ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ [Карчата]. ΕΝΑ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟ GRAPHIC NOVEL ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Τα πουλιά«Όταν ήμουν μικρός έβλεπα τα πουλιά πάνω από το Νέβα και ήθελα να μάθω τη γλώσσα τους. Θαύμαζα το πέταγμά τους, τους σχηματισμούς τους, την ελευθερία τους. Ονειρευόμουν, μια μέρα να αρχίσω να υψώνομαι από το έδαφος των χωραφιών και να γίνομαι ένα μαζί τους. Να μιλάμε όλοι μαζί, ένα παιδί με ένα σμήνος πουλιών. Αλλά ο πατέρας μου είχε διαφορετική άποψη- φαίνεται πως τα πουλιά δεν τον μάγεψαν όσο εμένα. Αλλά εγώ θα τη μάθαινα τη γλώσσα των πουλιών ό,τι κι αν γινόταν. Θα τα κατάφερνα».Αυτά γράφει ο μικρός αφηγητής του graphic novel Τα πουλιά [Карчата], της Αναστασίας Σταματοπούλου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε εικονογράφηση του Βασίλη Κουτσογιάννη. Πρόκειται για ένα βιβλίο ιδιαίτερο για τα ελληνικά δεδομένα, με στοιχεία λαϊκής παράδοσης, αλλά και dark/goth, που αφηγείται, μέσα σε λίγες σελίδες, στις οποίες δένονται αριστοτεχνικά κείμενο και εικόνες, τη σκληρή ιστορία ενός παιδιού. Ας δούμε τι έχουν να μας πουν oι δυο δημιουργοί.Αναστασία και Βασίλη, παρακαλώ, συστηθείτε!
Α: Είμαι η Αναστασία Σταματοπούλου,19 ετών, και σπουδάζω Ιστορία και Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ. Είμαι γέννημα Αθηναία, θρέμμα Ευρωπαία και είμαι συγγραφέας απ’ ό,τι φαίνεται! Γράφω διηγήματα από όταν ήμουν μικρή.
Β: Είμαι ο Βασίλης Κουτσογιάννης, 28 χρονών, και αυτή τη στιγμή της ζωής μου είμαι εικονογράφος. Σπούδασα Αρχιτεκτονική στην Αθήνα, όπου κατοικώ. Ασχολούμαι από το 2015 με τα βιβλία, κυρίως με τα παιδικά.

Αναστασία, πώς έγραψες το κείμενο; Και πώς βρέθηκες -και δη σε τόσο μικρή ηλικία- στον Καστανιώτη και στα… χέρια του Βασίλη;
Α: Η συγγραφή του βιβλίου άρχισε πολύ νωρίς, όταν δεν ήμουν ακόμα ώριμη για να γράψω κάτι που έχει νόημα. Ξεκίνησε ως άσκηση, μια ξαφνική έμπνευση καθώς ταξίδευα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ‒έτυχε να ακούω το πανέμορφο τραγούδι των Folknery «Карчата», καθώς ένα σμήνος κοράκια πετούσε πάνω από ένα χωράφι. Αυτές οι σκέψεις παρέμειναν στο πρόχειρο για καιρό, μέχρι το 2019, όπου μέσα στη φρενίτιδα των Πανελληνίων, αποφάσισα να πάρω μέρος σε έναν διασχολικό διαγωνισμό λογοτεχνίας του λυκείου μου. Για καλή μου τύχη, και προς μεγάλη μου έκπληξη, εκεί με ανακάλυψε ο επιμελητής μας και ουσιαστικά αρχηγός αυτής της συνεργασίας, ο Βασίλης Παπαθεοδώρου, και αποφασίσαμε πως το διήγημα θα ήταν μια εξαιρετική προσθήκη στις εκδόσεις. Εντέλει, έπειτα από περιπέτειες με την πανδημία και τις εξετάσεις, κλήθηκα να διαλέξω έναν εικονογράφο που θα έβγαζε εις πέρας την αναπαράσταση των εικόνων του διηγήματος. Όταν είδα το δείγμα του Βασίλη, είχαμε άμεση σύνδεση, χωρίς να γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο.

Βασίλη, τι αισθάνθηκες διαβάζοντας το κείμενο και πώς δούλεψες ώστε να φτάσεις σε αυτό το εικαστικό αποτέλεσμα;
Β: Ένιωσα τρομερό ενθουσιασμό που θα δούλευα κάτι που πίστευα τόσο βαθιά. Δεν συμβαίνει συχνά να νιώθεις ότι αυτό που δουλεύεις έχει γραφτεί για σένα. Μιλάμε για ένα κείμενο που ο αριθμός των λέξεών του δεν δικαιολογεί το πόσο καιρό θα μείνει στο μυαλό σου και θα μονοπωλεί την σκέψη σου. Με βασανίζει από το καλοκαίρι του 2020 και ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει… Είναι κάπου σε μια γωνιά του μυαλού μου και με τσιγκλάει. Δούλεψα με πολλές αναφορές σε μουσική (Cocorosie), σινεμά (Tarkovsky) και φωτογραφία (Masahisa). Παράλληλα, είχα μια απόλυτη ελευθερία από τον Βασίλη Παπαθεοδώρου, τον αγαπητό μας editor και οργανωτή του εγχειρήματος, αλλά και από την Αναστασία. Πίστεψαν ολοκληρωτικά σε μένα και με εμπιστεύθηκαν μέχρι και στην τελευταία γραμμή που έβαλα στο βιβλίο.

Αναστασία, πες μας δυο λόγια για την ιστορία; Θεωρείς την πραγματικότητα τόσο dark όσο την περιγράφεις;
Α: Τα Πουλιά είναι ένα picture book για όλες τις ηλικίες. Περιγράφει την ιστορία ενός παιδιού, στον ποταμό Νέβα, που προσπαθεί να μάθει τη γλώσσα των πουλιών, ενώ οι γονείς του, και ιδιαίτερα ο σκληρός πατέρας του, δεν συμφωνούν. Η αλήθεια είναι πως όταν το πρωτοέγραψα δεν είχα σκοπό η ιστορία να εξελιχθεί τόσο σκοτεινή, αλλά το ακριβώς αντίθετο ‒να δώσει ελπίδα και φτερά. Η αρχική ιδέα ήταν γλυκιά, αν και η dark αισθητική είναι πανταχού παρούσα στα διηγήματα μου. Αυτό που με έκανε να αλλάξω γνώμη για την τροπή του, ήταν μια δική μου απότομη εμπειρία, μια αντίστοιχη «απότομη προσγείωση». Παρόλα αυτά, θα ήθελα να πω, και ιδιαίτερα επειδή το βιβλίο απευθύνεται και σε μικρότερης ηλικία αναγνωστικό κοινό, πως υπάρχουν τέτοιες οικογένειες, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι που θέλουν να σου κόψουν τα φτερά. Τα παιδιά, όμως, πρέπει να βρουν τρόπο να πετάξουν ακόμα και με ραγισμένες φτερούγες.

Αναστασία, σε ποιους απευθυνόσουν όταν έγραφες το κείμενο; Είχες κάποιον ιδανικό αναγνώστη; Βλέποντας, το βιβλίο τυπωμένο, σε ποιον και γιατί θα πρότεινες να το διαβάσει; Κι εσύ, Βασίλη, σε ποιον απευθυνόσουν δουλεύοντας το κείμενο, αλλά και βλέποντας το βιβλίο, σε ποιον θα το πρότεινες;
Α: Αρχικά, το κείμενο είχε ως προορισμό τον εαυτό μου. Πολλές φορές γράφω αποσπάσματα ή «άκυρες» σκέψεις, μόνο και μόνο γιατί θέλω να τις καταλάβω καλύτερα εγώ. Ίσως αποτελούσε έναν μηχανισμό άμυνας για εμένα, παρόλο που σε καμία περίπτωση δεν βίωσα κάτι αντίστοιχο με τον μικρό ήρωα. Έπειτα, όμως, όταν το ξαναέγραψα, φαντάστηκα πως αυτό το κείμενο δεν έχει ιδανικό αναγνώστη ‒από τη στιγμή που προοριζόταν για εμένα, και εγώ και ο καθένας μας είναι μοναδικός, δεν μπορούσε να έχει συγκεκριμένη μορφή. Αυτό ήταν ένα από τα κομμάτια που με έκαναν να διστάσω για την ιστορία ‒δεν ήξερα πώς θα τη διάβαζε ο καθένας. Αλλά η άποψή μου άλλαξε όταν το έδωσα σε ένα μικρό παιδί να το διαβάσει. Τότε συλλογίστηκα πως έχουμε ένα κείμενο που δίνει στους μικρούς αναγνώστες, το αγαπημένο μου κοινό, φτερά να πετάξουν και ταυτόχρονα στα μεγαλύτερα παιδιά τροφή για σκέψη.
Β: Ωραία ερώτηση! Απευθυνόμουν κι εγώ αρχικά σε εμένα, όσο εγωτικό κι αν ακούγεται. Είμαι το καλύτερο μου δείγμα, γιατί έχω υπάρξει κάποτε παιδί και θυμάμαι ακριβώς τι ήθελα. Παράλληλα, λόγω μεγάλης ταύτισης με τον ήρωα, είχα μια σιγουριά για το τι κάνω. Σε δεύτερο στάδιο, όταν πια η εικαστική μου αφήγηση είχε μια βάση που πίστευα και μπορούσα να υπερασπιστώ, άρχισα να απευθύνομαι σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, από μέσα προς τα έξω. Από τον πιο κοντινό στον πιο μακρινό από εμένα άνθρωπο. Μεταξύ μας, δεν πολυπιστεύω στις ηλικίες που γράφουν από πίσω τα βιβλία. Δεν τις καταλαβαίνω, υποκρίνομαι ότι τις καταλαβαίνω. Προτείνω αυτό το βιβλίο στους ανθρώπους (μικρούς και μεγάλους) που μπορούν να το διαβάσουν μόνοι τους. Δεν είναι βιβλίο για να σ’ το διαβάσει άλλος. Προφανώς, όμως, αυτή είναι απλώς η δική μου άποψη.Τα πουλιά«Τα Πουλιά», της Αναστασίας Σταματοπούλου, κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε εικονογράφηση του Βασίλη Κουτσογιάννη.

Leave a Reply