ΑΝΑΒΟΥΝΕ ΦΩΤΙΕΣ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ, Τ’ ΑΪ-ΓΙΑΝΝΗ…

ΚλήδοναςΟ Κλήδονας είναι ένα πολύ παλιό έθιμο και το συναντάμε σε πολλά μέρη της Ελλάδας, αλλά απαντά με μικρές αλλαγές και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η 24η Ιουνίου είναι από τις μεγαλύτερες καλοκαιρινές γιορτές της ελληνικής παράδοσης, αφού η γιορτή του Αϊ Γιάννη του Κλήδονα (ή Ριγανά, ή Ριζικάρη) συνοδεύεται από το παραδοσιακό έθιμο με το πέρασμα πάνω από τις φωτιές, το βράδυ της παραμονής της. Μία ή τρεις φωτιές ή κάψαλα ή φανούς ανάβουν με καλαμιές ή παλιοκοφίνια, σε όλους τους μαχαλάδες.  Η κάθε γειτονιά προσπαθεί να ανάψει την μεγαλύτερη φωτιά, πάνω από τις οποίες πηδάνε όλοι οι κάτοικοί της.  Πάνω στις φωτιές ρίχνουν και τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς ή το στεφάνι του Άι-Γιάννη της περασμένης χρονιάς, ενώ τη στάχτη τη μεταχειρίζονται για αποτρεπτικούς και μαντευτικούς σκοπούς. Κρατώντας μια πέτρα πάνω από το κεφάλι τους πηδάνε με γέλια και φωνές πάνω από τις φλόγες τρεις φορές. Το πήδημα πάνω από τις φλόγες ήταν για τους αρχαίους ένα έθιμο καθαρτήριο και «διαβατήριο». Μ’ αυτόν τον τρόπο καθαρίζονταν, με τη δύναμη της φωτιάς, κι έτσι, οι άνθρωποι απαλλαγμένοι από κάθε κακό να μπουν καθαροί και ακμαίοι στη νέα περίοδο του χρόνου. Ένα χαρούμενο και διαχρονικό έθιμο που κατάφερε τόσους αιώνες, να επιζήσει και που ενώνει αιώνες και γενιές.

kapsala_1986

Ο Άι-Γιάννης λέγεται και Ριζικάρης αφού η παράδοση λέει ότι φέρνει τύχη και γι’ αυτό έπρεπε από την παραμονή οι κάτοικοι του χωριού να έχουν τακτοποιήσει όλες τις οικιακές δουλειές τους.

Επίσης ο Αϊ Γιάννης αποκαλείται και Ριγανάς, επειδή την ημέρα αυτή έβγαιναν και μάζευαν ρίγανη, η οποία έπρεπε να συλλεχθεί πρωί πρωί, πριν από την ανατολή του ηλίου, αφού πίστευαν, ότι έτσι είχε μαγική δύναμη.

SAMSUNG DIGIMAX D530

Το προσωνύμιο «Κλήδονας» προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «κλήδων» που σημαίνει προγνωστικός ήχος και χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει τον συνδυασμό των τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής. Ουσιαστικά ο «Kλήδονας» σχετίζεται με μια λαϊκή μαντική διαδικασία, η οποία λέγεται ότι αποκαλύπτει στις άγαμες κοπέλες την ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου.

klidonas1-620x330

Σύμφωνα με το έθιμο, την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, οι ανύπανδρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού, όπου αναθέτουν σε κάποιο μέλος της συντροφιάς, συνήθως σε μια «Μαρία», της οποίας και οι δύο γονείς είναι εν ζωή, να φέρει από το πηγάδι ή την πηγή το «αμίλητο νερό». Η ονομασία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η εν λόγω κοπέλα και η συνοδεία της πρέπει να ολοκληρώσουν την αποστολή αυτή, τηρώντας απόλυτη σιωπή. Στο σπίτι το νερό μπαίνει σε πήλινο δοχείο, στο οποίο η κάθε κοπέλα ρίχνει ένα προσωπικό της αντικείμενο, το λεγόμενο ριζικάρι, και στη συνέχεια σκεπάζουν το δοχείο με κόκκινο ύφασμα και το δένουν γερά με ένα κορδόνι (το κλειδώνουν), ενώ παράλληλα προσεύχονται στον Αϊ Γιάννη, απαγγέλοντας στιχάκια:

Κλειδώνουμε τον κλήδονα μ’ ένα μικιό κλειδάκι
κι απόης τον αφήνουμε έξω στο φεγγαράκι

Σήμερα που ‘ναι τα’ Αι Γιαννιού του Θιου ζητώ μια χάρη
Του χρόνου σαν και σήμερα να γίνουμε ζευγάρι

Σήμερα που ‘ναι τα Αι Γιαννιού βάλε αρχή κερά μου
Του χρόνου σαν και σήμερα να σ’ έχω αγκαλιά μου

Ε Γλυκοπαναγία μου, που ‘σαι στη γειτονιά σου
Ζευγάρισέ το μήλο μου, να σ’ άφτω τα κεριά σου

Στο όνομα σου ορκίζομαι στο κλήδονα επάνω
αν δεν σε κάνω ταίρι μου καλιά ‘χω να πεθάνω

Μήλο ‘βαλα στον κλήδονα κι είναι και μυρωδάτο
Κι αν δεν σε πάρω θα γενεί ο κόσμος άνω κάτω.

img_20150624_195824

Έπειτα, οι κοπέλες τοποθετούν το δοχείο σε ανοιχτό χώρο, όπου μένει όλη νύχτα, υπό το φως των αστεριών. Την ίδια εκείνη νύχτα λέγεται ότι τα κορίτσια θα δουν στα όνειρά τους το μελλοντικό τους σύζυγο.

Ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού, αλλά πριν βγει ο ήλιος – ώστε να μην εξουδετερωθεί η μαγική επιρροή των άστρων-, η υδροφόρος νεαρή της προηγουμένης φέρνει μέσα στο σπίτι το αγγείο. Το μεσημέρι, ή το απόγευμα, συναθροίζονται πάλι οι ανύπανδρες κοπέλες. Αυτήν τη φορά όμως στην ομήγυρη μπορούν να συμμετέχουν και παντρεμένες γυναίκες, συγγενείς και γείτονες και των δύο φύλων, καλεσμένοι για να παίξουν το ρόλο μαρτύρων της μαντικής διαδικασίας. Καθισμένη στο κέντρο της συντροφιάς, η «Μαρία» ανοίγει τον κλήδονα.

«Ανοίγουμε τον κλήδονα με τ’ Αγιαννιού την χάρη,
και όποια έχει καλό ριζικό σήμερα ναν το πάρει».

Και ανασύρει ένα-ένα από το αγγείο τα αντικείμενα, που αντιστοιχούν στο «ριζικό» κάθε κοπέλας, απαγγέλλοντας ταυτόχρονα δίστιχα, είτε όπως τα θυμάται, είτε από συλλογή τραγουδιών ή ακόμη από ημεροδείκτες. Το δίστιχο που αντιστοιχεί στο αντικείμενο της κάθε κοπέλας θεωρείται ότι προμηνύει το μέλλον της και σχολιάζεται από τους υπόλοιπους, που προτείνουν τη δική τους ερμηνεία σε σχέση με την ενδιαφερόμενη.

Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε μερικά στιχάκια που ακούγονταν:

Πρώτης της καλότυχης,Καλά θα πάνε ούλα Γαμπρός πάει γυρεύοντας Λεβέντης με σακούλα.

Καρδιά μου ήσουν λεύτερη , Ποιος σου ʽπε να ʽγαπήσεις Εκεί που ʽσουν βασίλισσα, Σκλάβα να καταντήσεις.

Ούλοι στραβή σε λένε πια, Μα εσύ αλληθωρίζεις Το βόδι απʼ το γάιδαρο, Δεν το ξεχωρίζεις.

Κάθε λεπτό στον ύπνο μου, Σε σκέφτομαι μικρή μου Και έτσι μου κάνεις όμορφη ,Την ψεύτικη ζωή μου.

Σα φουρτουνιάσει η θάλασσα,Και βγούνε τα χταπόδια Τότε και εσύ θα παντρευτείς Με τα στραβά σου πόδια.

Η μάνα σου έχει κεφαλή Παλιά και σκουριασμένη Μην την ακούς γιατί θα βγεις Μεσʼ στη ζωή χαμένη.

Σʼ άλλη καμιά δε μοιάζουνε Τα μάτια τα δικά σου Και θέλω να τʼ αρνηθώ Μα με τραβούν κοντά σου.

Σα μάθει ο σκύλος γράμματα Κι η γάτα να διαβάζει Τότε και συ θα παντρευτείς Να κάνει ο κόσμος χάζι.

Προς το σούρουπο, όταν τελειώσει η μαντική διαδικασία, η κάθε κοπέλα γεμίζει το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό και στέκεται μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο, έως ότου ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Λυτό πιστεύεται ότι θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί. Μετά το τέλος όλης αυτής της διαδικασίας στήνεται μεγάλο γλέντι στο οποίο συμμετέχει όλο το χωριό.

Τα έθιμα αυτά της υπαίθρου είναι παγανιστικής προελεύσεως, που καταδικάζονταν ανέκαθεν από την Εκκλησία και τείνουν να εκλείψουν σε μια εποχή έντονης αστικοποίησης. Αν και τα έθιμα που τα κρατούσε ζωντανά στην πόλη η «γειτονιά» σιγά-σιγά λησμονιούνται, οι παλαιότεροι δεν μπορούν να ξεχάσουν τις παιδικές αναμνήσεις και τα πηδήματα πάνω από τις φωτιές τ’ Αϊ Γιάννη. Αναμνήσεις που αναβιώνουν κάθε φορά που ακούγονται τραγούδια όπως εκείνο του Λευτέρη Παπαδόπουλου για ‘κείνο το Σάββατο κι απόβραδο στην Αριστοτέλους που «φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους/ τ’ Αϊ Γιάννη θα ‘τανε θαρρώ.» Ή εκείνο το άλλο του Μάνου Ελευθερίου: «Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές,/ του Αϊ Γιάννη/ Αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μού λες/ που ‘χουν πεθάνει»…