Η ΠΡΟΩΡΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΑΛΕΙ «ΜΙΚΡΕΣ ΦΩΤΙΕΣ ΠΑΝΤΟΥ»

978-618-03-1543-1_1Η πρόωρη γέννηση ενός μωρού είναι ένα τραυματικό γεγονός όχι μόνο για το παιδί αλλά και για ολόκληρη την οικογένεια. Οι γονείς -και ιδιαίτερα η μητέρα-διακατέχονται συνήθως από αισθήματα απογοήτευσης, αποτυχίας καθώς και αγωνίας σχετικά με την επιβίωση και την υγιή μελλοντική ανάπτυξη του πρόωρου βρέφους τους και συγχρόνως «πενθούν» για την εικόνα του επιθυμητού παιδιού που είχαν δημιουργήσει στο μυαλό τους. Όλο αυτό εκτός από τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες στην καθημερινότητα μιας οικογένειας, έχει και συνέπειες μεσομακροπρόθεσμες, σωματικές και ψυχικές, που μπορεί να μην επιλυθούν ποτέ.

Διαβάζοντας τις Μικρές φωτιές παντού, το βιβλίο της Celeste Ng, ένα παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, βρήκα ένα εξαιρετικό απόσπασμα για το πώς η προωρότητα επηρέασε τη σχέση του πρόωρου παιδιού με τη μητέρα του, σχέση που δεν έφτιαξε ποτέ, μιας και κόρη και μάνα έμαθαν από την αρχή να ζουν προβληματικά και δεν έγινε καμιά προσπάθεια επίλυσης του τραύματος.

Σπάνια έχω εντοπίσει την προωρότητα να περνάει ως κατάσταση στη λογοτεχνία. H Celeste Ng,  με τη συγκλονιστική γραφή της, ψυχογραφεί και ουσιαστικά δομεί δυο από τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες του βιβλίου της βασισμένους στην προωρότητα.  Μια μητέρα και μια κόρη έγιναν αυτό που έγιναν εξαιτίας της προωρότητας. Η ζωή τους δομήθηκε πάνω στην προωρότητα. Η -τραγική- εξέλιξη της πορείας τους είχε πάντα ως σημείο εκκίνησης την προωρότητα.

Η κυρία Ρίτσαρντσον, μητέρα ήδη τριών παιδιών, που ζει σε μια καλοφτιαγμένη «φούσκα» με δομημένους κανόνες και θεωρεί τη μητρότητα «παιχνιδάκι», μένει έγκυος στο τέταρτο παιδί της, την Ίζι, και τότε όλα αλλάζουν. Αξίζει να διαβάσετε το απόσπασμα από το βιβλίο, που παρουσιάζει το πώς μια τόσο τραυματική εμπειρία, εάν δεν επιλυθεί ποτέ, συνεχίζει να βασανίζει και αυτό να έχει τρομακτικές συνέπειες για τα μέλη μιας οικογένειας. Φυσικά, αξίζει να διαβάσετε και ολόκληρο το βιβλίο, που αφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό τη μητρότητα, αυτή τη μοναδική γυναικεία ιδιότητα, που προφανώς δεν φέρνει μόνο χαρές.

(Απόσπασμα από τις Μικρές φωτιές παντού)

Με την Ίζι, η μαγεία έλαβε τέλος. Καταρχάς, η κυρία Ρίτσαρντσον είχε φοβερές πρωινές αναγούλες, κρίσεις ιλίγγου και εμετούς που δεν σταμάτησαν μετά το πρώτο τρίμηνο αλλά συνέχιζαν αμείωτα –και μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερη ένταση– όσο περνούσαν οι βδομάδες. Η Λέξι ήταν σχεδόν τριών, ο Τριπ δύο και ο Μούντι μόλις ενός έτους και, με τρία κουτσούβελα στο σπίτι και την Έλενα εξασθενημένη, οι Ρίτσαρντσον έκριναν αναγκαίο να πάρουν μια οικιακή βοηθό – μια πολυτέλεια την οποία θα συνήθιζαν και θα τη διατηρούσαν μέχρι την εφηβεία των παιδιών τους, μέχρι τη Μία. «Είναι σημάδι υγιούς εγκυμοσύνης» διαβεβαίωναν οι γιατροί την κυρία Ρίτσαρντσον, αλλά λίγες βδομάδες μετά τον ερχομό της οικιακής βοηθού άρχισε να αιμορραγεί και χρειάστηκε να μείνει στο κρεβάτι. Παρά τις προφυλάξεις, η Ίζι γεννήθηκε πρόωρα λίγο μετά, κάνοντας την εμφάνισή της –έντεκα βδομάδες νωρίτερα– μία ώρα ύστερα από την άφιξη της μητέρας της στο νοσοκομείο.

Η κυρία Ρίτσαρντσον θα θυμόταν τους επόμενους μήνες μονάχα ως μια ασαφή, τρομακτική θολούρα. Ίσα που θυμόταν τις πρακτικές λεπτομέρειες. Θυμόταν την Ίζι κουλουριασμένη μέσα σ’ ένα γυάλινο κουτί, ένα δίχτυ από βιολετιές φλέβες κάτω από μια επιδερμίδα σε απόχρωση σομόν. Θυμόταν ότι κοίταζε το μικρότερο παιδί της μέσα από τα φινιστρίνια της θερμοκοιτίδας, κολλώντας σχεδόν τη μύτη της στο τζάμι για να σιγουρευτεί ότι η Ίζι ανέπνεε ακόμη. Θυμόταν τα πηγαινέλα ανάμεσα στο σπίτι και το νοσοκομείο μόλις μπορούσε ν’ αφήσει τα τρία μεγαλύτερα στα έμπειρα χέρια της οικιακής βοηθού –την ώρα του φαγητού ή όταν τα έπαιρνε ο ύπνος, ή κάποια άλλη στιγμή μες στη μέρα– και, όταν της το επέτρεπαν οι νοσοκόμες, να κρατά την Ίζι: στην αρχή στις δυο ενωμένες παλάμες της, ύστερα στο βαθούλωμα ανάμεσα στα στήθια της και τελικά –όσο η Ίζι αποκτούσε βάρος και δυνάμεις και άρχιζε να μοιάζει με κανονικό μωρό– στην αγκαλιά της.

Γιατί η Ίζι μεγάλωνε: παρά τον πρόωρο ερχομό της, έδειχνε ένα πείσμα που το είχαν προσέξει ακόμα και οι γιατροί. Της έβγαλαν τον ορό, καθώς και τον καθετήρα σίτισης. Όταν έρχονταν οι νοσοκόμες να την αλλάξουν, κλοτσούσε με τα μικροσκοπικά ποδαράκια της και τσίριζε τόσο δυνατά, που ξυπνούσαν όλα τα μωρά στις διπλανές θερμοκοιτίδες και άρχιζαν κι αυτά τη συναυλία. «Τα πνευμόνια της λειτουργούν μια χαρά» είπαν οι γιατροί στους Ρίτσαρντσον, αν και τους προειδοποίησαν για μια πληθώρα άλλων προβλημάτων που ενδεχομένως θα ανέκυπταν: ίκτερος, αναιμία, προβλήματα όρασης, απώλεια ακοής. Νοητική υστέρηση. Δυσπλασίες στην καρδιά. Επιληψία. Εγκεφαλική παράλυση. Όταν η Ίζι θα ερχόταν επιτέλους στο σπίτι –δυο βδομάδες μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία– τούτη η λίστα θα ήταν ένα από τα λιγοστά πράγματα που θα θυμόταν η κυρία Ρίτσαρντσον από την παραμονή της μικρής στο νοσοκομείο. Μια λίστα με διαταραχές των οποίων προσπαθούσε να εντοπίσει το παραμικρό ίχνος στην κόρη της, κι αυτό κράτησε μια ολόκληρη δεκαετία: η Ίζι ήταν απλά αφηρημένη ή άρχιζε να χάνει την όρασή της; Αγνοούσε τη μητέρα της από πείσμα ή άρχιζε να χάνει την ακοή της; Η επιδερμίδα της ήταν λιγάκι κιτρινωπή; Ή μήπως λιγάκι ωχρή; Αν το χέρι της Ίζι, καθώς έβαζε τους κρίκους του παιχνιδιού της τον έναν πάνω στον άλλον, ήταν διστακτικό, η κυρία Ρίτσαρντσον έσφιγγε τα μπράτσα της πολυθρόνας της. Ήταν ένα τρέμουλο ή απλώς το παιδί μάθαινε τη για όλους περίπλοκη διαδικασία να χρησιμοποιεί τα δάχτυλά του;

Οτιδήποτε σχετικό με το νοσοκομείο είχε αποδιώξει η κυρία Ρίτσαρντσον απ’ το μυαλό της –οτιδήποτε σκεφτόταν τότε το είχε τώρα λησμονήσει– το σώμα της το κρατούσε ζωντανό σε κυτταρικό επίπεδο: το κατακλυσμιαίο άγχος, τον φόβο που τη στοίχειωνε κάθε φορά που συλλογιόταν την Ίζι. Την ενδελεχή, σαν με μικροσκόπιο, εξέταση κάθε χειρονομίας της κόρης της, την οποία παρατηρούσε ψάχνοντας για ενδείξεις αδυναμίας ή καταστροφής. Ήταν απλώς ανορθόγραφη ή αυτό σήμαινε κάποια νοητική βλάβη; Ο γραφικός της χαρακτήρας ήταν απλώς τσαπατσούλικος, ήταν απλώς κακή στην αριθμητική, οι εκρήξεις θυμού της ήταν φυσιολογικές, ή υπήρχε κάτι πιο σοβαρό; Με την πάροδο του χρόνου, η ανησυχία απαγκιστρώθηκε απ’ τον φόβο και έγινε αυθύπαρκτη. Έμαθε, με τη γέννηση της Ίζι, πώς η ζωή σου μπορούσε να ακολουθεί αργά και σταθερά το μικρό μονοπάτι της κι ύστερα, χωρίς καμιά προειδοποίηση, να παρεκκλίνει θεαματικά από την πορεία της. Κάθε φορά που η κυρία Ρίτσαρντσον κοιτούσε την Ίζι, την κυρίευε η αίσθηση πως η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου, σαν ένας μυς που δεν ήξερε πώς να χαλαρώσει.

«Ίζι, ίσιωσε την πλάτη σου» έλεγε στο τραπέζι του βραδινού φαγητού ενώ σκεφτόταν: Σκολίωση. Εγκεφαλική παράλυση. «Ίζι, ηρέμησε». Ακόμα κι αν δεν θα το εξέφραζε ποτέ εντελώς μ’ αυτό τον τρόπο, η ανησυχία της άρχισε να αποκτά έναν τόνο μνησικακίας. Ο ΘΥΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ, έγραφε μια αφίσα στο νοσοκομείο, αλλά η κυρία Ρίτσαρντσον δεν την είχε προσέξει ποτέ· ήταν τόσο βυθισμένη στις σκέψεις της, Δεν θα ’πρεπε να τύχει αυτό σ’ εμένα. «Μετά απ’ όλη την ταραχή που προκάλεσες…» άρχιζε να λέει κάποιες φορές όταν η Ίζι συμπεριφερόταν άσχημα. Δεν τέλειωνε ποτέ τη φράση της, ακόμα και νοερά, αλλά η παλιά αγωνία κυλούσε στις φλέβες της. Όσο για την ίδια την Ίζι, θυμόταν μονάχα τη μητέρα της να λέει: Όχι, όχι, Ίζι, γιατί δεν μ’ ακούς, Ίζι, φρόνιμα, Ίζι, για τ’ όνομα του Θεού, όχι, τρελάθηκες; Να προσδιορίζει τα όρια που η κόρη της είχε τολμήσει να υπερβεί.

Αν η Ίζι ήταν από άλλη πάστα, όλο αυτό θα την είχε ίσως κάνει επιφυλακτική ή νευρασθενική ή παρανοϊκή. Η Ίζι, όμως, ήταν γεννημένη για να προκαλεί και όσο μεγάλωνε –με εξαιρετική όραση και ακοή, δίχως καμιά ένδειξη επιληψίας ή αναπηρίας, και ένα ολοφάνερα κοφτερό μυαλό– τόσο πιο στενά την παρακολουθούσε η μητέρα της και τόσο περισσότερο αυτή η προσοχή την ενοχλούσε. Μια φορά που είχαν πάει στην πισίνα, τη Λέξι, τον Τριπ και τον Μούντι τούς άφησαν να πλατσουρίσουν στα ρηχά, αλλά η Ίζι – τεσσάρων χρονών τότε– έπρεπε να μείνει καθισμένη στην πετσέτα της, αλειμμένη με αντηλιακό, στη σκιά μιας ομπρέλας. Ύστερα από μια βδομάδα, βούτηξε με το κεφάλι στο πιο βαθύ σημείο και χρειάστηκε να τη γλιτώσει ο ναυαγοσώστης. Τον επόμενο χειμώνα, όταν πήγαν να κάνουν έλκηθρο, η Λέξι, ο Τριπ και ο Μούντι κατέβαιναν με χαρούμενες κραυγές τη λοφοπλαγιά, ανάποδα, μπρούμυτα, και οι τρεις ταυτόχρονα, και μια φορά, μάλιστα, ο Τριπ όρθιος σαν σέρφερ. Η κυρία Ρίτσαρντσον, που έστεκε στην κορυφή του λόφου, χειροκροτούσε και τους επευφημούσε. Κατόπιν ήρθε η σειρά της Ίζι, αλλά αυτή τούμπαρε στα μισά της διαδρομής και η μητέρα της δεν την άφησε να ξαναδοκιμάσει. Εκείνο το βράδυ, ενώ όλοι είχαν πλαγιάσει, η μικρή έσυρε το έλκηθρο του Μούντι στον δρόμο και κατέβηκε ορμητικά την πλαγιά μέχρι την παγωμένη λίμνη με τις πάπιες, τέσσερις φορές απανωτά, μέχρι που την πρόσεξε ένας γείτονας και φώναξε τους γονείς της. Στα δέκα της, ενώ η μητέρα της ανησυχούσε γιατί ήταν κακόφαγη και αναρωτιόταν μήπως η κόρη της ήταν αναιμική, η Ίζι ανακοίνωσε πως ήταν χορτοφάγος. Όταν η Έλενα την τιμωρούσε απαγορεύοντάς της να κοιμάται στα σπίτια φιλενάδων της –«Αν δεν συμπεριφέρεσαι κόσμια στο σπίτι, Ίζι, πώς να σ’ αφήσουμε να πας σε ξένα σπίτια;»–, η Ίζι απόκτησε το συνήθειο να βγαίνει κρυφά έξω και να γυρίζει με κουκουνάρια ή αγριόμηλα ή κάστανα που τα άφηνε πάνω στον πάγκο της κουζίνας. «Και πού να ξέρω εγώ ποιος τα ’φερε;» έλεγε το πρωί, καθώς η μητέρα της περιεργαζόταν τούτο το πεσκέσι. Η αίσθηση που είχαν όλα τα παιδιά –και η ίδια η Ίζι– ήταν ότι η μικρή τους αδελφή αποτελούσε μια ιδιαίτερη απογοήτευση για τη μητέρα τους, ότι, για λόγους που αγνοούσαν, η μητέρα τους την απεχθανόταν. Ασφαλώς, όσο προκαλούσε η Ίζι, τόσο φούντωνε ο θυμός σαν ασπίδα ενάντια στην παλιά αγωνία της Έλενας, σαν κέλυφος που καλύπτει ένα σαλιγκάρι. «Για τ’ όνομα του Θεού, Ίζι» έλεγε και ξανάλεγε η κυρία Ρίτσαρντσον «τι τρέχει μ’ εσένα;».

Ο κύριος Ρίτσαρντσον ήταν πιο ανεκτικός με την Ίζι. Η γυναίκα του την είχε κρατήσει στην αγκαλιά της, η γυναίκα του είχε ακούσει όλα τα προγνωστικά των γιατρών, τις φρικτές προειδοποιήσεις για το τι μπορούσε να τους επιφυλάσσει η μοίρα. Ο ίδιος, που είχε πάρει πρόσφατα το μεταπτυχιακό του, ήταν απασχολημένος με την καριέρα του, δουλεύοντας ατελείωτες ώρες με την ελπίδα να συνεργαστεί με κάποιο μεγάλο δικηγορικό γραφείο. Κατ’ αυτόν, η Ίζι έμοιαζε λιγάκι πεισματάρα, αλλά ήταν πανευτυχής που την έβλεπε άφοβη μετά από ένα τόσο τρομακτικό ξεκίνημα ζωής. Χαιρόταν την ευφυΐα της, το πνεύμα της. Στην πραγματικότητα, του θύμιζε την Έλενα στα νιάτα της: τον είχε προσελκύσει η σπίθα της, η αποφασιστικότητά της, το πόσο ήξερε πάντα τι ήθελε και πώς να το αποκτήσει, το πόσο βαθιά ανησυχούσε για το καλό και το κακό – η φλόγα της που, μετά από τόσα χρόνια μες στη γαλήνη του προαστίου, έμοιαζε πλέον με ανθρακιά. «Εντάξει, Έλενα» της έλεγε. «Μια χαρά είναι. Άφησέ την ήσυχη». Η κυρία Ρίτσαρντσον, όμως, δεν άφηνε την κόρη της ήσυχη, κι αυτό επηρέαζε τους πάντες: η Ίζι προκαλούσε, η μητέρα της την περιόριζε, και μετά από ένα διάστημα κανείς δεν θυμόταν πια πώς είχε αρχίσει αυτή η δυναμική αντιπαλότητα, απλώς ήξεραν ότι υπήρχε πάντα.

Το βιβλίο της Celeste Ng Μικρές φωτιές παντού κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη. Είναι ένα κοινωνικό, ρεαλιστικό, σύγχρονο αμερικανικό μυθιστόρημα για τη μητρότητα και τις οικογενειακές σχέσεις, την εφηβεία, τον ρόλο της φυλής και της κοινωνικής τάξης.