ΣΤΗΝ ΚΑΡΥΣΤΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ

κάρυστοΔεν ξέρω πως νιώθατε εσείς στην αρχή της καραντίνας, εμένα πάντως μου φαινόταν η πιο απρόβλεπτη φάση από όσα έχω ζήσει ως ενήλικη (στα χαρτιά τουλάχιστον). Κι όσο περνούσαν οι μέρες κι ασπρίζαν (στ’ αλήθεια) τα μαλλιά κι όσο ο μικρόκοσμός μου γινόταν στην κυριολεξία ο μοναδικός μου κόσμος, περνούσε ο καιρός και συνηθιζόταν κι αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο: και τα μηνυματάκια για το σούπερ ή το τρέξιμο και ο ελάχιστος κόσμος και τα αυτοκίνητα σε φάση δείγματος κάτω από το σπίτι και η άπειρη ησυχία. Ακόμα και το Πάσχα στο μπαλκόνι μια χαρά ήταν· βγήκε τέλεια και η μαγειρίτσα κι όλα καλά!

Και μετά πάλι, σιγά σιγά, ο κόσμος βγήκε στον δρόμο, μαζί με τ’ αμάξια και τα μηχανάκια, και τα μαγαζιά ανοίξανε και οι πλατείες γεμίσανε, σε βαθμό που δε χωρούσαμε να κάνουμε ένα πατίνι, βρε αδελφέ (ε, ο τρίχρονος μιλάει τώρα).

Δουλειά στο χωριό

Και κάπου τότε, που άνοιξαν και τα «σύνορα» του εσωτερικού, φορτώσαμε υπολογιστές κι οθόνες κι εκτυπωτή για τη μεγάλη, να κάνει καμιά άσκηση εξ αποστάσεως και μετακομίσαμε το work from home κάπου πιο εξοχικά, στη Νότια Εύβοια, στη μαγική Καρυστία, όπως είναι το παρατσούκλι της τα τελευταία χρόνια. Τυχαίο; Δε νομίζω, μια που ο καλός μου πεθερούλης άφησε ένα υπέροχο παππουδικό σπίτι πάνω στο βουνό, με θέα θάλασσα και συγκατοίκους όλο το μαμουνίστικο βασίλειο.

Η δουλειά μας έγινε, με το δίκτυο του κινητού ο καθένας και τα τηλέφωνα να χτυπάνε (όταν έπιανε σήμα) και τα calls να γίνονται, έστω και μέσα από το μπάνιο (αλήθεια λέω, έκανα κι ένα τέτοιο). Η διαφορά για τη δουλειά ήταν ότι την πρώτη εβδομάδα το «γραφείο» μου είχε θέα θάλασσα και ηχητικά εφέ πουλιών, τη δεύτερη εβδομάδα μάς μούσκεψε λίγο και μπήκα μέσα να μοιραστώ «γραφείο» με τον συμβίο μου (αφού δε σκοτωθήκαμε πάλι καλά). Την τρίτη εβδομάδα επέστρεψα στην ωραία θέα, ευτυχώς για όλους μας. Απόδειξη όλο αυτό ότι ορισμένες δουλειές γίνονται ακόμα κι από το χωριό, χωρίς να επηρεάζεται η ποιότητα και η αποτελεσματικότητά τους. Και όσο είχα τέτοια θέα, άλλο τόσο γούσταρα να δουλεύω. Ευτυχώς που πιο πολύ ανυπομονούσα για βουτιά οπότε ξεπερνιόταν στο λεπτό…

338px-20090531_Karystos_Evia_island_GreeceΤα παιδιά στο χωριό

Μεγάλη διαφορά είχε αυτή η «μετακόμιση» και για τα παιδιά, για τα οποία οφείλω να πω ότι τους μήνες που ήμασταν σχετικά αποκλεισμένοι στο σπίτι εις τας Αθήνας ανταποκρίθηκαν εξαιρετικά καλά, σε βαθμό απορίας (από μέρους μου). Έφτασαν στο χωριό, όμως, κι από την πρώτη μέρα ξεκίνησαν τις εξορμήσεις στον κήπο και παίζανε με όποιο μαμούνι τούς φαινόταν ακίνδυνο, ενίοτε το έφερναν και σε εμάς για να θαυμάσουμε. Αναγνώριζε δε η μεγάλη όλα τα δέντρα, με ή χωρίς φρούτα, κι όσα μούσμουλα εντόπιζε τα έφερνε για φάγωμα. Κι η μεγαλύτερη αποκάλυψη ήταν τα αδέσποτα γατιά του χωριού, που μας πήραν πρέφα και καθημερινά έρχονταν να ζητήσουν το μερίδιό τους. Κι η μεγάλη ειδικά, που το έχει κι άχτι το κατοικίδιο μια που δεν έχουμε στο Άθενς, ερχόταν συγκλονισμένη να μας πει ότι της νιαούρισε ο τάδε γάτος κι η τάδε γάτα είναι τραυματισμένη κι είχαμε καθημερινό δελτίο ειδήσεων για γάτες.

Ο άλλος από την άλλη, ο μικρός ντε, ο οποίος πολλές φορές άκουγε λόγια διωγμού κι από τις δυο μπάντες, κι από γονείς κι από μεγάλη αδελφή, όταν εκείνη διάβαζε, είχε αγανακτήσει γιατί στο χωριατόσπιτο δεν έχουμε σαλόνι. Και καθόταν και μονολογούσε «μα καλά, εδώ έχουμε ένα δωμάτιο, ένα άλλο δωμάτιο, κουζίνα και τζάκι, το σαλόνι πού είναι; Μα γιατί δεν έχουμε σαλόνι;» Αφού για εκείνον το σαλόνι είναι οικιακός παιδότοπος κι επειδή ακόμα δεν έχει εκτιμήσει τις χαρές της φύσης τόσο πολύ, οπότε η αυλή ήταν τρε μπανάλ για τα γούστα του, απορούσε και μας παραπονιόταν ότι το σπίτι στην Κάρυστο είναι πολύ μικρό και πρέπει να πάρουμε μεγαλύτερο. Τη Μαντάμ Σουσού έχουμε για γιο, να ξέρετε.

Το χωριό μετά την καραντίνα

Αναφορικά με τον κορόνα τον ιό, οι ντόπιοι έζησαν ό,τι κι εμείς στην πόλη, με τα μηνυματάκια τους για μετακίνηση και με όλα τα σχετικά. Φτάσαμε πριν ανοίξουν κανονικά τα φαγάδικα, οπότε ζήσαμε και τη φάση «τι θα κάνουμε τώρα;» που γρήγορα απαντήθηκε με το «φοράμε όλοι μάσκα, αλλά οι αποστάσεις εξαρτώνται κι από εσάς». Αν και προφανώς, θα έλεγα, πιο εύκολα ζεις λοκντάουν σε μια επαρχία που είναι δίπλα και στο βουνό και στη θάλασσα, οι ντόπιοι φίλοι δεν ήταν λιγότερο ανήσυχοι από εμάς. Κορυφαία εμπειρία όταν χρειάστηκε να επισκεφτούμε τα επείγοντα του τοπικού νοσοκομείου, γιατί η μικρή μας είχε έντονο πόνο, λόγο εντερικών εν τέλει (ουφ!) Ακολουθήθηκε το σχετικό πρωτόκολλο θερμομέτρησης και μάσκας πριν μπούμε κι όταν έτυχε την ίδια ώρα να σκάσει και παππούς με ανεβασμένη πίεση, οι εργαζόμενοι αστειεύονταν με μια κοπέλα, που είναι γκαντέμα, γιατί όποτε δουλεύει έχει πολλή δουλειά (!!!!!) Κατά τ’ άλλα πάντως, πολύ καλή αντιμετώπιση και από τη γιατρό που εφημέρευε και από τις νοσηλεύτριες εκεί.

geusiplousΠού να φάτε

Τα απογεύματα, λοιπόν, που δεν ήταν για θάλασσα ήταν για ποδήλατο και πατίνι στην πλατεία. Μια μεγάλη πλατεία που στο τσακίρ κέφι μέτρησα 14 παιδάκια (με τα δικά μας). Και καθόμουν στην παρακείμενη καφετέρια κι έπινα η σικ χωριάτα  ̶  που με λέγανε ̶ το Άπερολ Σπρίτζ μου (αφού δε μου αρέσει ο καφές). Κι αν πεινάγαμε και δεν είχαμε μαγειρέψει, εντοπίσαμε το καλύτερο σουβλάκι («Στη Λαδόκολλα»), τις καλύτερες κουρκουμπίνες, τοπικό ζυμαρικό που οφείλετε να φάτε αν πάτε (στον «Ζυγό»), το καλύτερο εστιατόριο για πιο γκουρμέ φάσεις (το «Γευσίπλους»), τους πιο καλούς ψαρομεζέδες (στον «Φίλιππα») και την καλύτερη χορτόπιτα στο φούρνο (που δεν θυμάμαι πώς τον λένε, επιφυλάσσομαι). Επίσης, φάγαμε εξαιρετικό καϊμάκι και ωραίο σορμπέ φράουλα στο «Kalliston», ενώ για κατσικίσιο γάλα, ντόπιο και φρέσκο, όπως και για αντίστοιχο κρεατάκι, αμνοερίφιο φάση, επισκεφτήκαμε το κρεοπωλείο «Παράγκα» (Φάρμα Ζωγράφου).

1Πού να κολυμπήσετε

Για να μην πω για τις παραλίες που είναι αμέτρητες, κοντά και με μεγάλη ποικιλία… Θες νερά πισινάτα; Πας Αγία Παρασκευή. Θες λίγο πιο άγρια κι Αιγαίο; Τραβιέσαι καμιά ώρα ως το Ποτάμι, θες αρμυρίκια κι άραγμα; Πας στα Μάρμαρα ή στο Άγαλμα. Θες λίγο πιο άπλα πας στον Μπούρο. Και στο ενδιάμεσο, όπου γουστάρεις και μπορείς να κατέβεις, υπάρχουν πολλά κι όμορφα κολπάκια. Ο αέρας, όμως, αποτελεί βασικό ζητούμενο τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε ρωτήστε καλύτερα κάποιον ντόπιο σε ποια παραλία να πάτε ανάλογα με τον αέρα.

Λες να περνάνε καλύτερα εκεί;

Η πλάκα είναι ότι πάω στην Κάρυστο σχεδόν κάθε χρόνο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Τότε, παλιά, έβλεπα οικογένειες κι εκτός από αποψάρα για το μεγάλωμα των παιδιών τους, έτρεχα κι από την άλλη αν βρισκόμασταν κοντά σε παραλία (σημείωση, πάντα τα έβαζα με τους γονείς, τα παιδιά ανέκαθεν τα συμπαθούσα, ελαφρύ σύνδρομο Πήτερ Παν γαρ). Μόλις φέτος, λοιπόν, αναγνώρισα τις αρετές του τόπου. «Βρε, λες να περνάνε καλύτερα οι αποκεντρωμένοι;» αναρωτιέμαι κι ακόμα δεν έχω απάντηση. Ξέρω, όμως, ότι ήμασταν όλοι οικογενειακά κάπως πιο ήρεμα, ότι ακόμα και τις βροχερές μέρες τα παιδιά μας χοροπηδούσαν χαρούμενα και γίνονταν μούσκεμα κι εμένα δε με ανησυχούσε τίποτις, ξέρω ότι αυτές οι λίγες, ελάχιστες επιλογές που είχαμε στο τι θα κάνουμε, στο πού να φάμε κι από πού να αγοράσουμε ό,τι χρειαζόμασταν, απλοποιούσαν τη σκέψη και τον προγραμματισμό μας, όπως και ξέρω ότι συνήθισε τόσο το μάτι μου στην ομορφιά του βουνού και της θάλασσας που με το που μπήκαμε στην Αθήνα, μου ήρθε νταμπλάς από την ασχήμια. Σε ποια; Σε εμένα, που πίστευα ακράδαντα ότι αν μπορούσα θα ζούσα στην πλατεία Βικτωρίας.

Δεν ξέρω εσείς τι «μάθατε» από την εμπειρία των προηγούμενων μηνών. Εμένα η κατάσταση μου έδειξε ότι όλα είναι δυνατά και πιθανά κι επίσης ότι δε χρειάζομαι τόσες πολλές τσάντες και παπούτσια (καραάσχετο, αλλά είναι αλήθεια). Αν μπορούσα να επιλέξω το πού θα ήθελα να μείνω και να δουλέψω εξ αποστάσεως, σαφώς θα ήταν η Κάρυστος κι όχι η Αθήνα. Κι αν με ξέρατε, θα καταλαβαίνατε ότι αυτό για εμένα ισοδυναμεί με το να γίνεσαι από Παναθηναϊκός Ολυμπιακός. Για φαντάσου τι σου κάνει ένας ιός!