ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΝΙΓΓΙΤΙΔΑ

Η μηνιγγίτιδα είναι μία από τις παιδικές ασθένειες που τρομάζει τους γονείς και μόνο στο άκουσμά της – ίσως όχι άδικα καθώς δεν διαγιγνώσκεται εύκολα, τα συμπτώματά της μοιάζουν με εκείνα της γρίπης αλλά δεν… είναι και οι επιπλοκές που μπορεί να προκαλέσει είναι βαριές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μη αναστρέψιμες ή και μοιραίες. Μέχρι πρότινος τρόμαζε και τους επιστήμονες καθώς δεν μπορούσαν να παρασκευάσουν εμβόλιο που να καλύπτει όλα τα επικίνδυνα στελέχη του μηνιγγιτιδόκοκκου. Πλέον, τα νέα από το «μέτωπο» των εμβολίων είναι αισιόδοξα καθώς στα σκευάσματα που προστατεύουν από τις οροομάδες (A, C, W-135 και Y) του μηνιγγιτιδόκοκκου, προστέθηκε και ένα ακόμη σκεύασμα που προστατεύει από την πιο απειλητική και επιθετική οροομάδα Β του μικροβίου του μηνιγγιτοδόκοκκου.
Ο εμβολιασμός αναδεικνύεται στο πιο σημαντικό «όπλο» που έχουν στη διάθεσή τους οι επιστήμονες και οι γονείς για να προστατεύσουν τους λιλιπούτειους από τις «επιθέσεις» των μικροβίων της μηνιγγίτιδας. Εξίσου σημαντικό «όπλο» παραμένει βεβαίως και η γνώση του «εχθρού» ώστε να είναι έγκαιρη και αποτελεσματική η αντιμετώπισή του.

Τι είναι η μηνιγγίτιδα και ποιους απειλεί

Η μηνιγγίτιδα είναι φλεγμονή των μηνίγγων του εγκεφάλου και μπορεί να προκληθεί τόσο από μικρόβια όσο και από ιούς – πρόκειται για την ιογενή και τη μικροβιακή, αντιστοίχως. Η ιογενής μηνιγγίτιδα προκαλείται από ιούς, κυρίως εντεροϊούς, αναπνευστικούς, της ανεμοβλογιάς, της ιλαράς ή της παρωτίτιδας. Η νόσος δεν μεταδίδεται από άτομο σε άτομο, μεταδίδεται όμως ο ιός και ανάλογα με τον οργανισμό όπου εισβάλλει προκαλεί απλή ίωση, γρίπη, μηνιγγίτιδα κ.ο.κ. Η ιογενής είναι πιο συχνή, ιδίως στη σχολική ζωή των παιδιών, αλλά και λιγότερο σοβαρή, και τα αντιβιοτικά δεν μπορούν να προσφέρουν στην αντιμετώπισή της.
Η μικροβιακή ή βακτηριακή μηνιγγίτιδα είναι λιγότερο συχνή, αλλά είναι πιο σοβαρή και χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση με αντιβιοτικά. Εκδηλώνεται μετά την προσβολή του οργανισμού από μηνιγγιτιδόκοκκο, πνευμονιόκοκκο ή αιμόφιλο ινφλουέντσας τύπου b. Η βακτηριακή μηνιγγίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές βλάβες, όπως κώφωση, νοητική υστέρηση, κινητικές διαταραχές κ.λ.π. ενώ αποδεικνύεται μοιραία σε κάποιες περιπτώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα περίπου πέντε περιστατικά που καταλήγουν κατά μέσο όρο κάθε χρόνο στη χώρα μας έχουν εκδηλώσει βακτηριακή μηνιγγίτιδα. Ο τρόπος για να διαπιστωθεί αν η μηνιγγίτιδα είναι ιογενής ή μικροβιακή (τα συμπτώματα μοιάζουν) είναι οι εργαστηριακές εξετάσεις.
Τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Αναφοράς Μηνιγγίτιδας δείχνουν ότι η μηνιγγίτιδα επιμένει. Συνολικά, το 2013 αναφέρθηκαν 688 κρούσματα μηνιγγίτιδας, εκ των οποίων τα 348 ήταν ιογενή. Το 2012 δηλώθηκαν 618 κρούσματα, εκ των οποίων τα 294 ιογενή. Το 2011 καταγράφηκαν  συνολικά 477 κρούσματα μηνιγγίτιδας. Το έτος 2010 ο αριθμός των περιστατικών είχε ανέλθει σε 531, ενώ ποσοστό 7% αυτών είχαν μοιραία έκβαση. Κατά το διάστημα 1998 -2011, οπότε τηρείται το σχετικό αρχείο από το Εθνικό Κέντρο Αναφοράς Μηνιγγίτιδας, έχουν καταγραφεί συνολικά 1.952 περιστατικά της νόσου. Από την ανάλυση των κρουσμάτων στις μικρές ηλικίες (έως 9 ετών) προκύπτει ότι τα περισσότερα καταγράφηκαν στα παιδιά ηλικίας μικρότερης των δύο ετών. 

Ποια είναι τα συμπτώματα της μηνιγγίτιδας 

Η ομοιότητα των συμπτωμάτων της μηνιγγίτιδας με εκείνων της γρίπης την καθιστά μια δύσκολη νόσο και για τους ειδικούς, τους παιδιάτρους που καλούνται να διαγνώσουν και να αντιμετωπίσουν τυχόν περιστατικά της νόσου. «Τα συμπτώματα μοιάζουν αρκετά με αυτά της γρίπης, με αποτέλεσμα συχνά να είναι δύσκολο για τον γιατρό να κάνει την ορθή διάγνωση, ειδικά στα πρώιμα στάδιά της. Τρία είναι τα κλασικά σημεία της μηνιγγίτιδας: υψηλός πυρετός, πονοκέφαλος και δυσκολία στην κάμψη του αυχένα. Αυτά όμως παρατηρούνται συνήθως σε άτομα ηλικίας πάνω των δύο χρόνων. Άλλα συμπτώματα είναι: ναυτία, εμετοί, έντρομο βλέμμα, φωτοφοβία, υπνηλία ή έντονη ανησυχία. Στα βρέφη και στα νεογνά η συμπτωματολογία είναι πιο ασαφής: έντονη ανησυχία, βραδύτητα στη συμπεριφορά, εμετοί ή άρνηση τροφής. Τα συμπτώματα αυτά μπορούν να εκδηλωθούν μέσα σε διάστημα μερικών ωρών μέχρι μιας ή δύο ημερών» εξηγεί η παιδίατρος-λοιμωξιολόγος, ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, κυρία Μαρία Θεοδωρίδου-Παπαγρηγορίου. Ωστόσο, από την κλινική εξέταση ο γιατρός δεν μπορεί να καταλάβει εάν πρόκειται για ιογενή ή για μικροβιακή μηνιγγίτιδα, καθώς απαιτούνται εργαστηριακές εξετάσεις στο νοσοκομείο.

Είναι η μηνιγγίτιδα μεταδοτική;  

Άνθρωποι όλων των ηλικιών μπορούν να προσβληθούν από τη μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο, αλλά βρέφη, νήπια, έφηβοι και νεαροί ενήλικες αποτελούν τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς. Η μετάδοση μπορεί να γίνει με τον βήχα, το φτέρνισμα και την άμεση σωματική επαφή, όπως το φιλί. Η διασπορά των μικροβίων μπορεί να γίνει και με κοινή χρήση διαφόρων σκευών ή αντικειμένων. Επίσης, ο συνωστισμός, π.χ. στους παιδικούς σταθμούς, στα σχολεία, στις κατασκηνώσεις, στους κοιτώνες μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες μετάδοσης. Μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν πάντως τα άτομα που βρίσκονται σε παρατεταμένη επαφή (για τουλάχιστον 5 ώρες την ημέρα τις προηγούμενες 7 ημέρες από την εκδήλωση της νόσου) με τον ασθενή, άτομα δηλαδή που ζουν στην ίδια οικογένεια, ή παιδιά που παρακολουθούν σε βρεφονηπιακό σταθμό ή σχολείο.

Θωράκιση με τον εμβολιασμό 

Η ιογενής μηνιγγίτιδα μπορεί να προληφθεί με τα μέτρα ατομικής υγιεινής, δηλαδή το καλό πλύσιμο των χεριών, τον αερισμό των χώρων, την αποφυγή συγχρωτισμού για τις ευαίσθητες ομάδες πληθυσμού, όπως τα μωρά και τα παιδιά. Η βακτηριδιακή μηνιγγίτιδα προλαμβάνεται με εμβολιασμό. Τα υπάρχοντα εμβόλια του αιμόφιλου ινφλουέντσας τύπου b, του μηνιγγιτιδόκοκκου και του πνευμονιόκοκκου, τα οποία έχουν εισαχθεί σε εθνικά προγράμματα εμβολιασμού ανά τον κόσμο όπως και στη χώρα μας, έχουν σώσει πολλές ζωές παιδιών την τελευταία δεκαετία. Για τον μηνιγγιτιδόκοκκο υπάρχουν εμβόλια για τους τύπους Α και C καθώς και το πολυδύναμο για τους τύπους Α, C, Υ και W-135.
Για τον μηνιγγιτιδόκοκκο όμως της ομάδας Β μέχρι και τον περασμένο Μάρτιο δεν υπήρχε διαθέσιμο εμβόλιο – επί είκοσι χρόνια οι επιστήμονες προσπαθούσαν να αναπτύξουν το εμβόλιο για τη μηνιγγίτιδα Β, αλλά το ότι επρόκειτο για μια ομάδα χιλιάδων στελεχών του βακτηρίου της μηνιγγίτιδας με λεπτές διαφορές μεταξύ τους, καθιστούσε πολύ δύσκολη την ανάπτυξη του εμβολίου. Το νέο σκεύασμα -με την εμπορική ονομασία Bexsero- προσφέρει προστασία έναντι του μηνιγγιτιδόκοκκου οροομάδας B καλύπτοντας το κενό που υπήρχε στη δημόσια υγεία. Σημειωτέον ότι η οροομάδα τύπου Β του μηνιγγιτιδόκοκκου ευθύνεται για το 90% των περιστατικών της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.
Οι ειδικοί συνιστούν τον εμβολιασμό των βρεφών σε τέσσερις δόσεις (2ο, 4ο, 6ο και 12ο μήνα ζωής), ενώ τα παιδιά και οι έφηβοι (και οι ενήλικοι) μπορούν να το κάνουν σε δύο δόσεις. «Αγκάθι» παραμένει η αποζημίωσή του καθώς το εμβόλιο για τον μηνιγγιτιδόκοκκο Β δεν έχει ενταχθεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού, με αποτέλεσμα πολλοί γονείς να μην εμβολιάζουν τα παιδιά τους. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομότιμης καθηγήτριας κυρίας Θεοδωρίδου-Παπαγρηγορίου, «από τον εμβολιασμό θα μπορούσαν να ωφεληθούν περίπου 1,5 εκατομμύριο παιδιά και έφηβοι στην Ελλάδα και τα μέλη των οικογενειών τους».