ΜΑΝΑ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ

φοβού τον μέσο άντρα τη μέση γυναίκα/φοβού την αγάπη τους/ η αγάπη τους είναι μέτρια/ γυρεύει το μέτριο/ αλλά το μίσος τους είναι μεγαλοφυές/ τόσο μεγαλοφυές που μπορεί να σε σκοτώσει/ να σκοτώσει τον καθέναν… Ανίκανοι να αγαπήσουν πλήρως/ θα πιστέψουν την αγάπη σου λειψή/ και τότε θα σε μισήσουν/ και το μίσος τους θα είναι τέλειο. (Μπουκόφσκι)

Όταν δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος, τα μέσα ενημέρωσης επιδόθηκαν αρχικά σε μια ξέφρενη προσπάθεια παρουσίασής του ως αναρχικού, αντιδραστικού, αποκλίνοντα, αναρχοαυτόνομου των Εξαρχείων. Γρήγορα όμως υπαναχώρησαν (υπό το βάρος της επίσημης κυβερνητικής εκδοχής, η πραγματικότητα δεν έχει τέτοια δύναμη πάνω τους) και ο Γρηγορόπουλος, από αναρχικός που προκαλούσε και πήγαινε γυρεύοντας, έγινε θύμα (παράφρονης) αστυνομικής βίας. Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν τον έδειχναν χαμογελαστό και πράο, ενώ η οικογένεια Γρηγορόπουλου απλώς θρηνούσε για τον άδικο χαμό του γιου της. Δεν αφέθηκαν υπόνοιες ούτε για την ηθική επάρκεια της μητέρας ούτε κατηγορήθηκε για κάτι. Αυτή τουλάχιστον ήταν στο απυρόβλητο (για την ώρα).

Με τον Νίκο Ρωμανό τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η φωτογραφία του Ρωμανού που κυριαρχεί δεν είναι αυτή του χαμογελαστού και ήρεμου παιδιού, αλλά το αριστερό προφίλ ενός νεαρού σε έξαλλη κατάσταση, να ωρύεται με βλέμμα γεμάτο μίσος, θυμό και αγανάκτηση. Ένας Ρωμανός πραγματικό αγρίμι, θεριό ανήμερο, έτοιμο να κατασπαράξει όποιον βρεθεί στο διάβα του. Εμείς δεν θα μιλήσουμε για το μίσος του Ρωμανού (που στο κάτω κάτω έχει και αιτία). Θα μιλήσουμε για το μίσος όλων εκείνων που μισούν το μίσος του Ρωμανού. Θα μιλήσουμε για το μίσος κατά της μητέρας του (αλλά και του πατέρα του). Ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε αποτελεί τεκμήριο του περαιτέρω εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν αναφέρθηκαν όλα τα μέσα ενημέρωσης σε γονείς και παππούδες και η σιωπή αυτή τα τιμά. Για ποιον λόγο δηλαδή να αναφερθούν βιογραφικά στοιχεία της οικογένειας κάποιου ληστή τράπεζας, απεργού πείνας, αναρχικού; Πολλές εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας, ωστόσο (για να μη μιλήσουμε για τηλεόραση ή Διαδίκτυο), έκαναν συστηματική μνεία στον «δολοφόνο» παππού και στη «συγγραφέα» μητέρα. Γιατί άραγε δεν γινόταν καμιά αναφορά στον πατέρα του, προτού τσαλαβουτήσει και αυτός στα λασπόνερα της ελληνικής δημοσιότητας; Στη μιντιακή εξήγηση του μίσους του νεαρού «αναρχικού» (το ότι ο φίλος του δολοφονήθηκε μπροστά στα μάτια του τη μέρα της ονομαστικής του εορτής φαίνεται ότι δεν αποτελεί επαρκή ερμηνεία) ένας πατέρας χαμηλών τόνων που δεν έχει απασχολήσει ποτέ την κοινή γνώμη δεν συνιστά ενοχοποιητικό υλικό (αργότερα φυσικά που ο πατέρας εξέφρασε τις απόψεις του έγινε και αυτός αναπόσπαστο κομμάτι της «εγκληματικής οικογένειας»). Στο γενεαλογικό δέντρο της παρέκκλισης της οικογένειας του Νίκου Ρωμανού συγκαταλέγεται από τη μια ο παππούς, Αθανάσιος Νάσιουτζικ, υπαίτιος για το «Έγκλημα στο Κολωνάκι», και από την άλλη η μητέρα. Αν ο παππούς όμως κρίθηκε ένοχος για φόνο, ποιο ήταν το αμάρτημα της μητρός;

cea0cea5cea1ce97ce9dce95cea3cea6cea9cea4ce99ce91cea32

Η κυρία Νάσιουτζικ ενσαρκώνει δύο ιδιότητες που πολλοί Έλληνες μισούν, οι οποίες στην περίπτωσή της συνδέονται άρρηκτα με τη μητρική της υπόσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι ακροδεξιοί δεν έβριζαν την κυρία Νάσιουτζικ ως εβραία, αριστερή ή προμάζεμα, αλλά ως μάνα. Ο φασιστικός λόγος χαρακτηρίζεται συνήθως από:

Α) μίσος για τους πλούσιους μεγαλοαστούς, τους διεφθαρμένους, ανήθικους, τεμπέληδες, οκνηρούς, σνομπ κατοίκους των βορείων προαστίων, με τις χλιδάτες μεζονέτες, τα πολυτελή αμάξια και τα επώνυμα ρούχα και αξεσουάρ, που τα παιδιά τους πάνε σε ιδιωτικά σχολεία, μαθαίνουν πιάνο-γαλλικά-τένις και μεγαλώνουν με νταντάδες. Εξοργίζονται οι πολίτες όταν προνομιούχα παιδάκια που τα βρήκαν όλα έτοιμα, σε αντίθεση με τα παιδιά υποβαθμισμένων περιοχών που μαστίζονται από τη φτώχεια και την ανεργία, παίρνουν τα όπλα και αυτοανακηρύσσονται αναρχικοί και επαναστάτες. «Αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά» που λέει και ο Πορτοκάλογλου. Από την ανία και τη βαρεμάρα, τα κακομαθημένα παλιόπαιδα των αδιάφορων πλούσιων μαμάδων, αναζητώντας δράση και περιπέτεια και μη βρίσκοντας σκουπιδοτενεκέδες να πετάξουν τις μπίρες τους (αφού εκεί στα Εξάρχεια όλο τους καίνε), είπαν να φτιάξουν καμιά μολότοφ για να περάσει η ώρα. Αν η μάνα τους, αυτή η κοκότα της highsociety, είχε ασχοληθεί λίγο παραπάνω μαζί τους, αντί να ξεκατινιάζεται με τις υπόλοιπες Β.Π. μανάδες, δεν θα καταντούσε έτσι το παιδί.

Β) μίσος για τους διανοούμενους, τους κουλτουριάρηδες, τους υπεράνω. Η Νάσιουτζικ είναι διδάκτωρ και «συγγραφέας», όπως αναφέρουν πλείστα δημοσιεύματα. Τι νόημα έχει άραγε η συνεχής παράθεση της ιδιότητας αυτής; Γιατί ο πατέρας δεν αναφέρεται ας πούμε ως «ο οδοντίατρος Γιώργος Ρωμανός»; Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας, και μάλιστα γυναίκα συγγραφέας; Τι βιβλία έχει συγγράψει η Νάσιουτζικ, η οποία δηλώνει και περήφανη για τις πράξεις του γιου της; «Ποια είναι, όμως, αυτή η γυναίκα που νιώθει τόσο έξαλλη με την άνομη και σάπια κοινωνία, ώστε να είναι περήφανη που ο γιος της λήστεψε μια τράπεζα; Τι δείγμα γραφής έχει δώσει η ίδια με τη ζωή της, ώστε να εμφανίζεται σήμερα με τα φισεκλίκια σταυρωτά; Απ’ ό,τι ξέρω, είναι μια συγγραφέας ροζ σκουπιδιών: Κάψτε τα νυφικά, Μύκονος μπλουζ, Ο τρελός δρόμος του έρωτα, Μαμάδες βορείων προαστίων κ.λπ. Δηλαδή συνεισέφερε στην Ελλάδα σκουπίδια. Όχι μία, αλλά πέντε φορές, εξέδωσε βιβλία με κοσμικούς ακκισμούς, ευπώλητα στο Κολωνάκι» (Στάθης Τσαγκαρουσιανός, editorial στη LIFO, 06/02/2013). Δεν είναι λοιπόν και καμιά πραγματική διανοούμενη (τα πρώτα δύο επιστημονικά βιβλία της ήταν για ξεκάρφωμα). Ξεπουλάει το δράμα του γιου της για λίγη δημοσιότητα, για μερικά πρωτοσέλιδα. Τι διαπαιδαγώγηση μπορεί να προσφέρει μια τέτοια μάνα στο παιδί της που, αντί να είναι δίπλα του, καθόταν και έγραφε βιβλία; (Ειρωνικό είναι ότι ενώ η κυρία Νάσιουτζικ στα ευπώλητα βιβλία της καυτηριάζει την «υψηλή κοινωνία» των βορείων προαστίων, τα γραφόμενά της χρησιμοποιούνται συχνά ως απόδειξη των δικών της πρακτικών και της δικής της επιφανειακότητας και αδιαφορίας.)

Τι κι αν οι κατηγορίες εναντίον της είναι αντιφατικές μεταξύ τους; Τι κι αν την κατηγορούν αφενός ότι ως μεγαλοαστή κότα δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για τη διαπαιδαγώγηση του γιου της και αφετέρου ότι ως διανοούμενη συγγραφεύς έδωσε υπερβολική σημασία στην ανατροφή του, χρησιμοποιώντας αντισυμβατικές μεθόδους που τον έκαναν επαναστάτη και ασυμβίβαστο; (Αναφέρεται συχνά η προτροπή προς τον γιο της να διαβάσει Χάκκα αντί για σχολική ιστορία.) Η πολλή εξατομίκευση και καλλιέργεια που ξεφεύγει ή τουλάχιστον αποστασιοποιείται από τους υφιστάμενους κανόνες της κοινωνίας (τους οποίους, ασφαλώς, ακολουθεί πιστά και ευλαβικά ο «μέσος άνθρωπος», ο μεροκαματιάρης, ο φτωχός, ο άνεργος) βλάπτει.

Οι περισσότερες κατηγορίες, ωστόσο, δεν αιτιολογούνται (ούτε καν με την παράθεση τέτοιων φαντασιώσεων). Πέραν των αναμενόμενων σεξιστικών σχολίων («ωραίο γκομενάκι», «μιλφάρα», «για τσόντες καλή είναι») και ψυχογραφημάτων σύνολης της οικογενείας (χρειάζονται ψυχολόγο, ψυχίατρο, είναι όλοι τους αποτυχημένοι κοινωνιοπαθείς), η Νάσιουτζικ κρίνεται ένοχη κυρίως εκ του αποτελέσματος, της διαγωγής δηλαδή του υιού. Είναι εξ ορισμού ένοχη ως μάνα. Αυτή, με την ελλιπή ή κακή της διαπαιδαγώγηση, έκανε τον γιο της εγκληματία.

Παρουσιάζεται μάλιστα και μια εξίσου αισχρή αναδρομική ενοχοποίηση του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Αν η κυρία Νάσιουτζικ ενοχοποιείται διά του υιού, στην περίπτωση Γρηγορόπουλου ο υιός ενοχοποιείται διά της μητρός (ο δεσμός μάνας-παιδιού πάντως παραμένει αδιάλυτος). Η κυρία Τσαλικιάν, μητέρα του Γρηγορόπουλου, χωρισμένη και πλούσια, μέλος της «κοσμικής Αθήνας», ξαναγέννησε λέει στα 51 της (η «είδηση» έκανε τον γύρο πολλών lifestyle εντύπων και εκπομπών). Παιδί χωρισμένων γονιών, λοιπόν, ο Γρηγορόπουλος, με μάνα επίσης πλούσια και κοσμική που αντί να θρηνεί τον χαμό του παιδιού της σπέρνει εξώγαμα. Είναι σίγουρο ότι, όπως και η κυρία Νάσιουτζικ, δεν θα είχε και πολύ χρόνο για τη διαπαιδαγώγηση του γιου της (αυτή εκτός από μιλφάρα ήταν και χωρισμένη, καταλαβαίνετε). Όχι, δεν είναι αυτή η Ελληνίδα χαροκαμένη μάνα. Η σωστή μάνα κλαίει, μοιρολογάει, ολολύζει και ολοφύρεται (και παχαίνει). Δεν έχει διάθεση να περιποιηθεί τον εαυτό της, ούτε κάνει σέξι φωτογραφήσεις ντυμένη και βαμμένη στην τρίχα, με ρουζ, κραγιόν, eye-liner και αφέλειες κομμωτηρίου. Τώρα εξηγούνται όλα…

tzina8

Το φασιστικό υπόστρωμα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι εισαγόμενο, δεν αφορά ταυτίσεις με πολιτικές ιδεολογίες· είναι ενδημικό, βαθύ, βαθύτερο, παλιότερο και με ισχυρότερες ρίζες από τον νεοφασισμό της Χρυσής Αυγής. Αφορά τις δομές μακράς διαρκείας, την οικογένεια, τη γυναίκα, το παιδί, τη μάνα. Αυτά ούτε δημιουργούνται ούτε αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη και δεν χαρακτηρίζουν μόνο τον ακροδεξιό τύπο ή ανθρώπους εθνικιστικών/φασιστικών φρονημάτων. Αφορούν τον περίφημο «μέσο» άνθρωπο. Η «Ελληνίδα μάνα» και η «ελληνική οικογένεια» αποτελούν το βαρύ πυροβολικό του κοινωνικού (εκ)φασισμού. Όχι οι παλιές. Η σημερινή μάνα και η σημερινή οικογένεια. Εσείς κι εμείς.

Οι ίδιες εκφράσεις επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, «αποτυχημένη ως μάνα», «ενοχική», «ανεπαρκής», «ανάξια», «πήρε το παιδί στον λαιμό της», «ηθική αυτουργός», «υποτιθέμενη μάνα», «του έλειπε μια πραγματική μάνα», «‘μάνα’» (σε εισαγωγικά). Μιλάνε σαν τα παιδιά να μην έχουν άλλες επιρροές, σαν οι γονείς να καθορίζουν πλήρως και αποκλειστικά την αντίληψη και συμπεριφορά τους, σαν να έχουν ως πρότυπο την ολοκληρωτική οικογένεια του Κυνόδοντα. Όλοι αυτοί οι ειδικοί στη διαπαιδαγώγηση των νέων που κουνάνε επιδεικτικά το δάχτυλο, τι ακριβώς συμβουλεύουν, για τι ακριβώς μέμφονται τις μάνες αυτές; Η μόνη συγκεκριμένη απάντηση που δίνεται είναι ότι τα πλούσια κακομαθημένα παλιόπαιδα ζούσαν με όλες τις ανέσεις, τους έκαναν όλα τα χατίρια και δεν έφαγαν καμιά σφαλιάρα (ή εναλλακτικά δεν τα σάπισαν στο ξύλο) για να μάθουν να σέβονται. Πώς θα στρώσει το παιδί άμα δεν φάει ξύλο; Αυτό έκαναν οι δικοί τους γονείς (όπως ομολογούν) και οι ίδιοι βγήκαν σωστοί άνθρωποι.

Αρκετά από τα ανώνυμα, επικριτικά προς τη μητέρα, σχόλια υπογράφονταν ως «μία μαμά», «μητέρα», «Ελληνίδα μάνα». Προφανώς, όλες αυτές θεωρούν τον εαυτό τους καλύτερο από τη «μάνα αναρχικού» που κατακρίνουν, καθυβρίζουν και νουθετούν. Μάνες και οι ίδιες, δεν σκέφτονται τον εσωτερικό πόνο του γονέα που έχει χάσει το παιδί του ή το βλέπει φυλακισμένο; Πιστεύουν ότι οι ίδιοι οι γονείς δεν θα ταλανίζονται από αμφιβολίες; «Οι γονείς είναι περισσότερο συντετριμμένοι κι από τους ίδιους τους συλληφθέντες. Το ψυχικό τους άλγος δεν λέγεται ˗ βρίσκονται όχι μόνο με την πλάτη στον τοίχο αλλά και αντιμέτωποι με τους εσωτερικούς τους δαίμονες. Το να καυτηριάζουμε ή να ειρωνευόμαστε τις δηλώσεις τους, το να τους λιθοβολούμε εκ του ασφαλούς, δεν ενοχοποιεί εκείνους, μα εμάς. Ακόμα και η μάνα του Ιούδα όφειλε να συμπαρασταθεί στο παιδί της. Πόσο δε μάλλον η Παυλίνα Νάσιουτζικ» (Χρήστος Χωμενίδης, Έθνος, 09/02/2013).

Και αναρωτιέμαι: κρύβουν άραγε τόσο μίσος μέσα τους οι καλές μαμάδες; Όλες αυτές τις «Ελληνίδες μάνες», τις «Μάνες» με μι κεφαλαίο, τη «μία μάνα» (εκ των πολλών), τις φοβάμαι. Σε φοβάμαι, «μέση μάνα», και σε φοβάμαι απόλυτα.

One Response

  1. δημήτρης ντούρτας Μάρτιος 22, 2017