ΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΟΚΟΡΕΣ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ: «ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΚΥΡ-ΒΟΡΙΑΣ»

Το Κορίτσι και ο κυρ-ΒοριάςΟι αγαπημένες μας Παραμυθοκόρες επιστρέφουν στο Τaλκ για να μας αφηγηθούν το παραμύθι “Το Κορίτσι και ο κυρ-Βοριάς” 

Πριν από την αφήγηση: Είναι χειμώνας και καμιά φορά ο αέρας λυσσομανάει παγωμένος και μας κάνει να τυλιγόμαστε στα παλτό μας. Καμία φορά χτυπάει κάποιο κλαδί πάνω στο τζάμι ή ταρακουνάει τις τέντες και κάνει τα παιδιά να φαντάζονται τέρατα έξω από το δωμάτιό τους. Να μιαν ευκαιρία να μιλήσουμε για το φαινόμενο του αέρα και τη σημασία του στη ζωή μας. Και να μιλήσουμε και για κάτι κάτι άλλο σημαντικό στη ζωή μας.
Όπως ο αέρας φυσάει και παρασέρνει με τη δύναμή του τα πράγματα και μπορεί να μας πάρει τα ρούχα από την απλώστρα, να σπάσει την ομπρέλα, να ρίξει τη γλάστρα, έτσι καμιά φορά και η ζωή μας παίρνει πράγματα, μας τα σπάει, μας τα χαλάει. Και τότε νιώθουμε μια θλίψη…
Ας μιλήσουμε με τα παιδιά για αυτή τη θλίψη που νιώθουμε όταν χάνουμε κάτι. Ας το αγκαλιάσουμε και ας το αποδεχτούμε αυτό το συναίσθημα. Έχει και αυτό την αξία του και τη θέση του. Και ας θυμηθούμε μαζί ότι όπως ο αέρας μπορεί να μας πάρει κάτι, έτσι μπορεί να φυσήξει κάτι καινούριο προς τα εμάς. Ένα σποράκι που θα φυτρώσει στον κήπο, ένα φύλλο που στροβιλίζεται, μια μυρωδιά ή μια μουσική.
Και μαζί διαβάστε την ιστορία ενός κοριτσιού που αν και έχασε αυτό που είχε, δεν το έβαλε κάτω και κέρδισε πολλά περισσότερα. 

Το Κορίτσι και ο κυρ-Βοριάς
Μια φορά και έναν καιρό, στις χώρες του παγωμένου Βορρά, εκεί που όλα είναι καλυμμένα με πάγο και χιόνι, ζούσε ένα κορίτσι. Ζούσε ένα κορίτσι με τη μαμά της σε ένα μικρό σπιτάκι. Φτωχή οικογένεια ήταν. Δεν είχαν πολλά πράγματα. Και όταν ερχόταν ο χειμώνας, είχαν ακόμα λιγότερα.
Μια μέρα, η μαμά της έφυγαν για τις δουλειές τους και έμεινε το κορίτσι μόνο.
«Θα της κάνω μια πίτα», σκέφτηκε, «να την βρει ζεστή ζεστή όταν γυρίσει».
Πάει στην κουζίνα, ανοίγει το ντουλάπι και βγάζει το αλεύρι. Όλη κι όλη είχαν μια κούπα μοναχά αλεύρι, τελευταία.
«Δεν πειράζει. Φτάνει για μια πίτα».
Παίρνει το αλεύρι και το βάζει σε ένα μπoλ και ύστερα γυρίζει να πάρει και τα άλλα υλικά.
Μα κείνη την ώρα, μπαίνει από το παράθυρο ένας αέρας τρομερός, κρύος και παγωμένος. Τα σήκωσε όλα στην κουζίνα, άνω κάτω τα έκανε, τα ανακάτωσε και έπειτα βγήκε από το παράθυρο και έφυγε μακριά.
Κοιτά το κορίτσι μέσα στο μπολ και τί να δει! Ο αέρας είχα πάρει μαζί του και το λιγοστό αλεύρι που είχαν.
«Και τώρα; Τώρα πώς θα φτιάξω την πίτα; Και πού θα βρούμε άλλο αλεύρι που λεφτά δεν έχουμε;»
Δάκρυα κύλησαν στα μάτια της και έκατσε στο πάτωμα με το κεφάλι μέσα στα χεράκια της. Και σαν έκλαψε και στενοχωρήθηκε, σηκώθηκε πάνω. Έβαλε τα χέρια στην μέση της και στάθηκε δυνατή.
«Δεν θα το αφήσω εγώ έτσι αυτό! Ακούς εκεί, να έρχεται ο Κυρ-Βοριάς στο σπίτι μου και να μου παίρνει το αλεύρι. Θα πάω να τον βρω και θα του πω να μου το δώσει πίσω!»
Έτσι είπε και έτσι έκανε. Φόρεσε το παλτό της, έβαλε τις μπότες της, τυλίχτηκε με το κασκόλ της, βόλεψε το σκουφάκι της και έχωσε τα χεράκια της στα γάντια. Έβαλε το ένα πόδι μπροστά στο άλλο μέσα στο χιόνι και ξεκίνησε για το παλάτι του κυρ-Βοριά.
Πήγαινε περπατούσε προχωρούσε, πήγαινε περπατούσε προχωρούσε μέχρι που έφτασε στο παλάτι του κυρ-Βοριά. Μπαίνει μέσα και τι να δει!
Το παλάτι ήταν γεμάτο με πράγματα που παρασέρνει ο κυρ-Βοριάς στα ταξίδια του. Δέντρα ξεριζωμένα, ρούχα από απλώστρες, καπέλα από κεφάλια, σπασμένες ομπρέλες όλα ανακατεμένα. Και πάνω στο θρόνο του καθόταν ο κυρ-Βοριάς.
«Βοριά και κυρ-Βοριά μου, δως μου πίσω το αλεύρι μου!»
«Το αλεύρι σου;» είπε ο κυρ-Βοριας. «Αχ, κάπου εδώ θα είναι αλλά πώς θα το βρούμε. Βλέπεις καμιά φορά δεν ελέγχω τη δύναμή μου».
«Και εμείς τί θα κάνουμε που δεν έχουμε άλλο;»
«Θα σου δώσω εγώ κάτι καλύτερο», είπε ο κυρ-Βοριάς.
Ψάχνει και βρίσκει ένα τραπεζομάντηλο.
«Αυτό δεν τρώγεται», λέει το κορίτσι.
«Αυτό το τραπεζομάντηλο είναι μαγικό. Θα του λες τα μαγικά λόγια “τραπεζομαντηλάκι, δώσε μου φαγάκι” και αυτό θα στρώνει ένα τραπέζι με όλα τα καλά».
«Ευχαριστώ!»
Βάζει το τραπεζομάντηλο στην τσέπη της και παίρνει το δρόμο για το σπίτι. Αλλά ήταν τόσο μακριά που το κορίτσι κουράστηκε και σταμάτησε σε ένα πανδοχείο. Μπαίνει και λέει στον πανδοχέα:
«Δεν έχω λεφτά να πληρώσω, αλλά έχω κάτι άλλο».
Απλώνει το κορίτσι το τραπεζομάντηλο και λέει τα μαγικά λόγια. Τα θυμάστε;
«Τραπεζομαντηλάκι, δώσε μου φαγάκι».
Και το τραπεζομάντηλο γέμισε με του κόσμου τα καλά. Φαγητά και γλυκά και φρούτα και ψωμιά.
Το βλέπει αυτό ο πανδοχέας και πολύ του άρεσε. Περίμενε να κοιμηθεί το κορίτσι. Μπαίνει τότε κρυφά στο δωμάτιο, παίρνει το τραπεζομάντηλο και βάζει ένα ίδιο στη θέση του.
Το πρωί ξυπνάει το κορίτσι, παίρνει το τραπεζομάντηλό της – ούτε που κατάλαβε ότι δεν ήταν το δικό της – και γύρισε σπίτι.
Η μαμά της ήταν στην πόρτα αναστατωμένη.
«Πού ήσουν όλο το βράδυ; Ανησύχησα τόσο πολύ!»
Το κορίτσι της τα είπε όλα. Για το αλεύρι, για τον κυρ-Βοριά, για το μαγικό τραπεζομάντηλο.
«Μαγικό; Δε σου έχω πει να μη λες ψέματα;»
«Δεν λέω ψέματα, μαμά», είπε το κορίτσι. «Να, κοίτα».
Απλώνει το κορίτσι το τραπεζομάντηλο και λέει τα μαγικά λόγια. Τα θυμάστε;
«Τραπεζομαντηλάκι, δώσε μου φαγάκι».
Αλλά το τραπεζομάντηλο… τίποτα. Έμενε άσπρο άσπρο και άδειο.
«Τραπεζομαντηλάκι, δώσε μου φαγάκι», ξαναείπε το κορίτσι.
Αλλά και πάλι τίποτα.
«Σου είπα να μη λες ψέματα. Να μην ξαναγίνει αυτό», είπε η μαμά και έφυγε για τη δουλειά της.
Δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλα του κοριτσιού και έκατσε στο πάτωμα με το κεφάλι μέσα στα χεράκια της. Και σαν έκλαψε και στενοχωρήθηκε, σηκώθηκε πάνω. Έβαλε τα χέρια στην μέση της και στάθηκε δυνατή.
«Με βρήκε ο κυρ-Βοριάς παιδάκι και νόμιζε ότι θα με κοροϊδέψει. Θα πάω να του τα πω ένα χεράκι».
Ντύθηκε και πήρε το δρόμο για το παλάτι του κυρ-Βοριά. Μπαίνει μέσα και στέκεται μπροστά στο θρόνο.
«Είναι χαλασμένο!» φωνάζει στον κυρ-Βοριά. «Το τραπεζομαντηλάκι είναι χαλασμένο!»
«Χαλασμένο; Ήμουν σίγουρος ότι δούλευε», είπε ο κυρ-Βοριάς και έξυσε το κεφάλι του με απορία. «Δεν έχω άλλο τραπεζομάντηλο αλλά έχω κάτι άλλο».
Πάει και φέρνει τότε στο κορίτσι μια κατσικούλα.
«Εντάξει καλή είναι αυτή», λέει το κορίτσι. «Θα έχουμε και φρέσκο γαλατάκι».
«Αυτή η κατσικούλα είναι μαγική. Θα της λες τα μαγικά λόγια “κατσικάκι, δώσε μου φλουράκι” και αυτή θα σου δίνει ένα χρυσό φλουρί».
«Ε, αυτό είναι ακόμα καλύτερο. Ευχαριστώ!»
Πιάνει την κατσικούλα από το σκοινί της και παίρνει το δρόμο για το σπίτι. Αλλά ήταν τόσο μακριά που το κορίτσι κουράστηκε και σταμάτησε στο ίδιο πανδοχείο. Μπαίνει και λέει στον πανδοχέα:
«Αυτή τη φορά έχω λεφτά».
Λέει τότε στην κατσικούλα τα μαγικά λόγια. Τα θυμάστε και αυτά;
«Κατσικάκι, δώσε μου φλουράκι».
Ανοίγει το στόμα της η κατσικούλα και εκεί ήταν ένα χρυσό, ολόχρυσο φλουρί.
Πολύ άρεσε στον πανδοχέα και αυτή η κατσικούλα. Περίμενε να κοιμηθεί το κορίτσι. Μπαίνει τότε κρυφά στο δωμάτιο, παίρνει την κατσικούλα και βάζει μια ίδια στη θέση της.
Το πρωί ξυπνάει το κορίτσι, παίρνει την κατσικούλα της – ούτε που κατάλαβε ότι δεν ήταν η δική της – και γύρισε σπίτι.
Η μαμά της ήταν κατακόκκινη από το θυμό της. Το κορίτσι, όμως της τα εξήγησε όλα. Για το τραπεζομάντηλο, για τον κυρ-Βοριά και τη μαγική κατσικούλα.
«Πάλι τα ίδια; Δε σου έχω πει να μη λες ψέματα;»
«Δεν λέω ψέματα, μαμά», είπε το κορίτσι. «Να, κοίτα».
Φέρνει την κατσικούλα και λέει τα μαγικά λόγια. Τα θυμάστε;
«Κατσικάκι, δώσε μου φλουράκι».
Αλλά η κατσικούλα… τίποτα. Άνοιξε το στόμα της και βέλαζε μονάχα.
«Να μην ξαναγίνει αυτό!» την προειδοποίησε η μαμά της και έφυγε για δουλειά.
Αυτή τη φορά το κορίτσι ούτε έκλαψε ούτε στενοχωρήθηκε.
«Θα του δείξω εγώ του κυρ-Βοριά. Δε θα το αφήσω να περάσει έτσι!» είπε και ετοιμάστηκε για το παλάτι του κυρ Βοριά.
Φτάνει, μπαίνει μέσα, στέκεται μπροστά στον θρόνο και βάζει τις φωνές.
«Χαλασμένη και η κατσικούλα! Δε μου λες, νομίζεις ότι μπορείς να με κοροϊδεύεις;»
«Όχι, όχι», είπε ο κυρ-Βοριάς. «Ήμουν σίγουρος ότι δούλευε. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει εδώ. Δεν μου λες, σταματάς πουθενά στο δρόμο;»
«Στον δρόμο; Ναι σταματάω σε ένα πανδοχείο και – Λες;» πονηρεύτηκε το κορίτσι.
«Έχω ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι».
Και ο κυρ-Βοριάς της έδωσε ένα ξύλο.
«Πάρε αυτό και αν κανείς πάει να σε πειράξει θα λες τα μαγικά λόγια “ξύλο, ξύλο, δώσε ξύλο” και αυτό δεν θα σταματήσει αν δεν του πεις εσύ».
«Κατάλαβα», είπε το κορίτσι και πήρε το ξύλο μαζί της.
Πήγε κατευθείαν στο πανδοχείο και ζήτησε δωμάτιο. Ο πανδοχέας της έκανε μεγάλη υποδοχή και της έδωσε το καλύτερο δωμάτιο. Αλλά το μάτι του το είχε καρφωμένο στο ξύλο που είχε μαζί της το κορίτσι.
«Αυτό πρέπει να είναι το καλύτερο από όλα» σκέφτηκε. «Ούτε που το χρησιμοποίησε».
Το βράδυ, λοιπόν, πήρε ο πανδοχέας ένα ίδιο ξύλο και μπήκε στο δωμάτιο του κοριτσιού. Έλα μου, όμως, που το κορίτσι δεν κοιμόταν. Τούτη τη φορά τον περίμενε. Και μόλις άπλωσε εκείνος το χέρι να αρπάξει το ξύλο της, πετάγεται εκείνη πάνω.
«Ξύλο, ξύλο, δώσε ξύλο», φώναξε.
Σηκώθηκε το ξύλο και άρχισε τον πανδοχέα πού σε πονεί και πού σε σφάζει.
«Ωχ, ωχ, η πλάτη μου! Ωχ, ωχ, το κεφάλι μου», φώναζε εκείνος. «Σταμάτα, σε παρακαλώ!»
«Να μου δώσεις πρώτα αυτά που μου έκλεψες!»
«Αμέσως, αμέσως το υπόσχομαι!»
«Ξύλο σταμάτα!»
Και το ξύλο σταμάτησε. Πήγε ο πανδοχέας γρήγορα γρήγορα και έφερε και το τραπεζομαντηλάκι και το κατσικάκι. Τα πήρε το κορίτσι μαζί με το ξύλο και γύρισε πίσω στο σπίτι της.
Η μαμά της ήταν έξαλλη. Αν την έπιανες από τη μύτη θα έσκαγε.
«Πού ήσουν πάλι;»
«Μαμά, μη θυμώνεις. Κοίτα τι σου έχω εγώ».
Άπλωσε το τραπεζομαντηλάκι και είπε τα μαγικά λόγια. Μήπως τα θυμάστε;
«Τραπεζομαντηλάκι, δώσε μου φαγάκι!»
Στρώθηκε τότε ένα πλούσιο τραπέζι με όλα τα καλά και η μαμά δεν πίστευε στα μάτια της! Πριν προλάβει να πει τίποτα, πιάνει το κορίτσι την κατσικούλα και λέει τα άλλα μαγικά λόγια. Για να δούμε αν τα θυμάστε και αυτά.
«Κατσικάκι, δώσε μου φλουράκι!»
Και να σου το φλουράκι! Η μαμά δεν ήξερε τι να πει.
«Αγάπη μου, καμάρι μου!» είπε και πήρε το κορίτσι αγκαλιά. «Και εγώ δεν σε πίστευα. Και αυτό το ξύλο τι κάνει;»
«Άσ’ το και θα μας χρειαστεί και αυτό», είπε το κορίτσι.
Και από τότε οι δυο τους ζούσαν χαρούμενες και ευτυχισμένες. Και φαγητό είχαν όποτε ήθελαν και όσα χρήματα χρειαζόταν. Είχαν και το ξύλο να της προστατεύει. Και το πιο σημαντικό; Έδιναν και σε αυτούς που δεν είχαν. Μοιράζονταν το φαγητό και τα λεφτά τους με όσους είχαν ανάγκη.
Και κάθε φορά που φυσούσε ο παγωμένος κυρ-Βοριάς, το κορίτσι του ψιθύριζε «ευχαριστώ».
Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Μετά την αφήγηση: Να ένα διασκεδαστικό παιχνίδι που σας έχουμε για τα κρύα απογεύματα που δεν τολμάς ούτε τη μύτη σου να βγάλεις έξω μην παγώσει. Ανακαλύψτε αντικείμενα καθημερινά μέσα στο σπίτι, φανταστείτε τι μαγικό μπορεί να κάνουν και βρείτε και τα μαγικά λόγια! Ονειρευτείτε τη ζωή σας αν ήταν αλήθεια όλα αυτά.

Οι Παραμυθοκόρες (Βασιλεία Βαξεβάνη, Αντωνία Βέλλιου, Ιφιγένεια Κακριδώνη) σας καλούν στις «Παραμυθένιες Κυριακές» τους με παραμύθια, βιβλία, μουσική και παιχνίδια στην Athens Comics Library (Καραϊσκάκη 28, Ψυρρή).
Το Κορίτσι σχεδίασε ο εικονογράφος Δημήτρης Κάσδαγλης. Μαζί με τις Παραμυθοκόρες κάνουν παραστάσεις με αφήγηση και comics.

Facebook: Paramythokores
Instagram: Paramythokores
e-mail.[email protected]

Leave a Reply