ΤΡΙΩΡΟΦΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ

Πάνε καμιά δεκαριά χρόνια που τους είδα πρώτη φορά: το αγόρι περίπου 28 ετών – μελαχρινό, σγουρά μακριά μαλλιά, αμυγδαλωτά μάτια, φωτεινό χαμόγελο. Το κορίτσι γύρω στα 25-μικρόσωμο, μαλλιά μακριά, τραβηγμένα και δέσμια ψηλά στο κεφάλι, μάτια που συχνά στένευαν, χαμόγελο νομίζω δεν είδα. Σφοδρώς ερωτευμένοι, σε θερινές διακοπές τότε. Κάναμε λίγο παρέα, είπαμε ο καθένας τα δικά του: εγώ μόλις είχα χωρίσει από σχέση μακράς διαρκείας και μικράς ποιότητος, εκείνοι είχαν σκοπό το αργότερο τον άλλο χρόνο να παντρευτούν! Τους ευχήθηκα «η ώρα η καλή και βίον ανθόσπαρτον», με ευχαρίστησαν θερμά· κατάπια το πικρό μου χαμόγελο.
Φέτος τους είδα για δεύτερη φορά: ο άντρας στις παρυφές των σαράντα – μελαχρινός, πολύ κοντά, ελαφρώς γκρίζα μαλλιά, θλιμμένα μάτια, μισό χαμόγελο. Η γυναίκα τριανταπεντάρα – μικρόσωμη, μαλλιά κοντά, τραβηγμένα μαζί με το δέρμα και δέσμια χαμηλά στον αυχένα, μάτια χωμένα στις κόγχες τους, το χαμόγελο το μάντευα, δεν το έβλεπα. Ούτε ο έρωτας ήταν πολύ εμφανής. Με αναγνώρισαν πρώτοι, χειραψίες, «τι νέα;», «όλα καλά;» – όλα καλά. Ή μήπως όχι;
Κουβέντα στην κουβέντα, έμαθα ότι «φυσικά» και παντρεύτηκαν, έκαναν σπίτι, έκαναν και δύο παιδιά: το αγόρι είναι οκτώ ετών, το κοριτσάκι τεσσάρων. Με διπλά ονόματα: το πρώτο, και χρησιμοποιούμενο, κάτι εξευγενισμένο – Ορέστης και Μυρσίνη· το δεύτερο, και σε αχρησία, κάτι λαϊκό – Κώστας και Αθανασία, του παππού και της γιαγιάς! Δηλαδή όλα ρολόι, σκέφτομαι εγώ. Όπως τα σχεδίαζαν τότε.
Όμως γιατί ο άντρας είναι μελαγχολικός και η γυναίκα μιλάει με μορφασμούς και δαγκώνοντας τις λέξεις; Προβλήματα οικονομικά; Όχι. Δουλειά; Δόξα τω Θεώ, μια χαρά! Τα παιδιά; Πολύ καλά! Μόνο, να, το αγοράκι έχει ΔΕΠ-Υ. Μιλάει η γυναίκα γρήγορα: πόσο δύσκολο είναι το πρόβλημα, πόση προσπάθεια καταβάλλει καθημερινώς, πόσο τρέχει σε ειδικούς, σε δραστηριότητες, σε σεμινάρια, και ο μικρός να μη στέκεται ήσυχος ένα λεπτό, να μη διαβάζει… Και η δουλειά στο γραφείο, και οι δουλειές στο σπίτι. Το πρόβλημα άλυτο ακόμη, και οι ειδικοί σε διαφωνία. «Έχουμε αλλάξει τρεις παιδοψυχολόγους και ο ένας είπε ‘‘έχει ΔΕΠ-Υ’’, ο άλλος ‘‘δεν έχει’’ κι ο τρίτος ότι ‘‘μπορεί να έχει, αλλά μαζί και με κάτι ακόμη’’» – μιλάει απνευστί, με ένταση, καταβροχθίζοντας και φτύνοντας τις λέξεις. Ο άντρας ακούει και ενίοτε συμπληρώνει κανένα άκεφο «ναι, ναι, βέβαια»!
Μένει η κουβέντα μας στη μέση, είναι ώρα να πάνε να βάλουν τα παιδιά για ύπνο-θα τα ξαναπούμε το πρωί, να γνωρίσω και τα πιτσιρίκια.
Πάω κι εγώ για ύπνο. Σκέφτομαι τα διαμειφθέντα, λέω μάλλον τυχερή είμαι που δεν έκανα παιδιά και παρηγορούμαι· ή δεν παρηγορούμαι; Πάντως τώρα είναι αργά και για ύπνο, και για παιδιά…
Το επόμενο πρωί πρώτα βλέπω τα παιδάκια: όμορφα, περιποιημένα, ευγενικά και ήσυχα, κάθονται σ’ έναν καναπέ της ρεσεψιόν και παίζουν με κάτι χαρτάκια. Καταλαβαίνω αμέσως ποιανού είναι: μοιάζουν πολύ στους γονείς τους. Γρήγορα γίνονται οι συστάσεις, το κοριτσάκι χαριτωμένο· το αγοράκι γελαστό, έξυπνο, ήρεμο. Και αίφνης επικρατεί ανεμοστρόβιλος: «Γρήγορα, μαζέψτε τα, να πάμε για μπάνιο, να πάρετε τα μπρατσάκια σας, πέρασε η ώρα, πότε θα παίξετε, πότε θα φάτε, πότε θα χωνέψετε, πότε θα ξανακολυμπήσετε;» Η μητέρα πανικόβλητη, τα παιδιά έντρομα, ο πατέρας με έναν καφέ σε μετέωρο πλαστικό ποτήρι. Ρωτώ, αφελώς, γιατί όλη αυτή η αναστάτωση, μου απαντούν ότι τα πάνε στη θάλασσα σχεδόν όλη την ημέρα για να εξοντωθούν και να κοιμηθούν το βράδυ, γιατί αλλιώς θα κάνουν φασαρία μέχρι αργά – ειδικά το αγόρι!
Δεν προλαβαίνουν όμως να φύγουν, πιάνει νεροποντή. Η γυναίκα κοιτάζει με απόγνωση τον ουρανό, ο άντρας κάθεται και πίνει τον καφέ του, τα παιδιά ξαναπιάνουν τα χαρτάκια τους και παίζουν ήσυχα. Πάω κοντά τους και ζητώ να παίξουμε μαζί. Με καλοδέχονται, με αγκαλιάζουν, με φιλούν, μου δίνουν υποσχέσεις ότι αύριο θα μου χαρίσουν τα ροζ μπρατσάκια να κολυμπήσω κι εγώ! Παρατηρώ το αγόρι για να ανακαλύψω το πρόβλημα. Τίποτα. Αλλά εγώ δεν είμαι ειδική.
Το απόγευμα ξαναπιάνουμε –οι μεγάλοι– τη συζήτηση και τότε το κουβάρι ξετυλίγεται. Ερώτηση-απάντηση, μαθαίνω: «Ευτυχώς που ζούμε σε τριώροφο – στον πρώτο οι γονείς μου, στον δεύτερο εμείς, στον τρίτο η αδερφή μου. Αν δεν είχα και βοήθεια, δεν ξέρω τι θα είχα κάνει», λέει η γυναίκα. «Ίσως ήταν καλύτερα, γιατί βοηθούν μεν, αλλά ανακατεύονται και πολύ…», ψελλίζει ο άντρας. «Τι θες να πεις; Αφού ξέρεις ότι οι γονείς μου δεν αλλάζουν», οπλίζει εκείνη. Ρωτώ μήπως είναι προτιμότερο να αλλάξουν σπίτι κι αυτό να το νοικιάσουν; Μου απαντά «αποκλείεται· τι θα πουν οι γονείς, να βάλουμε στο σπίτι έναν ξένο να το καταστρέφει, έχουμε βάλει πολύ ωραία πλακάκια στα μπάνια, και τα ντουλάπια της κουζίνας είναι όνειρο»! Λέω, χωρίς να το πολυσκεφτώ: «Κρίμα όμως να σας κληρονομήσουν τα πλακάκια κι ο μπιντές». Πέφτει σιωπή και μετανιώνω που μίλησα έτσι. Μετά από λίγο, που μου φάνηκε αιώνας, την ακούω να λέει: «Τέλος πάντων, φέτος θα τον πάμε σε τέταρτο παιδοψυχολόγο, μας τον σύστησε ένας συνάδελφος, είναι πολύ καλός». Είδε στο μάτι μου την ερώτηση και απάντησε: «Οι τρεις προηγούμενοι μου είπαν ότι το πρόβλημα το έχω εγώ και πρέπει εγώ να κάνω ψυχανάλυση!»
Ώστε τα πράγματα ήταν τόσο απλά. Ήμουν αντιμέτωπη με το γνωστό, παλιό, ελληνικό σύνδρομο του τριώροφου. Γονείς, παιδιά, εγγόνια μαζί σε διάταξη καθ’ ύψος. Ο ένας μέσα στη ζωή και στα σωθικά του άλλου. Ένας καλός γάμος τελικά αυτό είναι: δύο παιδιά, από έναν όροφο το καθένα, και πάντα με ωραία πλακάκια στα μπάνια.
Μάλλον γι’ αυτό και οι τούρτες σ’ αυτούς τους γάμους είναι τριώροφες…