ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟ Ή ΚΑΚΟΜΑΘΗΜΕΝΟ;

κουρασμένο

Κουρασμένο ή κακομαθημένο

Στα κείμενα μου αναρωτιέμαι συχνά πώς η σύγχρονη παιδοκεντρικότητα –σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες– επηρεάζει άραγε το μεγάλωμα των παιδιών και κατ’ επέκταση την ανάπτυξη της κοινωνίας. Αρκετοί γονείς συγκρίνουμε τα δικά μας παιδικά χρόνια με αυτά των παιδιών μας και πολλοί είμαστε εκείνοι που αναρωτιούνται ποιο μοντέλο είναι το καλύτερο. Το μοντέλο της βιαιοπραγίας πάνω στο χεράκι ενός μικρού που δεν υπάκουσε στις εντολές του μπαμπά ή εκείνο του διαλόγου με ψυχραιμία (και βαθιές ανάσες), ώστε να κατανοήσει το παιδί τους λόγους για τους οποίους απαγορεύεται μια «κακή» πράξη; Το παλαιό μοντέλο που ήθελε κάποτε να μη μας πέσει ούτε καρφίτσα το μεσημέρι που κοιμούνταν οι γονείς μας ή το σύγχρονο, που όσο κι αν λες στα παιδιά σου να κάνουν έστω ενός δεκαλέπτου σιγή, να κλείσεις λίγο τα βλέφαρα, εκείνα δεν μπορούν να το εφαρμόσουν ούτε για ένα λεπτό;
Προφανώς, δεν υπάρχει τέλειο μοντέλο. Ούτε καν στην πασαρέλα, θα πω αστειευόμενος. Όμως, νομίζω πως όσο κι αν ορθώς πλέον σκεφτόμαστε και πράττουμε παιδοκεντρικά (βέβαια αυτό δεν ισχύει για σημαντικά ζητήματα, όπως η κλιματική αλλαγή ή οι πόλεμοι), έχουμε φτάσει στο αντίθετο άκρο. Στο άκρο της υπερβολής, εκεί όπου δεν υπάρχουν όρια στη συμπεριφορά, εκεί όπου δεν έχει κανένα ελάττωμα το μικρό μας παιδί, εκεί όπου το αντιμετωπίζουμε σαν ενήλικο, ρωτώντας το να αποφασίσει πώς θα χαράξουμε τη μέρα, σαν να πιστεύουμε πως μπορεί να σκεφτεί ισότιμα με εμάς.
Έτσι φτάνουμε πάλι σε αυτό που απλά και λαϊκά λέμε «κακομαθημένο» παιδί, εννοώντας το παιδί εκείνο που δεν έχει σωστούς τρόπους, που είναι επιθετικό χωρίς αιτία, που τα θέλει όλα δικά του, που βουτά τα παιχνίδια των άλλων παιδιών χωρίς να ρωτήσει, που δεν περιμένει τη σειρά του, που φωνάζει για να γίνει το δικό του… Με λίγα λόγια, στο παιδί εκείνο που συμπεριφέρεται άδικα, με κατάχρηση της ανοχής των γύρω του και με θράσος. Το επίκεντρο είναι αυτό και μόνο, στα παιχνίδια, στα γλυκά, στην καλοπέραση και συνήθως… σε ό,τι επιθυμούν οι άλλοι. Γιατί πολύ απλά οι γονείς του του εμφύσησαν μια μοναδικότητα ολιγαρχική, με προνόμια αποκλειστικά για εκείνο, με δικαιώματα χωρίς καμία υποχρέωση.

Η γονεϊκή ερμηνεία
Πολλές φορές μάλιστα οι συμπεριφορές αυτές, επειδή εκθέτουν τους γονείς, χαρακτηρίζονται από εκείνους ως μια στιγμές κόπωσης του παιδιού, ως κρίσεις θυμού (που βέβαια κι αυτές οι ρημάδες παρατηρούνται, αλλά μέχρι 3-4 ετών το πολύ) ή ακόμη και ως «άλματα ανάπτυξης». Ναι, πολλά έχουν ακούσει τα αυτιά μου για όσα έχουν συμβεί μπροστά στα μάτια μου, είτε στο παιδιατρικό ιατρείο είτε στην παιδική χαρά ή σε ένα πάρτι. Υποθέτω πως και εσείς είστε θεατές τέτοιων «αλμάτων ανάπτυξης», απλώς ένας παιδίατρος ακούει μάλλον συχνότερα τέτοιες δικαιολογίες.
Θα συμφωνήσω πως η κούραση είναι αρκετή για να βγει ο κακός μας εαυτός. Αυτό ισχύει σε όλες τις ηλικίες. Απλώς, αυτός ο κακός εαυτός διαφέρει από παιδί σε παιδί. Όταν είσαι κολλημένος στην κίνηση μιας λεωφόρου, έχεις κάποιες επιλογές. Να χτυπήσεις με νεύρα το τιμόνι σου, να κορνάρεις αλύπητα, να σηκώσεις έξω από το παράθυρο το μισό σου κορμί και να αρχίσεις να μουντζώνεις στον αέρα, να βγεις ολόκληρος και να πυροβολήσεις τον μπροστινό στα λάστιχα, να τον πυροβολήσεις στο δόξα πατρί… ή να βάλεις μουσική και να διαβάσεις κάτι στο κινητό σου ή ένα βιβλίο. Σε κάθε περίπτωση, η ατυχία σου να βρεθείς σε μποτιλιάρισμα δεν σε δικαιολογεί να πράξεις εις βάρος κάποιου. Άρα ναι, όλοι κουραζόμαστε και όλοι πρέπει να μάθουμε να διαχειριζόμαστε κάποτε τον θυμό μας –και μαζί με μας και τα παιδιά. Και αν είναι κουρασμένα, καθώς μεγαλώνουν να μάθουν να συμπεριφέρονται με ολοένα και πιο ψύχραιμο τρόπο. Δεν γίνεται η δικαιολογία «κουρασμένο» να συνοδεύει το παιδί μας και μετά τη νηπιακή ηλικία, όταν, θεωρητικά, ωριμάζουν οι κοινωνικές του δεξιότητες…
Άλλη μια «θεϊκή» γονεϊκή δικαιολογία είναι εκείνη που εξηγεί την κακότροπη συμπεριφορά ως ίδιον ενός χαρακτήρα ξεχωριστού. Και σε αυτό, δυστυχώς, πιστεύω πως έχουν παίξει ρόλο διάφορες ψυχολογικές θεωρίες ή έστω η προσέγγιση ορισμένων ψυχολόγων-συμβούλων οικογένειας, οι οποίοι προσπαθούν να τονώσουν την αυτοπεποίθηση των πελατών. Απ’ ό,τι μαθαίνω από τους γονείς στο ιατρείο, ο/η ψυχολόγος τούς είπε πως πρόκειται για ένα παιδί χαρισματικό ή για έναν χαρακτήρα με έντονα στοιχεία ή για ένα πανέξυπνο άτομο… Φυσικά, όλες αυτές οι ιδιαιτερότητες καθιστούν δύσκολη τη συνύπαρξή του με τα άλλα παιδάκια, τα κοινά, κάτι που προκαλεί εκνευρισμό και τελικά επιθετικότητα στο «χαρισματικό»! Κι έτσι ο γονιός που έψαξε για την παράξενη συμπεριφορά του παιδιού του, το οποίο είχαν αρχίσει να απομονώνουν τα υπόλοιπα, επιβεβαίωσε και κατόπιν επιστημονικής προσέγγισης, ότι δεν φταίει κανείς άλλος, παρά μόνο η τελειότητα εκείνου. («Ένα από τα βασικά ελαττώματά μου είναι ότι είμαι πολύ ευαίσθητη», που θα ’λεγε και το μοντέλο της πασαρέλας, θα πω και πάλι αστειευόμενος).

Όρια, ξανά και ξανά
Λοιπόν, γονείς, ας συγκεντρωθούμε λιγάκι! Όρια ξέρουμε τι είναι; Είναι να του λες και κάνα όχι! Να του λες μάλλον πολλά όχι! Να του μιλάς επικριτικά, όταν έχει εμφανώς συμπεριφερθεί άσχημα! Δεν γίνεται να βαράει το άλλο παιδί με ένα κομμάτι ξύλο και, αντί να το μαλώνεις, να του δίνεις άλλοθι, λέγοντάς του «Δεν το ’θελες, ε; Κατά λάθος το ’κανες ε;» Ούτε να λες στον γονιό του άλλου παιδιού «Ε, είναι η ώρα του για ύπνο και γι’ αυτό τα κάνει αυτά».
ΟΡΙΑ! Γιατί αν δεν μπουν όρια από την αρχή του δεύτερου χρόνου ζωής (τα βρέφη αρχίζουν να κατανοούν το «μη» ήδη από τον 9ο μήνα) και οι κρίσεις θυμού αντιμετωπιστούν χωρίς συνέπεια, χωρίς σταθερότητα και χωρίς κοινή γραμμή από τους κηδεμόνες, με πλήρη ανοχή, τότε το παιδί θα μπερδευτεί και θα νομίζει πως για να ζητήσει κάτι θα πρέπει να φωνάξει και να χτυπηθεί στα πατώματα. Ο λόγος που τα παιδιά μας εμφανίζουν κρίσεις θυμού είναι ξεκάθαρα εκπαιδευτικός για τα ίδια, για να μάθουν τα όρια του κόσμου τους, μέσα από τα δικά μας όρια. Συνεπώς, η αδυναμία οριοθέτησης από τους γονείς, τα καθιστά αδύναμα κι εκείνα.

Παιδιά σε κρίση, παιδιά ανασφαλή
Συνήθως οι νταήδες που κάνουν τον περισσότερο σαματά σε μια κοινωνική ομάδα είναι και οι πιο ανασφαλείς. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τα παιδιά που χτυπούν τα άλλα, που βουτούν τα παιχνίδια τους, που σπρώχνουν, που φωνάζουν, που οργιάζουν, προκειμένου να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Είναι παιδιά ανασφαλή, που δεν έχουν μάθει να συνομιλούν, δεν γνωρίζουν να υποχωρούν ώστε να μπορέσουν να συνεργαστούν, αδυνατούν να ακολουθήσουν τους στοιχειώδεις κανόνες της παρέας και έτσι χρησιμοποιούν τη φωνή και το σώμα τους για να επιβληθούν. Είναι παιδιά που και μετά τα δύο ή τα τρία χρόνια τους, και μετά την ηλικία με τα ξεσπάσματα θυμού, οι συμπεριφορές τους δεν έτυχαν λογικής διαχείρισης από τους γονείς τους και εδραιώθηκε πλέον η συνήθεια να κλαίνε και να εκβιάζουν ψυχολογικά, προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους.
Δεν μπαίνουν, όμως, ποτέ στον κόπο να προσπαθήσουν μόνα τους ουσιαστικά. Βασίζονται στους άλλους (βασικά στους γονείς τους) και έτσι δεν αποκτούν αυτοπεποίθηση. Η κοινωνική ζωή αυτών των παιδιών υποφέρει, μια που τα άλλα παιδιά δεν έχουν υπομονή μαζί τους και τη διάθεση να τους κάνουν μονίμως τα χατίρια. Κι όταν βέβαια μεγαλώσουν αυτά τα παιδιά και γίνουν ενήλικοι, ποιος θα ’ναι εκείνος που δεν θα τους χαλάει χατίρι; Μήπως κάποια γυναίκα –δούλα και κυρά–, όπως κάποτε η μαμά τους, αν πρόκειται για άντρες; Μήπως κάποιος νεαρός που θα πρέπει πάντα να «νικάει» τον σούπερ μπαμπά της κοπέλας του, αν πρόκειται για γυναίκες; Κι αν δεν βρεθούν αυτοί; Μήπως τότε, σε κάποιον τσακωμό, το μικρό σήμερα αγόρι που χατίρι δεν του χαλιέται, νευριάσει τόσο με την κοπέλα του αργότερα και την πετάξει από κάποιο γκρεμό στη Φολέγανδρο; Αλήθεια, πόσο σίγουροι είμαστε ότι οι γυναικοκτονίες, που χορτάσαμε να ακούμε τον τελευταίο χρόνο, δεν σχετίζονται με κακομαθημένους πρίγκιπες;
Στην ερώτηση, λοιπόν, του τίτλου θα απαντούσα προφανώς και τα δυο. Κακομαθημένο και, ναι, κουρασμένο, το οποίο όμως εμφανίζει δυσκολία να διαχειριστεί την κόπωσή του, γιατί δεν έμαθε ποτέ να διαχειρίζεται κάτι μόνο του, παρά να χειρίζεται εκείνους που του επέτρεψαν να ζει σε έναν κόσμο φανταστικό, χωρίς κανένα απαγορευτικό, χωρίς κανέναν περιορισμό.
Στερώντας τα όρια από τα παιδιά μας τους στερούμε την προετοιμασία για τις απαιτήσεις του πραγματικού κόσμου, ο οποίος είναι γεμάτος αρνήσεις και διαφορετικότητα. Αν θέλετε, λοιπόν, να μεγαλώσετε παιδιά με αυτοπεποίθηση, βάλτε τους όρια. Το να γκαρίζουν μια ζωή δεν είναι ένδειξη ούτε δύναμης ούτε ιδιαιτερότητας. Είναι μάλλον λόγος σοβαρός για να τα απομονώσουν οι γύρω τους. Δείξτε τους αγάπη, βάζοντας όρια. Προστατέψτε τα, βάζοντας όρια… Και τότε όλα τα ωραία που η γενιά μας προσφέρει, καλώς, στα παιδιά μας θα είναι πλούτος ουσιαστικός και όχι απλώς άλλο ένα περιττό στολίδι στο «παλάτι» τους.

Ο Ιορδάνης Παπαδόπουλος MD, PhD, είναι Επιμελητής Β΄ Παιδιατρικής ΓΝ Σύρου. [email protected]

Leave a Reply