ΜΑΜΑ, ΕΙΜΑΙ ΓΚΕΪ

γκέιΤην ιδέα για το κείμενο μου την έδωσε ένας φίλος, ομοφυλόφιλος, σε συζήτηση αναφορικά με το bullying, που συνεχίζει, παρά τις αμέτρητες συζητήσεις και την ατέλειωτη αρθρογραφία και τα εκατοντάδες σεμινάρια και τις συνεχείς καμπάνιες, να καταστρέφει ζωές παιδιών στα σχολεία. «Έχεις αναλογιστεί ποτέ τι περνούσαμε εμείς οι γκέι στην εφηβεία είκοσι πέντε χρόνια πριν;» ρώτησε. Σκάλωσα. Έφερα στο μυαλό μου τους ομοφυλόφιλους του δικού μου εφηβικού και μετεφηβικού περιβάλλοντος. Στην καλύτερη, απλώς ήταν αντικείμενα σχολιασμού, χωρίς κριτική και μάλλον με περιέργεια. Στη χειρότερη (και πιο συνηθισμένη) ήταν θύματα: Κράξιμο, κοροϊδία, χλευασμός, αποκλεισμός. Πόσος πόνος κρυβόταν μέσα στα παιδιά αυτά που δεν έβρισκαν πού και πώς να χωρέσουν μέσα στο περιβάλλον τους. Οι «φίλοι» τούς λοξοκοιτούσαν, οι οικογένειες τούς απέρριπταν, οι εκπαιδευτικοί τούς κατέκριναν, σιγοντάροντας τη βία που υφίσταντο.

Σταδιακά, οι κοινωνίες έγιναν, τουλάχιστον φαινομενικά, πιο ανεκτικές και τα παιδιά με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό μπορούν να βρουν (έστω) χαραμάδες να χωρέσουν στον κόσμο μας. Όχι, όμως, όλα. Η αποδοχή του διαφορετικού και η συμπερίληψη υπάρχουν πλέον σαν έννοιες, αλλά δεν τις υιοθετούν όλοι. Τα έφηβα αγόρια (κυρίως) απορρίπτουν τους πιο θηλυπρεπείς συμμαθητές τους ως «πούστηδες», τα κορίτσια με ανδρικά χαρακτηριστικά πιέζονται να φερθούν «πιο γυναικεία», η παρουσία ίντερσεξ παιδιών αποσιωπάται, τα έμφυλα στερεότυπα εμποτίζουν το σύνολο της εκπαίδευσης, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση περιμένει εδώ και δεκαετίες να βρει τη θέση της στο ωρολόγιο πρόγραμμα, οι εκπαιδευτικοί στέκονται αμήχανοι μπροστά στους «παράξενους» μαθητές τους, ενώ η πλειονότητα των γονέων τρέχει ακόμα και παρακαλάει ψυχολόγους και ψυχιάτρους «να κάνουν καλά» το γκέι (;) παιδί τους.

Όλο αυτό θέλουμε και πρέπει να αλλάξει. Δεν νοείται, εν έτει 2020, να υποφέρουν άνθρωποι (ακόμα και να πεθαίνουν, ας μην ξεχνάμε π.χ. τον Ζακ Κωστόπουλο), επειδή δε γεννήθηκαν στρέιτ. Δεν είναι εύκολη η αλλαγή αυτή. Ούτε θα γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Για να αποδεχτούμε, όμως, το διαφορετικό πρέπει πρώτα να το γνωρίσουμε. Μιλήσαμε, λοιπόν, με τέσσερις ανθρώπους και τους ζητήσαμε να μοιραστούν μαζί μας την ιστορία τους, εστιάζοντας στα «κρίσιμα» χρόνια της εφηβείας. Ελπίζουμε πως διαβάζοντάς τους θα κατανοήσουμε λίγο παραπάνω τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους· ελπίζουμε πως τα όσα μας είπαν θα εμπνεύσουν γονείς, εκπαιδευτικούς και παιδιά· ελπίζουμε πως θα βοηθήσουν να γίνει ο κόσμος μας λίγο καλύτερος.

Έλενα Γκώγκου, σύμβουλος ανθοθεραπείας-ψυχοθεραπεύτρια, μητέρα ενός νεαρού τρανς ενήλικα

Δεν είχα διαπιστώσει, ούτε καν φανταστεί, ότι το παιδί μου είχε δυσφορία φύλου, παρότι ήμουν υποψιασμένη για τα θέματα αυτά λόγω προσωπικών εμπειριών και η αποδοχή μου στη διαφορετικότητα ήταν δεδομένη. Όλες οι ιστορίες που γνώριζα ήταν για παιδιά που από πάρα πολύ μικρή ηλικία εξέφραζαν με διάφορους τρόπους το ότι «βρίσκονταν σε λάθος σώμα».

Ήταν πάντα ένας άνθρωπος υπεύθυνος και δυναμικός, αλλά ευαίσθητος και εσωστρεφής, με λίγους φίλους και φίλες. Η οικογένειά μας ήταν κατά κάποιον τρόπο διαφορετική από τις οικογένειες των άλλων παιδιών στο σχολείο: εγώ είχα ζήσει (σε μικρή ηλικία) πολλά χρόνια στο εξωτερικό, ο πατέρας των παιδιών ήταν πολυταξιδεμένος και εργαζόταν στο χώρο της τέχνης, ήμαστε λιγότερο υπερπροστατευτικοί από τους άλλους γονείς και αφήναμε αρκετό χώρο για ελεύθερη έκφραση στο σπίτι μας. Όλα αυτά, μαζί με το ότι κάποια στιγμή πήραμε διαζύγιο, έκαναν τα παιδιά να νιώθουν λίγο «αλλιώτικα» από τους συμμαθητές τους. Το μεγάλο μου παιδί γεννήθηκε κορίτσι, και έτσι εκφραζόταν μέχρι και τα 20 του χρόνια. Στο γυμνάσιο και στο λύκειο ερωτευόταν και αγόρια και κορίτσια και ήμαστε όλοι πολύ άνετοι με αυτό (στο μεταξύ υπήρχε ένας νέος σύντροφος στη ζωή μου, ο οποίος ενσωματώθηκε στην οικογένειά μας). Όταν μου ανακοίνωσε πως «αισθάνεται αγόρι», στην αρχή το θεώρησα αναμενόμενο, γιατί σαν δυναμική νεαρή γυναίκα που ήταν, ήταν λογικό να μην αντέχει τις διακρίσεις φύλου που υποβόσκουν σε κάθε μας κοινωνική συναλλαγή. Μέχρι τότε φοβόμουν ότι μία πολεμίστρια σαν αυτή θα αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα στη σχέση της με τον κόσμο, κι ότι εύκολα θα σκεφτόταν «γιατί να μην έχω γεννηθεί αγόρι», προκειμένου να κάνει αυτά που ενδεχομένως να ήθελε στη ζωή. Κάτι σαν την Ιωάννα της Λωρραίνης. Τώρα μου λέει πως πάντα ένιωθε αγόρι, κι ότι προσπάθησε σθεναρά να ζήσει σαν κορίτσι, υιοθετώντας ένα σωρό κοριτσίστικα πράγματα «για να μην διαφέρει» και γιατί «φοβόταν». Σήμερα φοβάμαι εγώ, γιατί η ορμονοθεραπεία (όσο ασφαλής κι αν θεωρείται από την επιστήμη) στα μάτια μου φαντάζει σαν μία βάρβαρη επέμβαση στον ναό που λέγεται ανθρώπινο σώμα.

Η απόφασή του να προχωρήσει σε ορμονοθεραπεία με έχει διαλύσει συναισθηματικά. Τον λατρεύω, είναι το παιδί που με έκανε μητέρα, και νιώθω αφάνταστα περήφανη που είναι παιδί μου. Και πάντα θα είμαι πλάι του όταν και όπως με θέλει. Μέσα μου όμως πενθώ βαθιά και νιώθω κομμένη κομμάτια. Έχασα μια κόρη, απέκτησα έναν γιο. Η μάνα που χάνει ένα παιδί ίσως να μην το ξεπερνάει ποτέ, όσα άλλα κι αν αποκτήσει στη συνέχεια.

Μαρίκα Ρ., 49 ετών, προγραμματίστρια

Άκουγα ιστορίες από τη μητέρα μου ότι από μωρό παιδί ακόμα, δεν ήθελα να φοράω φούστες και φορέματα αλλά «μπολόνι» (παντελόνι). Όταν πηγαίναμε οικογενειακές επισκέψεις και με το ζόρι με «έντυναν κοριτσάκι», δεν έφευγα από το πλάι των γονιών μου. Αντίθετα, όταν φορούσα παντελόνια, έτρεχα να παίξω με τα άλλα παιδιά. Από όσο μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, έπαιζα πάντα με «αγορίστικα» παιχνίδια. Οι φίλοι μου ήταν τα αγόρια της γειτονιάς. Στο σχολείο, που στις πρώτες τάξεις έπρεπε να φοράω υποχρεωτικά ποδιά, καθόμουν μόνη σε μια γωνία, μέχρι να σχολάσω και να πετάξω την ποδιά και να τρέξω να παίξω με τους φίλους μου. Οι γειτόνισσες έλεγαν στην μητέρα μου «βγήκες να μαζέψεις το αγοράκι σου;» Θα είχα περάσει πολύ πιο άσχημα αν τη μητέρα μου δεν την είχε βαφτίσει ένας εξαιρετικός άνθρωπος, παιδίατρος, τον οποίον θαύμαζε και άκουγε τις συμβουλές του σαν να ήταν θεός. Εκείνος τη συμβούλεψε να αφήσουν το παιδί να φοράει ό,τι θέλει και να παίζει με ό,τι θέλει, λέγοντας «μην φοβάσαι και θα φορέσει και τις φούστες μεγαλώνοντας». Ελάχιστα έως καθόλου δε φόρεσα φούστα μεγαλώνοντας, αλλά σώθηκαν τα παιδικά μου χρόνια!

Στα δεκαέξι μου πια, ήξερα καλά ότι είμαι λεσβία. Το είχα πει σε φίλες μου. Η συμβουλή τους ήταν να «δοκιμάσω πρώτα με άντρα», γιατί δεν μπορώ να είμαι σίγουρη αν δεν έχω δοκιμάσει. Βρέθηκε ένα «καλό παιδί», «δοκίμασα» και μου άρεσε. Πήγα σε ψυχολόγο που μου είπε ότι όλα είναι στο μυαλό μου(!!!) Ήταν μια πολύ ευτυχισμένη μέρα, θυμάμαι! Ήμουν ένας «φυσιολογικός άνθρωπος». Καθώς, όμως, περνούσαν τα χρόνια, βαρέθηκα να περιμένω τα «καλά παιδιά» κι αποφάσισα να τολμήσω να ψάξω αυτό που πάντα έψαχνα, μια γυναίκα δίπλα μου. Όταν έκανα την πρώτη μου σχέση με γυναίκα, αισθάνθηκα ότι βρήκα τον δρόμο μου.

Δεν το κρύβω, αλλά δε βγαίνω και να το φωνάξω. Συμπεριφέρομαι όπως θα συμπεριφερόταν ένας στρέιτ με τον/την σύντροφο του. Έχω βρεθεί σε κοινωνικές εκδηλώσεις με τη σύντροφο μου. Ποτέ δεν έχω δεχτεί κατά πρόσωπο αρνητικά σχόλια ή συμπεριφορές για αυτό το θέμα. Έχω βρεθεί σε συζητήσεις με θέμα την ομοφυλοφιλία, αλλά δεν συμμετέχω. Γενικά δεν συμμετέχω σε συζητήσεις με ανθρώπους που έχουν απόλυτες απόψεις. Αυτό που ξέρω είναι ότι αυτή είμαι. Λεσβία. Δεν είναι καθόλου εύκολο να είσαι διαφορετικός, γιατί νιώθεις ότι δεν ταιριάζεις πουθενά. Θυμάμαι πόσο ωραία ένιωσα όταν μίλησα για την πρώτη μου σχέση με γυναίκα, που επιτέλους είχα βρει τον εαυτό μου και έπλεα σε πελάγη ευτυχίας· και υπήρξαν άνθρωποι, που απλά χάρηκαν για μένα, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς να με κοιτάνε περίεργα, χωρίς να χρειάζεται να δώσω εξηγήσεις, γιατί με αυτήν κι όχι με αυτόν.

Δημήτρης Χαλιώτης, 38 ετών, δημοσιογράφος

Για να είμαι ειλικρινής συνειδητοποίησα τη σεξουαλική μου ταυτότητα αρκετά μετά την εφηβεία. Ακούγεται παράξενο, αλλά, κατά τη γνώμη μου, ο όρος «συνειδητοποίηση» προϋποθέτει την αποδοχή ή έστω την ικανότητα να επεξεργαστείς νηφάλια κάτι που σου συμβαίνει. Κι αυτό απαιτεί ωριμότητα. Ωριμότητα που είναι πρακτικώς αδύνατον να διαθέτει ένα δεκατριάχρονο παιδί.

Στα δεκατρία μου δεν είχα καμία συνειδητοποίηση. Είχα μόνο ενοχή γι’ αυτό που μου συνέβαινε και με έκανε διαφορετικό από τα άλλα αγόρια. Ενοχή που μου υπαγόρευε να μην μοιραστώ τίποτα και με κανέναν. Ενοχή που μου δημιουργούσε φόβο και μία εσωτερική πίεση, που μου πήρε χρόνια να συνειδητοποιήσω πόσο αφόρητη ήταν.

Η «βιτρίνα» μου δεν πρόδιδε σε τίποτα τη μάχη που γινόταν μέσα μου. Ήμουν ο καλός μαθητής, το αγαπητό παιδί, πάντα με το χαμόγελο και τη διάθεση να κάνει χιούμορ. Την ίδια στιγμή βέβαια ίσως ήμουν περισσότερο χαριτωμένος απ’ όσο «επιτρεπόταν» σ’ ένα αγόρι της ηλικίας μου. Ίσως πιο θηλυπρεπής. Ακόμα με θυμάμαι να λέω σε κάποιους φίλους συμμαθητές ότι «αύριο έχω κομμωτήριο» κι εκείνοι να σκάνε στα γέλια. Το «σωστό» για ένα αγόρι δεν είναι να πει ότι έχει κομμωτήριο, αλλά ότι θα πάει να κουρευτεί. «Ψύλλοι στ’ άχυρα», θα μου πείτε, αλλά κάτι τέτοια μικρά και ασήμαντα είναι που σε βάζουν στο στόχαστρο. Όπως ας πούμε ότι σου αρέσει να τραγουδάς Άννα Βίσση και θυμάσαι και τη χορογραφία. Too much gay για έναν έφηβο, δεν νομίζετε;

Στο γυμνάσιο, λοιπόν, η αλήθεια είναι ότι ήμουν στο στόχαστρο. Στο στόχαστρο, όχι στο περιθώριο. Ποτέ δεν υπήρξα στο περιθώριο. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου με κάνανε παρέα. Σκεφτείτε ότι στη Δευτέρα γυμνασίου βγήκα πρώτος στην τάξη στις εκλογές για το πενταμελές. Όμως η καζούρα για την ομοφυλοφιλία μου –την οποία φυσικά τότε αρνούμουν σθεναρά να παραδεχτώ– βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη. Κοροϊδευτικά σχόλια, υποτιμητικά παρατσούκλια, ενίοτε φραστικές επιθέσεις. Όχι από ξένους, από τους φίλους μου. Ήταν κάτι απολύτως φυσιολογικό. Το οποίο το ανεχόμουν. Δηλαδή χαμογελούσα και το άφηνα να πέσει κάτω, να περάσει. Ελάχιστες φορές αντέδρασα. Αλλά τώρα πια μπορώ να σας πω με σιγουριά ότι επρόκειτο για λεκτική βία. Καμία πλάκα. Τίποτα αθώο.

Όλη εκείνη την περίοδο επέλεξα τη σιωπή. Οι γονείς μου δεν γνώριζαν τίποτα απ’ όλα αυτά. Δεν τους άφησα εγώ να γνωρίζουν. Οι καθηγητές δεν ήξεραν ή ήξεραν και δεν μίλησαν. Πάντως εμένα κανείς τους δεν με προσέγγισε να μου πει κάτι για όλο αυτό που συνέβαινε. Ούτε εγώ φυσικά το επεδίωξα. Outing έκανα πολύ αργότερα. Γύρω στα 25 μου. Τότε ήρθε και η συνειδητοποίηση. Και ανήκω στους πολύ τυχερούς, γιατί όλοι με αγκάλιασαν και με στήριξαν. Και οι γονείς μου και οι φίλοι μου. Και συνειδητοποίησα ότι ίσως έπρεπε να είχα μιλήσει νωρίτερα. Ότι ίσως άδικα πέρασα πάνω από δέκα χρόνια της εφηβικής και μετεφηβικής μου ζωής μέσα στην ενοχή και την προσπάθεια να γίνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Αλλά ίσως να ήταν και μία διαδρομή που έπρεπε να διανύσω.

Δεν θέλω να πω στους γονείς αυτό το κλασικό «να αγαπάτε τα παιδιά σας». Κάλλιστα μπορεί ένας γονιός να αγαπά το παιδί του και να μην είναι καθόλου εξοικειωμένος με την ομοφυλοφιλία του. Θέλω να τους πω να «αποποινικοποιήσουν» την ομοφυλοφιλία μέσα τους. Για να ανοιχτεί ένα παιδί, για να μιλήσει, για να νιώσει καλά με τη σεξουαλική του ταυτότητα όποια κι αν είναι αυτή, δεν πρέπει να το βαραίνει καμία ενοχή γι’ αυτό που είναι. Κι αυτή την ενοχή τη γεννάει μία ολόκληρη κοινωνία με τη στάση της. Γι’ αυτό κι εγώ σήμερα σας γράφω επώνυμα. Γιατί πρέπει να τελειώνουμε με αυτό το πέπλο ενοχής και σιωπής.

Ραφαέλα Βαρώνου, 28 ετών, ποιήτρια, μεταφράστρια, ακτιβίστρια και μέλος της κολεκτίβας English Collective of Prostitutes 

Πρέπει να πήγαινα πρώτη Δημοτικού όταν ανακάλυψα ότι πέραν από τα αγόρια μού άρεσαν και τα κορίτσια. Θυμάμαι είχα μια παιδική φίλη και ήμουν κυριολεκτικά obsessed μαζί της. Ήθελα να την βλέπω κάθε μέρα. Για εμένα ήταν το πιο cool κορίτσι σε όλο τον κόσμο. Από τη μία πλευρά ήθελα να της μοιάσω γιατί τη θαύμαζα (είχε gameboy και ήξερε να φτιάχνει τριαντάφυλλα από πλαστελίνη!) κι από την άλλη ήθελα να είμαι μαζί της γιατί ένιωθα πεταλούδες στο στομάχι. Τελικά, έμελλε να είναι και το πρώτο μου φιλί, ένα απόγευμα όπου είχαμε μπει μέσα στη ντουλάπα της και παίζαμε τις πριγκίπισσες. Γύρω στα 10 αποφάσισα να ρωτήσω τη μαμά μου τι είναι έρωτας. Εκείνη μου απάντησε πως είναι ένα πάρα πολύ όμορφο συναίσθημα μεταξύ δύο ανθρώπων, η κουβέντα έμεινε εκεί κι εγώ δεν προβληματίστηκα περαιτέρω. 

Όταν ξεκίνησα το Γυμνάσιο τα πράγματα άλλαξαν. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που άκουσα ομοφοβικά σχόλια. Τα σχόλια αυτά δεν πήγαιναν σε εμένα αλλά σε έναν συμμαθητή μου, ο οποίος τελικά άλλαξε σχολείο γιατί βίωνε καθημερινό bullying από τα παιδιά της τάξης, κυρίως από τα αγόρια. Εγώ βίωσα άλλο είδος bullying, το οποίο συνεχίστηκε μέχρι και την τρίτη λυκείου: fat shaming. Έτσι, έχοντας ήδη να αντιμετωπίσω μια αφόρητη καθημερινή κατάσταση, αποφάσισα να μην «επιβαρύνω» περισσότερο την ήδη δύσκολη θέση μου. 

Ρίχτηκα, λοιπόν, στη λογοτεχνία, στα κόμικς, στις ταινίες, στη μουσική, στο internet, κι έθαψα κάπου στο βάθος του μυαλού μου τη σεξουαλική μου ταυτότητα. Καθόμουν με τις ώρες κι έφτιαχνα τη σελίδα προφίλ μου στο Myspace, ακούγοντας «The Used» και προσπαθώντας να ξεχάσω ότι ήταν Κυριακή απόγευμα και την επόμενη μέρα ήμουν αναγκασμένη να αφήσω το safety bubble μου και να μπω στην σκληρή πραγματικότητα. Πολλά άτομα με ρωτάνε σήμερα, σχεδόν με θυμό, γιατί δεν αντιδρούσα στη σχολική βία που βίωνα. Η απάντηση είναι πως φοβόμουν. Φοβόμουν γιατί ήμουν μία και τα άτομα αυτά πολλά. Επίσης, όσες φορές κι αν οι γονείς μου παραπονέθηκαν, λύση δε δόθηκε. Υπεύθυνοι και καθηγητές είχαν μια αντιμετώπιση του στιλ: «Παιδιά είναι και παίζουν. Είναι και η κόρη σας υπερευαίσθητη, πρέπει να τη σκληρύνετε λίγο». 

Τρία χρόνια αφού τελείωσα το σχολείο, έκανα το coming out μου ως bisexual (δεν ήξερα τότε τον όρο pansexual ο οποίος με εκφράζει περισσότερο) στους γονείς μου. Τους έβαλα να δουν το μουσικό video She Keeps Me Warm από τη Mary Lambert και όταν τελείωσε, μέσα από κλάματα, τους είπα ότι είμαι κι εγώ έτσι. Εκείνοι με αγκάλιασαν, μου είπαν πως με αγαπάνε και πως είναι περήφανοι για εμένα. Εκείνη η μέρα ήταν που ένιωσα πως άρχισα να ζω πραγματικά. 

Εξακολουθεί να μου είναι αδιανόητο το γεγονός πως υπάρχουν γονείς που δε στηρίζουν τα παιδιά τους και τα διώχνουν από το σπίτι επειδή ανήκουν στην LGBTQ+ κοινότητα. Αν οι γονείς δεν αγκαλιάσουν και δεν προστατέψουν τα παιδιά τους τότε ποιος θα το κάνει; Η αληθινή αγάπη προστατεύει και βοηθάει ένα παιδί να ανθίσει και να ζήσει αληθινά ευτυχισμένο.