ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Παγκόσμια ημέρα ψυχικής υγείας10 Οκτωβρίου. Παγκόσμια ημέρα ψυχικής υγείας. Αφήνω τους ορισμούς για τους ειδικούς. Τι είναι και τι δεν είναι. Πώς επιβεβαιώνεται ή δεν επιβεβαιώνεται. Πώς διαχωρίζεται, κ.ο.κ. Θα προσπαθήσω να πιάσω το θέμα και να το δω από μία λίγο διαφορετική οπτική. Αυτή του πώς αισθάνομαι τον εαυτό μου και τους ανθρώπους γύρω μου και του πώς βιώνω (εγώ προσωπικά) αυτό που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως ψυχική υγεία ή ως την έλλειψή της.

Ως μη ειδικός, λοιπόν, αλλά ως άνθρωπος που μου αρέσει να παρατηρώ, μπορώ να πω ότι βλέπω να υπάρχει ψυχική υγεία σε ανθρώπους που μπορούν να “κοιτάζουν” τις καταστάσεις που βιώνουν, το συναίσθημα που αυτές τους προκαλούν και, το πιο σημαντικό, που μπορούν και αποδέχονται το συναίσθημα αυτό (είτε το εκφράζουν και το περιγράφουν είτε όχι).

Έχω παρατηρήσει ότι η περίοδος που διανύουμε είναι μια περίοδος όπου υπάρχουν πολλές παραδοχές. Η επιστήμη, η ιατρική έχουν προχωρήσει πολύ και πολύ εύκολα μπορεί να γίνει μια εκτίμηση ή μία διάγνωση για κάτι. Συμπληρωματικά, γίνονται και εκτιμήσεις για το τι μπορεί κάτι να προκαλέσει. Για παράδειγμα, κάτι πολύ απλό και προφανές, αν χτυπήσω το χέρι μου με το σφυρί, αυτό θα πονέσει. Αυτή η εκτίμηση δεν επιδέχεται άλλων πιθανοτήτων ούτε άλλων ερμηνειών. Είναι βεβαιότητα και συνεπαγωγή.

Το θέμα όμως με τα συναισθήματα και τις καταστάσεις της ζωής είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυτή η συνεπαγωγή. Επομένως, οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις είναι επίφοβες. Κάτι που για κάποιον λειτουργεί θετικά, για κάποιον άλλο λειτουργεί αρνητικά. Καθένας έχει τη δική του οπτική και τα δικά του αντανακλαστικά σε ό,τι συμβαίνει. Ένα παράδειγμα είναι η αντίδραση σε έναν θάνατο. Έχω δει ανθρώπους που ανακουφίστηκαν από έναν θάνατο, γιατί ο άνθρωπός τους υπέφερε σε νοσοκομεία και άλλους, που με την ίδια συνθήκη δεν μπορούσαν να αντέξουν την απώλεια. Υπάρχει σωστό ή λάθος εδώ; Προφανώς, όχι! Το λάθος θα ήταν να απαντούσαμε στην ερώτηση με μία υπόδειξη του τι είναι σωστό και τι λάθος. Ή, διαφορετικά, με το να κάναμε μία πρόβλεψη και να είχαμε μία πεποίθηση για το τι θα έπρεπε κανείς να νιώσει σε μια τέτοια περίπτωση.

Ένα μεγάλο ζήτημα που θεωρώ υπεύθυνο για μεγάλη καταπίεση που μπορεί κανείς να βιώσει είναι τέτοιου είδους “προβλέψεις” και συνεπαγωγές. Μας εγκλωβίζουν και μας στερούν ελευθερία! Ένα καταπιεσμένο συναίσθημα συχνά φέρνει μεγάλη δυσφορία. Μία πρόβλεψη και μία συνεπαγωγή που κάποιος δεν ακολουθεί, μπορεί φέρει μεγάλο αίσθημα καταπίεσης και αναξιότητας σε αυτόν που το βιώνει. Επομένως, πώς μπορώ να μιλάω για ψυχική υγεία όταν υπάρχουν αντιδράσεις (συναισθηματικές) που δεν έχουν την ελευθερία να βιωθούν ή που όταν βιώνονται αυτό εκλαμβάνεται ως μεμπτό;

Ένα ακόμα θέμα που απασχολεί όταν μιλάμε για αυτό, είναι το ζήτημα των δυσάρεστων συναισθημάτων.  Λέγοντας δυσάρεστο συναίσθημα μπορούμε να βάλουμε τις διαβαθμίσεις της θλίψης, του θυμού (ίσως), του φόβου… Ακούω συχνά ανθρώπους να ανησυχούν και να αναρωτιούνται αν έχουν κατάθλιψη ή αν αυτό που αισθάνονται είναι φυσιολογικό. Και οι άνθρωποι αυτοί μπορεί εκείνη την περίοδο να περνούν μία πολύ σημαντική δυσκολία: να έχουν έρθει αντιμέτωποι με έναν ξαφνικό θάνατο, με ένα επώδυνο διαζύγιο, με μία φιλία που αποδείχτηκε ψεύτικη… Αναρωτιέμαι, όταν συμβαίνει στη ζωή κάποιου κάτι δύσκολο και επώδυνο, έχει δικαίωμα να νιώσει στεναχωρημένος; Έχει δικαίωμα να κλάψει; Δεν αμφισβητώ την ύπαρξη ψυχικών ασθενειών. Όμως, το να βαφτίζουμε κάθε στεναχώρια που κρατάει πιο πολύ ως κατάθλιψη, θεωρώ πως είναι σαν να χαρακτηρίζουμε κάποιον που πονάει μετά από ένα χειρουργείο ή ένα σοβαρό ατύχημα ως υπερβολικό.

Έχω μια βαθιά αίσθηση ότι η κοινωνία μας έχει γίνει μη ανεκτική στο να αποδέχεται το αρνητικό ή το δυσάρεστο. Είναι σχεδόν ίδιο με το ότι δεν αποδέχεται το διαφορετικό και το μη προβλεπόμενο (και η απόδειξη σε αυτό είναι οι τόσες προσπάθειες και αγώνες για να επιτευχθεί το αντίθετο! Η αποδοχή της ετερότητας). Είμαι πεπεισμένη, έπειτα από τόσα χρόνια εμπειρίας με παιδιά, ότι αρκεί ένας άνθρωπος να νιώσει αποδεκτός, να νιώσει ότι το συναίσθημά του αναγνωρίζεται από τον άλλο ώστε να μετριαστεί η δύναμη που έχει πάνω στο άτομο. Είναι αυτό που λέμε «η χαρά όταν μοιραστεί, διπλασιάζεται κι η λύπη γίνεται μισή». Έχω αντιμετωπίσει παιδιά να έρχονται στην τάξη μπλοκαρισμένα, επειδή το πρωί έφυγαν με μία έγνοια από το σπίτι (σημαντική ή ασήμαντη) και να ξεμπλοκάρουν μόλις πουν αυτό που τους απασχολεί και ακούσουν ένα «Κι εγώ στη θέση σου έτσι θα ένιωθα».

Αν κοιτάξουμε μέσα μας, θα δούμε ότι οι πιο δύσκολες στιγμές μας, διαιωνίζονταν και γίνονταν ακόμα πιο δύσκολες επειδή είχαμε την αίσθηση ότι κανείς δεν μπορεί να καταλάβει. Ως μη ειδικός, δε γνωρίζω πόσο η ψυχική υγεία ή η ψυχική ασθένεια επηρεάζεται από τη συνύπαρξή μας με άλλους και τα μπλοκαρίσματα που αυτή μπορεί να προκαλεί. Όμως μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι άνθρωποι που νιώθουν ότι είναι επιτρεπτό (εντός και εκτός εισαγωγικών) και αποδεκτό το να νιώθουν, είναι πιο κοντά στην ψυχική υγεία.

Η Μαριάννα Κουμαριανού είναι παιδαγωγός και συγγραφέας. Θα τη βρείτε στο [email protected]

Leave a Reply