή μάνα; Μήπως δεν του άρεσε η πιπεριά στην πίτσα και άλλες τέτοιες απορίες, οι οποίες κάθε ημέρα που η κατάσταση γίνεται πιο ανυπόφορη, με τσακωμούς και φωνές μέσα στο σπίτι, φωλιάζουν όλο και περισσότερο στο μυαλό σου. Και τότε σκέφτεσαι: Όοοχι, δεν θα πάθω ΕΓΩ για σένα νευρικό κλονισμό, εγώ που στα νιάτα μου είχα τρελάνει κόσμο και κοσμάκη… Τότε πάλι έρχεται η… βοήθεια του κοινού –λέγε με και μαμά σου, η γιαγιά δηλαδή– που σε φέρνει στα ίσα σου και σε καθησυχάζει: Είναι απλώς μια φάση που θα περάσει σε λίγο καιρό και το παιδί σου θα σε έχει και πάλι… κορόνα στο κεφάλι του, όχι μόνο κάθε φορά που σου ζητάει χαρτζιλίκι, αλλά και όταν τα βράδια το καληνυχτίζεις –ακόμα και τώρα που δεν είναι μωρό– με ένα γλυκό φιλί. Σου θυμίζει δε και τα… δικά σου τα καλά όταν ήσουν 14-15, όταν οι μόνες λέξεις που αντάλλαζες μαζί της ήταν «σπέρα» όταν έμπαινες στο σπίτι μετά το σχολείο και «νύχτα» όταν πήγαινες για ύπνο το βράδυ. Κάποιες φορές δε, ούτε και αυτές, βυθίζοντάς την τότε και εκείνη στην ίδια απορία, στο ίδιο άσχημο συναίσθημα που τώρα ταλανίζει και εσένα: Γιατί μου φέρεται έτσι;

Ας το συνοψίσουμε λοιπόν απλά –και επίκαιρα κατά Σόιμπλε– είναι η εφηβεία… ηλίθια!

Και νομίζεις λοιπόν ότι όταν περάσει και η εφηβεία όλα θα είναι καλά; Πλανάσαι πλάνην οικτράν, καλή μου… Αμέσως μετά, αρχίζουν τα πιο δύσκολα όλων: όταν το γλυκό σου παιδάκι, πλέον, μετά τη δική σου σκληρή δουλειά και καλή ανατροφή όλα αυτά τα χρόνια, τα ξενύχτια, τα έξοδα αλλά και την αγωνία, θα είναι… φοιτητής ή ακόμα και αν θέλει να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο, θα είναι η στιγμή που θα επιθυμήσει να ανοίξει τα δικά του φτερά και να πετάξει, χωρίς να βλέπει πίσω του, ούτε τη μαμά, ούτε τον μπαμπά, αλλά μόνο τις δυνατότητες που του προσφέρει η ζωή που απλώνεται μπροστά του. Με μόνο του όχημα τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του και με εφόδια όλα όσα του έδωσες εσύ τόσα χρόνια, το παιδάκι σου, που τόσο πάλεψες για να το γεννήσεις και να το μεγαλώσεις, τώρα πολύ απλά, γιατί έτσι είναι η ζωή, γιατί έτσι έκανες και εσύ αν θυμάσαι, κλείνει την πόρτα και φεύγει, αφήνοντάς σου ένα τεράστιο κενό.

Ακόμα και αν αυτή η φυγή, η τελευταία από τις πολλές, θα είναι για το καλό του, γιατί τότε θα ζήσει πραγματικά τις ευκαιρίες και τα ρίσκα που του προσφέρει η ζωή, εσένα σε κάνει κουρέλι και σε φέρνει για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το πώς θα είναι η δική σου καθημερινότητα από εδώ και πέρα. Και αυτό δεν είναι ότι δεν θα γκρινιάζεις για το πρωινό ξύπνημα και ότι δεν θα μαζεύεις ρούχα και παπούτσια από όλο το σπίτι, αλλά το ότι πια δεν θα είναι ο πρώτος άνθρωπος που θα βλέπεις το πρωί και ο τελευταίος το βράδυ, εκείνος που το χαμόγελό του σε έκανε να τα ξεχνάς όλα. Το πρώτο σοκ του αποχωρισμού είναι μεγάλο και ίσως στην πραγματικότητα να μην το ξεπεράσεις ποτέ, όμως θα είναι, ίσως, η πρώτη φορά στη ζωή σου που θα ξέρεις ότι είναι για καλό – γιατί το παιδί σου θα γίνει κύριος του εαυτού του και θα ενσαρκώσει αυτό που ονειρεύτηκες για εκείνο: να γίνει ένας σκεπτόμενος, ανεξάρτητος άνθρωπος που θα πορεύεται στηριζόμενος αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις. Και γι’ αυτό το συναίσθημα πληρότητας και μόνο, λοιπόν, πάρε βαθιά ανάσα και προετοιμάσου για όλα όσα σε περιμένουν…