ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΜΩΡΑ…

μωράΤεύχος αφιερωμένο στα βρέφη λοιπόν το 76ο μας, στα βρέφη για τα οποία εμείς στο Τaλκ μιλάμε όλο και λιγότερο γιατί τα δικά μας μεγάλωσαν και φοράνε τα παπούτσια μας και τις κολόνιες μας. Στα βρέφη που μας παίρνουν τα μυαλά με τη μυρωδιά τους, το γέλιο και το κλάμα τους. Στα δικά μου βρέφη που μονοπωλούσαν την ζωή μου ανά τριετίες σχεδόν και τώρα με ρωτούν πως ήταν και τι έκαναν όταν ήταν μωρά και εγώ σχεδόν δεν θυμάμαι να τους πω. Και καθόλου δε με νοιάζει γιατί τα προτιμώ μεγάλα, το έχω ξαναπεί. Όμως στις προσπάθειές μου να θυμηθώ την πρώτη στιγμή που τα αντίκρισα, τις πρώτες τους λέξεις, τα πρώτα τους βήματα σκέφτομαι τι θα έκανα διαφορετικά αν ξαφνικά, σε κάποιο σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας, ξαναβρισκόμουν με φουσκωμένη κοιλιά και με μωρό στην αγκαλιά: 

Θα έκανα λοιπόν όλες μα όλες τις εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου. Όλες. Παρά τα καθησυχαστικά λόγια του γυναικολόγου μου, παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας μου, παρά τα τέλεια ποσοστά της αυχενικής διαφάνειας και πάει λέγοντας. Όλες. 

Δεν θα βιαζόμουν καθόλου «να φέρω επιτέλους το μωράκι μου στον κόσμο». Μα καθόλου. Δεν θα περπατούσα, έτρεχα, κολυμπούσα μπας και γεννήσω μια ώρα αρχύτερα. Θα βιδωνόμουν στον αναπαυτικό καναπέ μου με το τηλεκοντρόλ στο ένα χέρι και ένα λίτρο παγωτό φιστίκι στο άλλο, μέχρι να πάω 48 εβδομάδων. Προς τι η βιασύνη κορίτσια, ποτέ δεν κατάλαβα.  

Θα γεννούσα στο νοσοκομείο, δεν θα το άλλαζα αυτό. Ούτε σε πισίνες, ούτε στο σπίτι, ούτε κρεμασμένη σε κάποιο δέντρο. Όμως θα περνούσα τις ημέρες εκεί μόνη μου. Εγώ και ο μπαμπάς τους και το μωράκι μου συνέχεια στην αγκαλιά μου. Ούτε κομμωτήριο πριν, θείοι, φίλοι και γνωστοί, ντύσου, γδύσου, φέρε το μωρό, πάρ’ το-ήρθε κόσμος. Ούτε σε ποιον μοιάζει (σε κανέναν δεν μοιάζει, μοιάζει στον εαυτό του), ούτε κράτα το έτσι, βάλτο να ρευτεί, ξύπνα το, κοίμισέ το.  

Θα είχα ζητήσει τη βοήθεια μιας βοηθού μητρότητας τις πρώτες μέρες. Όχι της μαμάς, της γιαγιάς, της θείας. Που, καλοδεχούμενη η βοήθεια, αλλά με τις ορμόνες στο κόκκινο και τα (δικά μου τουλάχιστον) μωρά να συναγωνίζονται στο ποιο μπορεί να κλαίει περισσότερο, το σπίτι μου θύμιζε πεδίο μάχης. Α, και εστιατόριο.  

Θα θήλαζα κάθε ένα δευτερόλεπτο, χωρίς ρολόι. Και παντού. Χωρίς να ακούω το «πάλι θα φάει;». Ναι ρε φίλε. Πάλι θα φάει. Ή τέλος πάντων πάλι θα πιπιλίσει, μπας και σταματήσει να κλαίει. Αφού δεν ενοχλεί εμένα, εσένα τι σε κόφτει; Αν κάτι μου έμαθαν τα χιλιόμετρά μου ως λεχώνας είναι ότι το γάλα δεν αποθηκεύεται, παράγεται όταν θηλάζεις. Άρα, απλά μαθηματικά: Όσο πιο πολύ θηλάζεις, τόσο πιο πολύ γάλα έχεις.  

Θα κοιμόμουν με το μωρό μου στο κρεβάτι μας, χωρίς ενοχές. Μαγική συμβουλή. Ακούστε την, όχι για να πάρετε την… πιστοποίηση του attachment parenting, ούτε για να γίνετε καλύτερες μητέρες. ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙΤΕ. Δεν θα ξεχάσω τα άκρως σαδομαζοχιστικά πηγαινέλα στο κρεβάτι του Γιωργάκη μετά το νυχτερινό τάισμα, γιατί έπρεπε να «μάθει να κοιμάται στο κρεβάτι του» και εμένα να έρπω στο παρκέ για να αποχωρήσω απαρατήρητη, ώσπου το πρώτο «τσικ» του πατώματος να εκκινήσει ουρλιαχτά και να με ξαναστείλει στην κούνια του μονάκριβου. Και αυτό να συμβαίνει όλο το βράδυ. Ευτυχώς το πάθημα έγινε μάθημα και στο τρίτο μου παιδί δεν συναρμολόγησα καν κρεβάτι.  

Θα αγχωνόμουν λιγότερο, αλλά αυτό είναι μια κουβέντα. Θέλω να πω, μας πιάνει εμάς τις νέες μαμάδες μια αγωνία να τα κάνουμε όλα σωστά, να παίξουμε τέλεια τον ρόλο της μητρότητας, μιας μητρότητας που είναι πλέον εντελώς ακαδημαϊκή και καθόλου ενστικτώδης, γαμώτο. Όλοι έχουν κάτι να πουν για το πώς γέννησες, πόσο θήλασες, τι το τάισες, τι του διάβασες, τι του φόρεσες, πώς το βάφτισες. Παντού κουτάκια στα οποία πρέπει να κάνεις «τικ» για να μην πας αδιάβαστη. Όμως μαμάδες, το απολυτήριο από το σχολείο της μητρότητας δεν θα μας το δώσουν οι άλλες μαμάδες, ούτε οι θείες, ούτε οι γιαγιάδες. Θα μας το δώσουν τα παιδιά μας και τι στοίχημα ότι θα μας το δώσουν με άριστα…