ΠΟΛΥΓΛΩΣΣΟ ΑΠΟ… ΚΟΥΝΙΑ

Alouette, gentille alouette, Hanschen klein ging allein, OldMacDonald: Πότε μπαίνουν όλα αυτά τα τραγουδάκια στη ζωή των μικρών μας; Ή μήπως δεν μπαίνουν αλλά περιμένουμε υπομονετικά να φτάσει το παιδί μας σε ηλικία να δηλώσει μόνο του Me gustas tu;
Δεν υπάρχει γονιός που δεν τον έχει απασχολήσει το ζήτημα της εκμάθησης από το παιδί του μιας ή περισσότερων ξένων γλωσσών. Κανείς, άλλωστε, δεν αμφισβητεί την εκπαιδευτική και πρακτική σημασία που έχει η γλωσσομάθεια. Εκτός από το ότι ενισχύει τις γνωσιακές ικανότητες (ακόμη και τις μη λεκτικές, όπως τα μαθηματικά) και δίνει ώθηση στον εγκέφαλο, η γνώση ξένων γλωσσών είναι το διαβατήριο για μια καλύτερη μελλοντική ακαδημαϊκή πορεία και βέβαια για ευκολότερη επαγγελματική αποκατάσταση. Συν τοις άλλοις, οι επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά που μαθαίνουν από μικρά και μία ή περισσότερες γλώσσες εκτός της μητρικής τους, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν πολύγλωσσα, κατανοούν καλύτερα τη μητρική τους γλώσσα, συγκεντρώνονται ευκολότερα, έχουν βελτιωμένες σχολικές επιδόσεις και μεγαλύτερη διαπολιτισμική επίγνωση, καθώς είναι περισσότερο εξοικειωμένα με άλλους πολιτισμούς, τους οποίους δεν θεωρούν απειλητικούς.

Ο μικρός Ευρωπαίος

Τα τελευταία χρόνια, με βάση τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις οποίες κινείται η χώρα μας, θεωρείται δεδομένο ότι η πρώτη ξένη γλώσσα που θα αρχίσει να μαθαίνει ένα παιδί είναι τα αγγλικά, η lingua franca, το παγκόσμιο μέσο επικοινωνίας του 21ου αιώνα. Έτσι, η εκμάθησή τους αρχίζει πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν και η διδασκαλία τους έχει γίνει τα τελευταία χρόνια υποχρεωτική στο ελληνικό σχολικό σύστημα. Μάλιστα, η εισαγωγή της διδασκαλίας των αγγλικών από την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου (και όχι πλέον από την τρίτη, όπως ίσχυε μέχρι πέρυσι), αλλά και μιας δεύτερης ξένης γλώσσας (γαλλικά ή γερμανικά, ανάλογα με το σχολείο) στην πέμπτη δημοτικού εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προωθήσει την εκμάθηση περισσότερων από μιας ξένων γλωσσών από πολύ μικρή ηλικία, κυρίως μέσω της ενημερωτικής εκστρατείας για την πολυγλωσσία Piccolingo. Άλλωστε, οι ξένες γλώσσες καταλαμβάνουν σήμερα μια καίρια θέση στα σχολικά προγράμματα σπουδών όλης της Ευρώπης και σε πολλές χώρες η υποχρεωτική διδασκαλία τους ξεκινάει ακόμα και από το νηπιαγωγείο.

Σχολείο ή φροντιστήριο

Όμως, στη χώρα μας η διδασκαλία των γλωσσών αποκλειστικά εντός σχολικού περιβάλλοντος μοιάζει να μην αφήνει ικανοποιημένο σχεδόν κανέναν γονέα και η μεθοδολογία που ακολουθείται αμφισβητείται ακόμα και από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών να παρακολουθούν εξωσχολικά μαθήματα αγγλικών (και αργότερα γαλλικών ή γερμανικών). Παράλληλα, λοιπόν, με το σχολικό πρόγραμμα, τα παιδιά, αρχής γενομένης από το δημοτικό σχολείο, φοιτούν σε Κέντρα Ξένων Γλωσσών, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό κάνει ιδιαίτερα μαθήματα, με το αντίστοιχο οικονομικό κόστος για τους γονείς. Κάτι τέτοιο αποτελεί ιδιαιτερότητα της ελληνικής κοινωνίας (που, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, ευνοεί εδώ και χρόνια την παραπαιδεία), καθώς στις χώρες τις Ε.Ε. η εκμάθηση ξένων γλωσσών και η πολυγλωσσία επιτυγχάνονται στο μεγαλύτερο ποσοστό τους εντός σχολικού περιβάλλοντος. Φυσικά, η κατάσταση της παιδείας μας και στον τομέα αυτόν πρέπει να αλλάξει ριζικά, ώστε να είναι πλέον εφικτό να μαθαίνουν οι μαθητές μέσα στο σχολείο μια τουλάχιστον ξένη γλώσσα. Με αύξηση των ωρών διδασκαλίας, με χρήση κατάλληλων βιβλίων και αποτελεσματικών μεθόδων διδασκαλίας, που θα συνδέονται με τα πιστοποιητικά γλωσσομάθειας, με ολιγομελή και ομοιογενή, από πλευράς γνώσης και επίδοσης, τμήματα μαθητών, με χρήση σύγχρονων τεχνολογικών εκπαιδευτικών μέσων και κυρίως με καταρτισμένους διδάσκοντες, α είναι πολύ καλύτερα και οι γονείς δεν θα χρειάζεται να ξοδεύονται προκειμένου να μάθουν τα παιδιά τους αγγλικά.

Εξ απαλών ονύχων

Μερικοί ξεκινούν να διδάσκουν στα παιδιά τους ξένες γλώσσες πριν αυτά ξεκινήσουν την υποχρεωτική σχολική τους εκπαίδευση. Ορισμένοι γονείς, λοιπόν, επιλέγουν αγγλόφωνες νταντάδες ή κοπέλες για δημιουργική απασχόληση των παιδιών τους, ενώ πολλές μονάδες προσχολικής αγωγής διαφημίζουν (και φυσικά κοστολογούν) τη διδασκαλία αγγλικών εντός του προγράμματός τους. Πάντως, κάτι τέτοιο δεν συστήνεται παρά μόνο εάν η διδασκαλία εντάσσεται σε πλαίσιο παιχνιδιού και απλής γλωσσικής ευαισθητοποίησης του παιδιού. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τους ειδικούς, για τις ηλικίες 4 και 5 ετών ο χρόνος που πρέπει να αφιερώνεται στα αγγλικά είναι 1 ώρα και 15 λεπτά εβδομαδιαίως και η διδασκαλία να είναι αποκλειστικά και μόνο προφορική (listening-speaking). Με τον τρόπο αυτόν, το παιδί αποκτά ακουστική κατανόηση της διαφορετικής γλώσσας, καθώς εξοικειώνεται με νέα ηχητικά σχήματα, ενώ δεν θεωρεί ότι κάνει μάθημα, αλλά ότι παίζει. Σημειώνουμε εδώ ότι ο εκπαιδευτικός που διδάσκει μια ξένη γλώσσα σε παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας δεν πρέπει να είναι δάσκαλος με τη στενή έννοια του όρου, αλλά πάνω απ’ όλα παιδαγωγός και ψυχαγωγός, που με θεατρικότητα, τραγούδια, παιχνίδι και έντονη κίνηση θα οργανώνει τις προνηπιακές γλωσσικές δραστηριότητες και οφείλει να έχει τη μέγιστη δυνατή κατάρτιση, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις ποικίλες και ειδικές απαιτήσεις της δουλειάς του.

This is a pencil

Όταν το παιδί γίνει έξι ετών και φοιτά στην πρώτη δημοτικού, παράλληλα με τη γραφή της ελληνικής γλώσσας και για δύο ώρες την εβδομάδα (δύο φορές από μία ώρα), μπορεί σταδιακά να ασχοληθεί και με ασκήσεις προ-γραφής της αγγλικής. Ιδιαίτερη σημασία σε αυτήν την ηλικία έχει η οπτική αναγνώριση των λέξεων και η απεικόνισή τους, ενώ ασκήσεις όπως η ζωγραφική γραμμάτων ή η αγγλική αλφάβητος σε χειροτεχνία το βοηθούν να αρχίσει να αφομοιώνει σιγά σιγά τη νέα γλώσσα. Πάντα, όμως, πρέπει να διατηρείται το ψυχαγωγικό πλαίσιο διασκέδασης και ο παιγνιώδης τρόπος διδασκαλίας, με τραγούδια, παντομίμα, ζωγραφική, καθώς το παιδί βρίσκεται ακόμα σε στάδιο που προσπαθεί να κατανοήσει τη γραφή της μητρικής του γλώσσας, επομένως υπάρχει ο (μικρός) κίνδυνος να μπερδευτεί, να αγχωθεί και τελικά να μην αγαπήσει τα αγγλικά. Δεδομένου ότι η διαδικασία της εκμάθησης ξένης γλώσσας σε μικρή ηλικία πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την εξέλιξη της μητρικής γλώσσας, από την ηλικία των 7 ή 8 ετών, όταν το παιδί χειρίζεται πλέον καλά τη γραφή και την ανάγνωση στην ελληνική γλώσσα, μπορεί να εισαχθεί, σε τρίωρο ή τετράωρο εβδομαδιαίο πρόγραμμα, κανονικά και η γραφή της αγγλικής. Σε ηλικία περίπου 10 ετών, εφόσον το παιδί μοιάζει να έχει έφεση και δυνατότητα και το ζητήσει μπορεί να ενταχθεί στο πρόγραμμά του και η εκμάθηση μιας δεύτερης ξένης γλώσσας, συνήθως αυτής που προσφέρει το σχολείο στο οποίο φοιτά το παιδί, δηλαδή της γαλλικής ή της γερμανικής.

«Ένα χαρτί»

Με βάση πάντα το ίδιο το παιδί και την κλίση που μπορεί να έχει (ή να μην έχει) στην αγγλική γλώσσα, με μια σωστή οργάνωση προγράμματος, θεωρητικά είναι δυνατή η απόκτηση του Lower στη δεύτερη ή στην τρίτη τάξη του γυμνασίου και η απόκτηση του Proficiency (ή έτερου πιστοποιητικού επάρκειας γνώσης της γλώσσας) δύο χρόνια μετά, ιδανικά πριν από την έναρξη της έντονης προετοιμασίας του παιδιού για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Με τον τρόπο αυτόν, το παιδί θα ολοκληρώσει τη σχολική του εκπαίδευση έχοντας την επάρκεια γνώσης των αγγλικών και στα φοιτητικά ή στα πρώτα επαγγελματικά του χρόνια θα μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του σε μια δεύτερη ξένη γλώσσα και να προχωρήσει στην εκμάθηση μιας τρίτης ή και μιας τέταρτης. Προσοχή: Υπάρχουν γονείς που πιέζουν τα παιδιά τους να «πηδήξουν» τάξεις και να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στην αγγλική στο τέλος του γυμνασίου και στη δεύτερη γλώσσα στην πρώτη ή στη δευτέρα λυκείου. Κάτι τέτοιο δεν προτείνεται, καθώς τα παιδιά είναι ακόμα πολύ μικρά για να αντιληφθούν τα νοήματα και να αφομοιώσουν σε ικανοποιητικό ποσοστό τα όσα διδάσκονται. Αντιθέτως, γεμίζουν με άγχος προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν στις γονεϊκές απαιτήσεις. Οι γονείς πρέπει να αντιληφθούμε ότι η ουσιαστική εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας δεν αποκτάται με ταχύρρυθμα μαθήματα και παπαγαλία, αλλά  απαιτεί κριτική σκέψη και βαθιά ενασχόληση, που δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από ένα δεκατριάχρονο παιδί, όσο και να θέλουμε να πάρει το «χαρτί» στα χέρια του το νωρίτερο δυνατόν. Με άλλα λόγια, το κυνήγι πιστοποιητικών γλωσσομάθειας δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με την αληθινή μόρφωση. Ας είμαστε, λοιπόν, προσεκτικοί και ας καθοδηγούμε τα παιδιά μας, χωρίς, όμως, να τα καταπιέζουμε.

Ευχαριστούμε την καθηγήτρια ξένων γλωσσών κ.Βιβή Ζιανίκα για τις χρήσιμες πληροφορίες που μας έδωσε.