ΚΑΘ’ΥΨΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Η ερώτηση «πόσο θα ψηλώσει το παιδί μου;» διεκδικεί τον τίτλο της πιο συχνής ερώτησης που δέχονται οι παιδίατροι, είτε πρόκειται για νεογέννητα είτε για… εφήβους, ενώ ακόμη κι αν δεν διατυπώνεται φωναχτά είναι βέβαιον ότι μας απασχολεί ως γονείς που θέλουμε να μεγαλώνουμε γερά παιδιά.

Μπορεί κάποιες φορές να είμαστε βιαστικοί και να «βλέπουμε» τον… γίγαντα από το παρκοκρέββατο ή τα… προγνωστικά μας να βασίζονται κυρίως στην σύγκριση με τους συμμαθητές του στην παρέλαση, αλλά είναι επίσης βέβαιον ότι –όταν η λογική κυριαρχεί- κατανοούμε ότι τα παιδιά έχουν πολύ δρόμο να διανύσουν μέχρι να ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους καθώς και ότι η βρεφική τους σωματική τους διάπλαση δεν αποκαλύπτει και πολλά από τη μελλοντική τους εμφάνιση.

«Tο χαμηλό ανάστημα μερικές φορές είναι πράγματι μία πρώτη ένδειξη για αρκετές παθήσεις» λέει στο Ταλκ η παιδο-ενδοκρινολόγος κυρία Μαρία Καράντζα, προσθέτοντας ότι «για το λόγο αυτόν είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ποιο είναι το φυσιολογικό ανάστημα στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού». Για την ακρίβεια, αυτό που πρέπει να κάνουμε ως γονείς είναι να επισκεπτόμαστε τον παιδίατρο, ώστε να ελέγχει ότι το παιδί μεγαλώνει με φυσιολογικούς ρυθμούς, μετρώντας το ύψος, την περίμετρο του κεφαλιού του και το σωματικό βάρος.

«Ακρογωνιαίος λίθος για τη σωστή μέτρηση του αναστήματος αποτελούν οι καμπύλες ανάπτυξης ύψους και βάρους σώματος, οι οποίες καταγράφονται στο βιβλιάριο υγείας των παιδιών» εξηγεί η ειδικός. «Σε κάθε παιδί θα πρέπει τουλάχιστον 2 φορές το χρόνο να καταγράφεται το σωματικό ύψος και το βάρος στις καμπύλες ανάπτυξης και να υπολογίζεται ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης. Ο υπολογισμός αυτός είναι εξαιρετικά χρήσιμος στη διαγνωστική προσέγγιση του κοντού παιδιού. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα παιδιά μετά την ηλικία των 2 ετών ψηλώνουν περίπου 5 εκατοστά ανά έτος, μπορούμε να αναγνωρίσουμε το παιδί με ανεπαρκή ταχύτητα ανάπτυξης, που χρειάζεται άμεση παραπομπή και ειδικές εξετάσεις, από το παιδί που αναπτύσσεται φυσιολογικά, αλλά είναι απλώς μικροκαμωμένο» λέει η κυρία Καράντζα.

Το ύψος του παιδιού πρέπει να ελέγχεται μια φορά το χρόνο από τα τρία έως τα 10 χρόνια του, και η συμβουλή του γιατρού συνιστάται όταν αίφνης καταγράφεται μείωση του ρυθμού  με τον οποίο ψηλώνει το παιδί. Η είσοδος στην εφηβεία επηρεάζει σημαντικά την ανάπτυξη των παιδιών, του ύψους συμπεριλαμβανομένου. Τα αγόρια μπορεί να πάρουν μέχρι 25 πόντους μεταξύ 11 και 13 ετών. Στα κορίτσια αυτό μπορεί να συμβεί νωρίτερα, λόγω εμμήνου ρήσεως, μεταξύ 9-13 ετών, διάστημα κατά το οποίο μπορεί να ψηλώσουν έως και 22 εκατοστά.

height predictor

Τι μπορεί να επηρεάσει το ύψος του παιδιού

Ο κληρονομικός παράγοντας παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ύψους του παιδιού. Το γενετικό υλικό που έχει «κληρονομήσει» το παιδί προδιαγράφει ως έναν βαθμό την πορεία της ανάπτυξης του. Ο παιδοενδοκρινολόγος μέσω ενός απλού μαθηματικού τύπου μπορεί να υπολογίσει με βάση τα ύψη  των γονέων το «γενετικό ύψος-στόχο» του παιδιού, δηλαδή το αναμενόμενο τελικό του ύψος με βάση το γενετικό του δυναμικό. Σύμφωνα με την κυρία Καράντζα, η κυριότερη αιτία χαμηλού αναστήματος είναι το γενετικά χαμηλό ανάστημα, δηλαδή το ανάστημα που είναι μεν χαμηλό, αλλά βρίσκεται μέσα στο αναμενόμενο για το «γενετικό ύψος-στόχο» και με φυσιολογική ταχύτητα ανάπτυξης. Μάλιστα, η ειδικός επισημαίνει ότι αυτές οι περιπτώσεις δεν χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση καθότι αποτελούν κληρονομικό χαρακτηριστικό.
Ο κληρονομικός παράγοντας θεωρείται ο πιο βασικός για το ύψος του παιδιού, υπάρχουν όμως και άλλοι σημαντικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες που προσδιορίζουν σε ποιο ύψος θα σταματήσει η ανάπτυξη, όπως η διατροφή, η άσκηση, ο ύπνος και η γενική καλή κατάσταση του οργανισμού. Οι ειδικοί γνωρίζουν σήμερα πως δεν υπάρχουν μαγικοί τρόποι που μπορούν να αυξήσουν το ύψος πέραν από το γενετικά καθορισμένο, αλλά η  έλλειψη κάποιων τροφίμων, η μειωμένη φυσική δραστηριότητα, ο ανεπαρκής ύπνος και ο μη τακτικός έλεγχος της υγείας μπορεί να αναστείλει την ανάπτυξη του παιδιού, άρα και το μέγιστο δυνατό ύψος του.
Άλλος παράγοντας που επηρεάζει το χαμηλό ανάστημα είναι η «ιδιοσυστασιακή καθυστέρηση ανάπτυξης και ενήβωσης». Με αυτόν τον επιστημονικό όρο περιγράφονται τα παιδιά που έχουν φυσιολογική ταχύτητα ανάπτυξης, αλλά με μεγάλη χρονική καθυστέρηση. Αφορά κυρίως αγόρια που θα εισέλθουν στην εφηβεία αργότερα και θα ολοκληρώσουν την ανάπτυξή τους αργότερα. Πρόκειται, για παράδειγμα, για κορίτσια που θα έχουν περίοδο μετά τα 14 και θα ψηλώνουν μέχρι τα 16-17 έτη, ή για αγόρια που θα ψηλώνουν και μετά το τέλος των μαθητικών τους χρόνων, στο πανεπιστήμιο ή στον στρατό.

MS_484_6979130

Πότε χρειάζεται ενδοκρινολόγος; 

Τα παιδιά που έχουν χαμηλή ταχύτητα ανάπτυξης, λιγότερα από 5 εκατοστά  το χρόνο, θα παραπεμφθούν από τον παιδίατρο σε παιδο-ενδοκρινολόγο. Ο ειδικός θα πάρει το ιστορικό του παιδιού, το ανάστημα τον γονέων, θα κάνει κλινική εξέταση και θα ζητήσει εργαστηριακές εξετάσεις. Συγκεκριμένα, πρόκειται για αιματολογικές εξετάσεις και για ακτινογραφία άκρας χειρός που επιτρέπει τον προσδιορισμό της οστικής ηλικίας του παιδιού. «Πιθανά ενδοκρινολογικά αίτια που θέλουμε να αποκλείσουμε είναι η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα (υποθυρεοδεισμός), η ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης, η υπερρέκριση κορτιζόλης (σύνδρομο Cushing)» εξηγεί η κυρία Κατράντζα. Επίσης, απαραίτητο θεωρεί  να αποκλειστούν παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος που μέσω κακής απορρόφησης εμποδίζουν την σωστή ανάπτυξη του παιδιού (κοιλιοκάκη-αλλεργία στη γλουτένη, φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, κ.α.), παθήσεις των νεφρών, συστηματικά νοσήματα όπως και ορισμένα γενετικά σύνδρομα που σχετίζονται με χαμηλό ανάστημα (σύνδρομο Turner, σύνδρομο Noonan,  σύνδρομο Prader-Willi, κ.α.). Ειδικότερες εξετάσεις για προσδιορισμό επιπέδων αυξητικής ορμόνης (καμπύλες αυξητικής ορμόνης) δεν αποτελούν δοκιμασίες πρώτης γραμμής, διευκρινίζει η γιατρός, και πρέπει να γίνονται μετά από πιο μακροχρόνια ενδοκρινολογική παρακολούθηση. Η αντιμετώπιση και η αγωγή θα εξαρτηθούν από το αίτιο που προκαλεί το χαμηλό ανάστημα.

Με τη συνεργασία της ενδοκρινολόγου κυρίας Μαρίας Καράντζα.