Αλεξάνδρα Μητσιάλη: Όταν γράφεις ιστορικό μυθιστόρημα βουτάς τις λέξεις σου σε νερό που κοχλάζει

Οι μέρες που δακρύζουν50 χρόνια μετά την εξέγερση του 1973, η Αλεξάνδρα Μητσιάλη γράφει τις Μέρες που δακρύζουν, ένα δυνατό και συγκινητικό εφηβικό πολιτικό μυθιστόρημα για το Πολυτεχνείο, που βέβαια είναι εξαιρετικό ανάγνωσμα και για ενηλίκους, συμπυκνώνοντας μέσα σε τέσσερις ημέρες μια μαύρη ιστορική περίοδο για τη χώρα. Με αφορμή αυτή την καινούργια έκδοση, συζητήσαμε για την ιστορία, την πολιτική, την τέχνη, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Αλεξάνδρα, καλωσορίζοντας τις “Μέρες που δακρύζουν”, έχω καταρχάς να παρατηρήσω ότι τα τελευταία χρόνια τα λογοτεχνικά μυθιστορήματα για παιδιά και εφήβους με ιστορικοπολιτικό περιεχόμενο από την απελευθέρωση έως και το σήμερα σπανίζουν. Τι άλλαξε και οι Έλληνες συγγραφείς στον 21ο αιώνα (με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις) δεν τολμούν να αγγίξουν πλέον θέματα, όπως η Αντίσταση, ο εμφύλιος, η μετεμφυλιακή περίοδος (με διώξεις αριστερών, εκλογές βίας- νοθείας, δολοφονία Λαμπράκη, Ιουλιανά κ.ά), η επταετία, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, το «βρόμικο ‘89», ο «εκσυγχρονισμός», τα χρόνια των Ολυμπιακών Αγώνων, η δολοφονία Γρηγορόπουλου και τα μνημονιακά χρόνια; Γιατί δεν υπάρχει σχεδόν καμία αποτύπωσή τους στη νεανική λογοτεχνία;
Γενικότερα το να επιλέγεις ιστορικές διαδρομές στη λογοτεχνία δεν είναι εύκολη υπόθεση, γιατί η Ιστορία είναι Πολιτική, είτε αυτή την ασκούν κυβερνήσεις, κόμματα, συνασπισμοί κρατών, διεθνείς οργανισμοί είτε την ασκούν ομάδες πολιτών, κινήματα, επαναστάσεις, προσωπικότητες. Όταν γράφεις ιστορικό μυθιστόρημα βουτάς τις λέξεις σου σε νερό που κοχλάζει. Κι όσο πιο κρίσιμη η ιστορική περίοδος με προπαγάνδα, αποσιωπήσεις, παραχάραξη, τόσο περισσότερο κοχλάζει το νερό κι εσύ πρέπει να προσέξεις πώς θα βουτήξεις εκεί μέσα τις λέξεις σου. Και βέβαια υπάρχει πάντα η περίπτωση το νερό να σε πιτσιλίσει και να τσουρουφλιστείς. Κι αυτό πολλοί συγγραφείς δεν το προτιμούν. Όταν καταπιάνεσαι με την Ιστορία δεν μπορείς να γενικολογείς, να κρατάς ίσες αποστάσεις, να φλερτάρεις εξίσου με την αλήθεια και με τη συγκάλυψή της, με το «ναι μεν αλλά», να φτιάχνεις «στρογγυλά» αφηγήματα για να χωράς παντού και να είσαι αρεστός. Δηλαδή μπορείς και υπάρχουν συγγραφείς που το κάνουν, αλλά με την Ιστορία ασχολείσαι κυρίως από εκείνη τη βαθιά ανάγκη ν’ ακολουθήσεις τα χνάρια των γεγονότων, να ερευνήσεις, να ανακαλύψεις και να αποκαλύψεις, αποκαθιστώντας τη βασική αλήθεια και τη δίκαιη μνήμη. Και σε αυτή τη διαδικασία, όπως έγραφε ο Γκράχαμ Γκρην στον “Ήσυχο Αμερικανό”, «πρέπει να πάρουμε θέση αν θέλουμε να παραμείνουμε άνθρωποι». Και αυτό, νομίζω, ισχύει και για τους συγγραφείς.

Τι σε οδήγησε να γράψεις τις “Μέρες που δακρύζουν” τη δεδομένη χρονική στιγμή. Ήθελες να συμπέσει με την επέτειο των 50 χρόνων από την εξέγερση του Πολυτεχνείου; Είδες το κενό που υπάρχει στη βιβλιογραφία και θέλησες να το καλύψεις; Ή κάτι άλλο…
Τίποτα από τα δύο. Διάβασα τυχαία δύο καλοκαίρια πριν, στο βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού Όλη νύχτα εδώ. Μια προφορική ιστορία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου” (Καστανιώτης 2019), τις 84 βιογραφικές αφηγήσεις ανθρώπων που με διάφορους τρόπους συμμετείχαν στα γεγονότα. Βυθίστηκα στον κόσμο τους, ανακάλεσα μνήμες από το πατρικό και το μητρικό μου σπίτι, όταν τα βράδια οι γονείς μου άκουγαν σιγανά, σκυμμένοι πάνω από το Philips, BBC και Deutche Welle, έμαθα λεπτομέρειες που δεν ήξερα, είδα τα συμβάντα από διαφορετικές οπτικές γωνίες και κυρίως ένιωσα πόσο ζωντανό ήταν ακόμα μέσα στις καρδιές των συγκεκριμένων ανθρώπων αυτό που είχαν ζήσει και πόσο είχε λειτουργήσει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ως δρομοδείκτης στην πορεία του βίου τους.
Και ξαφνικά, εκεί που η εξέγερση του Πολυτεχνείου είχε σχεδόν απονευρωθεί μέσα μου, δεν χτύπαγε πια παρά στον αδύναμο παλμό της αναγκαίας, αλλά λίγο συνηθισμένης και βαρετής επετειακής διαδήλωσης ή της άλλοτε λίγο καλύτερης κι άλλοτε λίγο χειρότερης σχολικής γιορτής ή των αδύναμων και προσχηματικών τηλεοπτικών συζητήσεων για το θέμα, ένιωσα μια παράξενη ένταση. Ταράχτηκα, συγκινήθηκα, αισθάνθηκα πόσο σημαντική είναι για το παρόν που ζούμε. Είδα ακόμα μια φορά πώς δημιουργείται ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός από τα δρώντα ιστορικά υποκείμενα που, όμως, την ίδια στιγμή μέσα από την ίδια την κίνηση τους σφιχταγκαλιάζονται τόσο δυνατά με την Ιστορία που κυλάνε ορμητικά, συμπαρασυρόμενοι, στην κοίτη της. Κι ενώ έγραφα ένα άλλο μυθιστόρημα αποφάσισα ότι αξίζει ν’ ανοίξω μια παρένθεση και να γράψω για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τώρα ειδικά που η εξουσία προσπαθεί μανιωδώς να μας αποθαρρύνει, να μας πείσει ότι η πραγματικότητα που ζούμε είναι η μόνη εφικτή και πως καλά θα κάνουμε να την αποδεχτούμε γιατί αλλιώτικα θα αποδυθούμε σ’ έναν οδυνηρό αγώνα που δεν θα οδηγήσει πουθενά, τώρα που στην ουσία προσπαθεί, πλαγιοκοπώντας μας από δεξιά κι αριστερά, να μας στερήσει από τη δύναμη της επιθυμίας να αντισταθούμε και ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας. Και βέβαια τώρα που η ίδια η εξέγερση αμφισβητείται, υπονομεύεται με κάθε τρόπο, συκοφαντείται. Αποφάσισα να μοιραστώ με τους μαθητές και τις μαθήτριές μου, με τους νέους ανθρώπους, με τους ενήλικους αναγνώστες την εμπειρία εκείνων των  ανθρώπων του ΄73, που αυτοοργανώθηκαν, που συμπεριφέρθηκαν δημοκρατικά και αλληλέγγυα και όρθωσαν το ανάστημά τους στον φασισμό -στην αθλιότητα, τη γελοιότητα, την παράνοιά του. Η πιο δύσκολη στιγμή, όταν γράφεις ένα βιβλίο, είναι εκείνη η πρώτη -κι εδώ κάποτε συμφωνήσαμε με την Άλκη Ζέη-  που αποφασίζεις αν αξίζει να ασχοληθείς με τη συγκεκριμένη ιδέα, να την μετατρέψεις σε κείμενο. Κι εγώ, εκείνο το καλοκαίρι, έδωσα στη δική μου καταφατική απάντηση.

Το βιβλίο σου διαδραματίζεται μέσα σε τέσσερις ημέρες, από τις 13 έως τις 17 Νοεμβρίου 1973. Γιατί επέλεξες να συμπυκνώσεις, με την εκπληκτική μαεστρία σου, μια ιστορική περίοδο μέσα σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα; 
Έχει σημασία στη λογοτεχνία, ίσως ειδικά σε αυτήν που απευθύνεται σε νέους ανθρώπους, να γραπώνεις την ένταση, να φλερτάρεις με την κορύφωση και μέσα από αυτό το φλερτ που κρατά σε εγρήγορση τον αναγνώστη και την αναγνώστρια, να δίνεις με σύντομα και καίρια πήγαιν’ έλα στον χρόνο και ορισμένα από τα κομβικά για τις εξελίξεις γεγονότα που έχουν προηγηθεί. Μέσα σ’ εκείνες τις τέσσερεις μέρες των αποφάσεων, των πράξεων, των αμφιταλαντεύσεων, της ορμής, τότε που, όπως γράφω, «μόνο με ένα ενθουσιώδες, τρελό απονενοημένο διάβημα ο τρόμος μπορεί να διαλυθεί και να δώσει τη θέση του στη δύναμη της επιθυμίας, που κάνει να μοιάζει δυνατό το αδύνατο και γεννά την αίσθηση του ατρόμητου, αυτό το άφοβο φλερτάρισμα με την αθανασία», σ’ εκείνες περικλείεται όλο το νόημα της αντίστασης, της περηφάνειας, της μεγαλοψυχίας, της εξέγερσης. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζουν μια πύκνωση χρόνου που έχει αξία να αποτυπώνεται, να μεταφέρεται ως αίσθηση και στη μυθιστορηματική πλοκή.

Αλεξάνδρα Μητσιάλη

Αλεξάνδρα Μητσιάλη

Πες μας λίγα λόγια για την ιστορία σου. Από πού εμπνεύστηκες τους πρωταγωνιστές σου και πώς δούλεψες;
Ήθελα να μιλήσω για όσα έγιναν μέσα στην κατάληψη αλλά και για όσα έγιναν έξω, στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, γιατί από τις βιογραφικές αφηγήσεις στο βιβλίο του Χανδρινού κατάλαβα το μέγεθος και τη βαρύτητα όσων έγιναν έξω από το Πολυτεχνείο, όπου και υπήρξαν οι περισσότεροι τραυματίες και κυρίως οι νεκροί. Και ακόμα συνειδητοποίησα το μέγεθος της συμμετοχής των μαθητών και μαθητριών στα γεγονότα, κάτι που έχει περάσει γενικά ασχολίαστο. Έτσι δημιούργησα τη Μυρσίνη, μια φοιτήτρια της Αρχιτεκτονικής, μέσα από την οποία θα ζούσαμε το «μέσα», και τον Αχιλλέα, τον αδερφό της, μαθητή της έκτης γυμνασίου, μέσα από τον οποίο θα ζούσαμε το «έξω».
Αυτά τα δύο πρόσωπα είναι οι κολόνες στις οποίες στηρίζεται το μυθιστορηματικό μου οικοδόμημα. Από κει και πέρα, αυτά τα δύο βασικά πρόσωπα έχουν το καθένα τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του: τις επιθυμίες, τα όνειρα, τους φόβους, τις ανασφάλειες του. Έχουν και τον κόσμο τους: την αδελφική σχέση, τη σχέση με τους φίλους και τις φίλες τους, τις ασχολίες τους -το πανεπιστήμιο η μια, το σχολείο και το φροντιστήριο ο άλλος-, η Μυρσίνη τη νοερή σχέση με τον Νίκο Εγγονόπουλο που είναι ο αγαπημένος της καθηγητής, ο Αχιλλέας τη σχέση του με τον ραδιοπειρατή Όλιβερ και τη ροκ μουσική, τους προβληματισμούς τους, τους έρωτές τους. Χτίζω τα πρόσωπα μέσα σε ένα μυθιστόρημα σημαίνει ότι χτίζω τον κόσμο τους με όλες τις λεπτομέρειές του, τις αντίστοιχες με τον χαρακτήρα τους και βέβαια με την εποχή. Και επειδή με ενδιέφερε, όπως και στους Ξυπόλυτους ήρωες, να εικονογραφήσω την εποχή και τον τόπο, το βιβλίο στηρίζεται σε πληθώρα πραγματικών γεγονότων που συνυφαίνονται αδιόρατα με τα μυθοπλαστικά, τα οποία συμβαίνουν σε πραγματικούς τόπους, που αποδίδονται με το όνομά τους και σημειώνονται στον χάρτη. Τα βασικότερα από τα γεγονότα αυτά διευκρινίζονται στο επίμετρό μου.

Επανέρχομαι στις προσωπικές μου ανησυχίες: ύστερα κύλησε ο καιρός. Κι η ιστορία πέρασε εύκολα από τη μνήμη στην καρδιά. Θεωρώ τη γενιά των γονέων μου, τη γενιά του Πολυτεχνείου, δηλαδή ως τη μνήμη. Θεωρώ τη δική μου γενιά, τα παιδιά της γενιάς του Πολυτεχνείου, ως την καρδιά. Δυστυχώς, όμως, καθώς τα χρόνια περνούν και συμπληρώνεται μισός αιώνας από την εξέγερση, μου μοιάζει να μην αρκούν πλέον ούτε η μνήμη ούτε η καρδιά. Γεννήθηκα το 1979, 6 χρόνια μετά. Ήταν τόσο νωπά όλα. Ήταν δεδομένο ότι από μωρό πήγαινα -συνοδευόμενη προφανώς- κάθε χρόνο στην πορεία ως το γυμνάσιο. Ήταν δεδομένο ότι μετά τα 12 πήγαινα με την παρέα μου, τη σχολική, τη φοιτητική, τη συναδελφική, φωνάζοντας «Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία»… Έπειτα συνόδευσα τα παιδιά μου στον χώρο του Πολυτεχνείου, στις πρώτες τους πορείες. Όμως, καθώς αυτά μεγαλώνουν και βρίσκονται στην εφηβεία, μοιάζουν να ανήκουν σε μια γενιά που δεν έχει σε καμία περίπτωση τη θέρμη, την ορμή, τη λαχτάρα, την ανάγκη να βγει στον δρόμο στις 17 Νοεμβρίου. Δεν πολυσυγκινούνται στις σχολικές γιορτές. Δεν ακούν «επαναστατικά» τραγούδια… Κάποια ίσως κατεβαίνουν ως την Πατησίων να αφήσουν ένα γαρίφαλο, κάποια λίγα μπορεί να συμμετάσχουν στην πορεία, είτε συνοδεύοντας τους γονείς τους (για λίγο ακόμα) είτε γιατί είναι κάπως πολιτικοποιημένα, αλλά νομίζω ότι είναι απλώς μια συνήθεια. Λυπάμαι. Αλλά, από την άλλη, καταλαβαίνω το χάσμα. Ζεις καθημερινά ανάμεσα σε εφήβους. Είμαι απαισιόδοξη που νομίζω ότι πλέον το Πολυτεχνείο μεταφράζεται απλώς σε μια μέρα χωρίς μαθήματα, σε μια τυπική σχολική γιορτή με έναν ανούσιο πανηγυρικό τον οποίον δεν προσέχει κανείς, 5 τραγούδια, 5 ποιήματα και χαλί μια κασέτα με τις φωνές του Παπαχρήστου και της Δαμανάκη; Διότι κύλησε ο καιρός και για τους εκπαιδευτικούς… Όλο και λιγοστεύουν όσοι έζησαν την ιστορία και την κράτησαν στη μνήμη τους.
Ναι, κύλησε ο καιρός. Είναι η αγαπημένη του ασχολία, να κυλάει. Αλλά το παρελθόν βρίσκεται μέσα στο παρόν και προετοιμάζει το μέλλον. Κανένα παρελθόν δεν τελειώνει με τη συμβατική ημερολογιακή ολοκλήρωσή του. Χρειάζεται να το δείχνουμε αυτό. Χρειάζεται να επικαιροποιούμε το παρελθόν. Χρειάζεται να αναδεικνύουμε τις συνδέσεις του με το σήμερα. Χρειάζεται να προκαλούμε συζητήσεις γι’ αυτό. Χρειάζεται να δίνουμε νόημα ακόμα και στις επετειακές ενθυμήσεις του. Όσοι και όσες από εμάς συνειδητοποιούμε αυτή την αναγκαιότητα. Στο σπίτι και στο σχολείο. Στο σχολείο και στο σπίτι. Σε ιδιωτικές και δημόσιες εκδηλώσεις. Χρειάζεται και αυτοί που το δημιούργησαν να μην το εγκαταλείπουν και χαίρομαι πολύ που ξαναβρέθηκαν φέτος με αφορμή τα 50 χρόνια και με ένα κείμενο που συνοδεύτηκε από 800 περίπου υπογραφές, έκαναν προτάσεις στις πρυτανικές αρχές οι οποίες βρήκαν ανταπόκριση και έτσι πάρθηκε απόφαση να δημιουργηθεί Μουσείο μέσα στα πανεπιστημιακά κτίρια της Πατησίων, ένας συγκεκριμένος τόπος τεκμηρίωσης και μνήμης εντελώς αναγκαίος σήμερα. Αποφάσισαν, επίσης, να δημιουργήσουν ιστοσελίδα όπου οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες στην εξέγερση θα καταγράψουν τις μαρτυρίες τους. Όσο για την τέχνη, μπορεί πάντα να παίζει τον δικό της ρόλο. Όποιο μερίδιο, τελοσπάντων, μπορεί να έχει ο ρόλος της ανάμεσα στους συντελεστές της μεγάλης, πολυπρόσωπης και πολυπαραγοντικής, παράστασης που λέγεται Ιστορία.

«Δεν ξέρω αν θα ρίξουμε τη χούντα. Θα ρίξουμε πάντως τη σιωπή», γράφεις. Μια φράση τόσο δυνατή! Και προφανώς και δυστυχώς εντελώς επίκαιρη. 50 χρόνια μετά, πού βρίσκεται η Δημοκρατία; Χρειαζόμαστε και ψωμί και παιδεία και ελευθερία. Κι ενώ, λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μιλάμε σχεδόν όλοι, τα λόγια μας μπλέκονται, χάνουν τη δύναμή τους και μοιάζουν με εκκωφαντική σιωπή. Γιατί τα πράγματα όχι μόνο δε βελτιώνονται, μα χειροτερεύουν. Μπορούμε, άραγε, να ρίξουμε τη σιωπή του 2023; Κι αν ναι, πώς; Θα επιστρέψω, κλείνοντας, στην αρχική μου ερώτηση, διευρύνοντάς την. Μπορεί η τέχνη σε κάθε της μορφή -λογοτεχνία, μουσική, θέατρο, εικαστικά, κινηματογράφος- να πολιτικοποιηθεί ξανά και να οδηγήσει σε μια μαζική επανάσταση; Δεν ξέρω ποιας μορφής… Αλλά μπορεί; Γιατί στην Ελλάδα των συνεχιζόμενων κρίσεων, της φτώχειας, της καθημερινής απαξίωσης του πολίτη και της καθολικής απελπισίας, δεν βλέπω άλλη λύση… 
Νομίζω ότι η τέχνη δεν πολιτικοποιείται μόνη της μέσα σε μια αυτοαναφορική διαδικασία, δεν παίρνει μια εσωτερικής καύσεως εμπνευσμένη απόφαση να φωτίσει τον κόσμο. Αν προσέξουμε τις εποχές που η τέχνη ήταν πολιτικοποιημένη στην πλειοψηφική της έκφραση, π.χ. στη χώρα μας τις δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο ή στη Μεταπολίτευση, θα δούμε ότι αυτές ήταν εποχές κινηματικές, δηλαδή εποχές που ένα μεγάλο μέρος του κόσμου είχε αμφισβητήσει μια δεδομένη τάξη πραγμάτων και είχε κινηθεί ως δρων ιστορικό υποκείμενο για να αλλάξει τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα. Σε αυτές τις περιόδους η τέχνη εμπνεύστηκε και μπολιάστηκε από την κίνηση αυτή και αντιστοίχως την ενέπνευσε και την μπόλιασε. Η τέχνη είναι ένα δοχείο ιδεών και συναισθημάτων που συγκοινωνεί άμεσα με τα υπόλοιπα δοχεία στα οποία οι άνθρωποι εναποθέτουν τη ζωή τους.
Σε μια εποχή σαν τη δική μας, που η εξουσία προσπαθεί εναγωνίως να αποπολιτικοποιήσει τη σκέψη και την πράξη μας, μετατρέποντας την πολιτική και τη ζωή μας σε θέαμα, δημόσιο και ιδιωτικό, σε προσωπικές και οικογενειακές ιστορίες διαμερίσματος –πώς χασμουριόμαστε, πώς κοιμόμαστε, πώς ξυπνάμε, τι τρώμε, πώς ντυνόμαστε, πώς ταΐζουμε το σκυλάκι μας και το παιδάκι μας κ.τ.λ.- , και σε υπόθεση lifestyle πολιτικών προσώπων που σαν άλλοι χαρισματικοί πρωταγωνιστές αμερικάνικων ταινιών θα δώσουν τις λύσεις, ενώ από την άλλη το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν φαίνεται να βρίσκει, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, άξιους αγγελιοφόρους, η τέχνη θα πολιτικοποιείται, νομίζω, κατά μόνας και μάλλον δε θα μπορεί ν’ αποτελέσει το ρεύμα που προσδοκάς, Πελιώ. Αναμφισβήτητα, όμως, υπάρχουν πολιτικοποιημένοι καλλιτέχνες σε όλους τους χώρους, καλλιτέχνες που η έκφραση της πολιτικοποίησής τους μπορεί κιόλας να μην παίρνει τις γνωστές σε εμάς τους παλαιότερους  μορφές, που τα λόγια τους, η μουσική τους, τα χρώματά τους μπορεί να μιλούν διαφορετικά απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει. Αυτό, βέβαια, που κυριαρχεί σήμερα είναι η μαζική κουλτούρα της βιομηχανίας του θεάματος, που απευθύνεται με χυδαιότητα σε μια μαζοποιημένη, στερημένη, ναρκισσευόμενη και φοβική κοινωνία, προσπαθώντας να παγιώσει αυτά της τα χαρακτηριστικά.
Η Ιστορία μάς το δείχνει: οι κοινωνίες αλλάζουν μέσα από πολυεπίπεδες διεργασίες στις οποίες η τέχνη είναι μόνο μία συμβολή. Αλλά για εμάς τους καλλιτέχνες, όπως και για όσες και όσους αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως πολίτες, το θέμα είναι πάντα «τώρα τι λες», όπως έγραφε ο Αναγνωστάκης. Είτε οι καιροί είναι ευεπίφοροι για χειραφετικές, απελευθερωτικές, ανατρεπτικές διαδικασίες είτε μοιάζουν περισσότερο με εκκολαπτήρια όπου όλα φαίνονται –αλλά ποτέ δεν είναι- στάσιμα και πνιγηρά, το θέμα είναι πάντα «τώρα τι λες».

Αλεξάνδρα ΜητσιάληΔιαβάστε: Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Οι μέρες που δακρύζουν, Εκδόσεις Πατάκη


Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη μεγάλωσε στην Κέρκυρα και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και διδάκτορας Παιδαγωγικής. Εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και κατά περιόδους στην Τριτοβάθμια. Γράφει βιβλία για παιδιά, μυθιστορήματα για νέους και ενήλικες, δημοσιεύει διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά, συμμετέχει σε συλλογικά έργα και κατά καιρούς αρθρογραφεί στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο. Επίσης, διδάσκει Δημιουργική Γραφή και εμψυχώνει Λέσχες Ανάγνωσης.
Το μυθιστόρημά της Θα σε σώσω ό,τι κι αν γίνει τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για Νέους το 2014, ενώ το μυθιστόρημα της Ξυπόλυτοι Ήρωες τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για Νέους το 2017 και απέσπασε, επίσης, το Βραβείο Νεανικού Μυθιστορήματος από το ελληνικό τμήμα της IBBY την ίδια χρονιά.
Πολλά βιβλία της ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας (Το Αστερόσπιτο 2009, Με λένε Νιλουφέρ 2012, Η κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο 2013, Το υπόσχομαι 2013, Θα σε σώσω ό,τι κι αν γίνει 2014, Μπάλα Μπαλαρίνα 2016, Ξυπόλυτοι Ήρωες 2016) καθώς και για άλλα βραβεία (Το Αστερόσπιτο και Η Νύχτα των Πυγολαμπίδων λογοτεχνικό περιοδικό Διαβάζω 2008 και 2009 αντίστοιχα, Θα σε σώσω ό,τι κι αν γίνει Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και Αναγνώστης 2014, Να με αντέχεις, Ξυπόλυτοι Ήρωες Αναγνώστης 2015 και 2016 αντίστοιχα, Κύριε Χρόνε, σου έχω πολλά παράπονα, Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου 2015, Ταξίδι με την Οδύσσεια, Η Μαρμελαδού και Ξυπόλυτοι Ήρωες Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου 2016, Η εξωγήινη μαμά μου Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου 2022).
Το εικονογραφημένο βιβλίο για παιδιά Il piccolo musicista, που δημιούργησε μαζί με τον εικονογράφο Σβετλίν Βασίλεβ, κυκλοφορεί από τις ιταλικές εκδόσεις Kite Edizioni.
Δύο κείμενά της, Άλκη Ζέη: το παιδικό βλέμμα στην Ιστορία και στην πολιτική, στον συλλογικό τόμο του Ιδρύματος Νίκος Πουλαντζάς «1821-2021: Μνήμες τεχνών-θραύσματα ιστορίας» (Αθήνα: Νήσος 2021) και Άλκη Ζέη: οι κοινωνικές ανισότητες στο σχολείο και η παιδαγωγική της αντίστασης, (http://epub.lib.uoa.gr/index.php/kritekp/article/view/2305/1980, περιοδικό Κριτική Εκπαίδευση), είναι αποτέλεσμα της μελέτης της πάνω στο έργο της Άλκης Ζέη.
Τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στο πεδίο της Κριτικής Παιδαγωγικής και της Βιογραφικής Έρευνας. Επιστημονικά άρθρα της δημοσιεύονται σε ελληνικά και ξένα περιοδικά.

Leave a Reply