Η ΚΥΡΙΑ Μ.

Η κυρία Μ.Εμφανίστηκε μπροστά μου, στο σχεδόν άδειο προαύλιο του νέου μεγάλου σχολείου (είχα αγωνία και είχα πάει νωρίς), με το κόκκινο ωραίο της κραγιόν, με τη σφιχτά δεμένη στο τελείωμα κοτσίδα της, με τα σγουρά τσουλούφια της να της χαϊδεύουν το πρόσωπό της, κρατούσε ένα πολύχρωμο βιβλίο και φορούσε υπέροχα περίεργα ρούχα. Έμοιαζε μισή να είναι από παραμύθι, μισή (και ίσως παραπάνω από μισή) πρωταγωνίστρια παλιού καλού κινηματογράφου. Η κυρία Μ. δίχως να το ξέρει… -καλά, ίσως και να το ξέρει- μου άλλαξε τη ζωή, ή για να το πω πιο σωστά, μου την πλούτισε!

Η κυρία Μ. ήταν η καθηγήτρια των καλλιτεχνικών στο γυμνάσιο! Ήμουν από τα τυχερά παιδιά, μια και μεγάλωσα σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη οικογένεια σε σχέση με τις τέχνες και τα γράμματα, είχα πάντα επαφή με διάφορα υλικά καλλιτεχνικής έκφρασης, δεν είχα όμως ιδέα, μέχρι τη στιγμή που μπήκε στην τάξη για να μας διδάξει καλλιτεχνικά, πως ένας μόνο άνθρωπος θα μπορούσε να συγκεντρώσει πάνω του όλες τις γνώσεις, τη θεωρία και την απόλαυση της τέχνης! Και τι δεν έμαθα πλάι της. Ανυπομονούσα κάθε φορά για το μάθημα καλλιτεχνικών! Την αγαπούσα, και την αγαπώ, και μέσα από εκείνη αγάπησα την τέχνη και ακόμα πιο πολύ την αγαπώ τώρα.

Θυμάμαι εκείνο το πρωινό, νομίζω Α’ γυμνασίου, που στις εξετάσεις για προαγωγή σε επόμενη τάξη είχα εξεταστεί μόνη με δυο μέρες καθυστέρηση (με είχε αναγκάσει φοβερός πυρετός να μην εμφανιστώ στην ημέρα που έδιναν όλοι) και ενώ, όπως εκείνη ήξερε, εγώ προσωπικά λάτρευα το ελεύθερο σχέδιο, κλήθηκα να κάνω κάτι που συχαινόμουν: Το θέμα ήταν να κάνω μια γεωμετρική, συμμετρική, ούτε που ξέρω πως τη λένε, μια αηδία θα πω ανακαλώντας την τότε εφηβική μου διάθεση, και φυσικά την έκανα χάλια, αν και ήταν τόσο απλό, έπρεπε απλά να είναι σταθερό το χέρι μου και να γυρίζω γύρω γύρω τον χάρακα. Θυμάμαι λοιπόν να μου λέει «καταλαβαίνεις πως θα σου βάλω χαριστικά 10, κανονικά είναι για κάτω από τη βάση». Είχα χαμηλώσει το βλέμμα, αλλά μέσα μου σκεφτόμουν «έχω 20 στον έλεγχο, δε με νοιάζει» και με έπιασα και κάπως να σκέφτομαι «σιγά εξάλλου, καλλιτεχνικά είναι ποιος τα λογαριάζει» (κλασική τεχνική υποτίμησης ως άμυνα). Εκείνη, έξυπνη, ευρηματική, αγαπημένη, με κοίταξε και μου είπε: «Κοιτάξέ με, δεν αρκεί να παίζουμε όμορφα αν δε μαθαίνουμε από το παιχνίδι, ακόμα και δίχως να το ξέρουμε μαθαίνουμε. Δεν αρκεί το ταλέντο δίχως να έχουμε γνώσεις, δεν αρκεί το ταλέντο αν δεν έχουμε πονέσει για αυτό. Είναι ωραία η αίσθηση της ελευθερίας, να αισθάνεσαι ελεύθερη, αλλά να έχεις την ίδια στιγμή τη δύναμη να επιβάλλεσαι και στον εαυτό σου γιατί μόνο έτσι θα είσαι πραγματικά ελεύθερη». Και βγαίνοντας με το μεγάλο /μικρό μου δεκαράκι μου φώναξε: «Πήγαινε να διαβάσεις για τον Πικάσο».

Δεν πήγα φυσικά, τότε γιατί πήγα για μπουγέλο, σε μεγάλη ηλικία όμως, μια μέρα βροχερή στην Ιταλία διαβάζοντας ένα βιβλίο με φράσεις μεγάλων δημιουργών διάβασα την εξής ρήση του Πικάσο: «Μάθε τους κανόνες σαν επαγγελματίας, ώστε να μπορείς να τους παραβαίνεις σαν ερασιτέχνης». Εκεί θυμήθηκα, εκεί κατάλαβα. Και συνεχίζω να καταλαβαίνω. Την κυρία Μ. την έχω μέσα μου, το μάθημα των καλλιτεχνικών ήταν απλά ένα μάθημα, υποτιμημένο, κατατρεγμένο, καταφρονημένο. Σήμερα που εξεγείρονται όλοι για την αφαίρεση της τέχνης από τα σχολεία αναρωτιέμαι αν ποτέ πριν αγωνιούσαν για το αν η τέχνη διδασκόταν σωστά, για να μην πω πως οι περισσότεροι γονείς παράβλεπαν τη σημαντικότητα της. Η κυρία Μ. με έμαθε να εκφράζομαι, να εκθέτω τον εαυτό μου, να τον πειθαρχώ και να τον ελευθερώνω την ίδια στιγμή. Καθώς γράφω, θυμάμαι πως ήταν το μάθημα της η αιτία να μην αποβληθεί ένας από τους χειρότερους τότε μαθητές (ολόκληρο άρθρο για το πώς η τέχνη ημερεύει τα θεριά). Δεν ήταν τα καλλιτεχνικά από μόνα τους, δεν ήταν οι τέχνες… Ήταν ο άνθρωπος με τα εργαλεία του… Μαζί πάνε αυτά!

Να φωνάξουμε όλοι μαζί λοιπόν αυτό… Μη στερείτε από τα σχολεία τους ανθρώπους! Το Υπουργείο Παιδείας, αντί να βγάζει και να βάζει εργαλεία, ας φροντίσει τους «μάστορες» με σεμινάρια, με ομαδικές θεραπευτικές διαδικασίες συμβουλευτικής… Ας τους ταΐσει, ας τους δυναμώσει. Έχουν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τα σχολεία από χρονιά τώρα μπει σε μια τροχιά τζόγου -θα τολμήσω να πω… Αν τύχει… Θα τύχει… Και κάπως έτσι περνά στα χέρια των γονιών η εκπαίδευση του παιδιού. Και ενώ θα έπρεπε η δημόσια παιδεία να μεγαλώνει ανθρώπους του αύριο, καταντά μικρό ανήλικο παιδί που του στερούν οι μεν ρούχα γιατί έτσι, γιατί δεν αξίζει να τα φορά, και οι δε την ελευθερία έκφρασης, γιατί δεν είναι άξιο και αυτοί ξέρουν καλύτερα. Για να τα σκεφτούμε, λοιπόν, όλα αυτά. Εγώ εντωμεταξύ, να πω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» και ένα μεγάλο «σας αγαπώ», στην κυρία Μ.!